5.5.09

Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΗΣ ΞΑΝΘΙΑΣ



LEGALLY BLONDE

Σκηνοθεσία: Ρόμπερτ ΛούκατιτςΠαίζουν: Ρις Γουίδερσπουν, Λουκ Γουίλσον, Σέλμα Μπλερ

Αν και δεν δρέπει δάφνες καλλιτεχνικής ποιότητας, πρωτότυπης σκηνοθεσίας, ή ιδιαίτερα πειστικής δραματουργίας, Η εκδίκηση της ξανθιάς διεκδικεί την ένταξή της στη λίστα με τις σημαντικότερες ταινίες της χρονιάς. Χωρίς να είναι τίποτα παραπάνω από μια ευχάριστη χολιγουντιανή κωμωδιούλα, το θέμα της, καθώς και ο τρόπος που το χειρίζεται, την εντάσσουν στις ταινίες εκείνες που ανιχνεύουν νέες κοινωνικές τάσεις, βοηθούν στην ανάδειξη νέων κοινωνικών αξιών και προβάλλουν σήμερα, έστω και σαν αστείο, αυτό που αύριο θα είναι σοβαρό. Το αστείο, το οποίο η ταινία εκμεταλλεύεται σαν οξύμωρο, είναι να βλέπεις μια ξανθιά με εμφάνιση και συμπεριφορά τηλεοπτικής γλάστρας να αριστεύει στο Χάρβαρντ και να κάνει πετυχημένη καριέρα δικηγόρου. Το σοβαρό, που σήμερα είναι κρυμμένο πίσω από το αστείο, αύριο όμως θα γίνει, χάρη και σε ταινίες σαν κι αυτή, φανερό, είναι ότι η αρχικά γραφική αυτή «φυλή» γυναικών, η οποία ξημεροβραδιάζεται στα γυμναστήρια και τα ινστιτούτα αισθητικής, λατρεύει το shopping και χαμογελά με κάθε αφορμή, αυξάνεται διαρκώς, καλλιεργεί και το πνεύμα της, και παρουσιάζει τάσεις να κυριαρχήσει σαν κοινωνικό πρότυπο.
Η εκδίκηση της ξανθιάς είναι η εκδίκηση της γυναίκας η οποία μπορεί πλέον όχι μόνο να εκδηλώνει ελεύθερα όλες τις πλευρές της σεξουαλικότητάς της, αλλά και να διεκδικεί τα πρωτεία σε όλους τους κοινωνικούς στίβους δίχως να χρειάζεται να απαρνηθεί πρώτα καμία πτυχή της θηλυκότητάς της.

***

4.5.09

GHOST TOWN


Σκηνοθεσία: Ντέιβιντ Κέπ
Παίζουν: Ρίκι Τζέρβε, Γκρεγκ Κινίαρ, Τέα Λεόνι
ΗΠΑ, 2008. Διάρκεια: 102΄

Παρουσιάζοντας πριν από λίγες εβδομάδες τον Δρόμο της επιστροφής στο Videodrome, ο Δημήτρης Δρένος έγραφε ότι ζούμε σε κοινωνίες εξειδίκευσης. «Κάπου, κάποιοι πεθαίνουν της πείνας, κάπου, κάποιοι σκοτώνονται, δεν μας αγγίζει, οι υπόλοιποι συνεχίζουμε με τις υπόλοιπες δουλειές που πρέπει να γίνουν»… Ποιες δουλειές είναι άραγε αυτές; Μερικοί εδώ στις ευημερούσες κοινωνίες της Δύσης έχουν αρχίσει να αναρωτιούνται. Η ευμάρεια προκαλεί τελικά υπαρξιακές ανησυχίες, αλλά και τύψεις. Στο Visitor, το οποίο σχολιάζαμε πριν μια βδομάδα, ένας πανεπιστημιακός καθηγητής συνειδητοποιεί ότι δεν προσφέρει και δεν παράγει παντελώς τίποτα και αποφασίζει να βοηθήσει ένα ζευγάρι λαθρομεταναστών και να εντρυφήσει στη γοητεία του τζέμπε, του αφρικανικού τύμπανου. Στην σημερινή ταινία ήρωας είναι ο Δρ. Πίνκους, ένας οδοντίατρος στο Μανχάταν, ο οποίος, παρότι – ή μήπως θα έπρεπε να πούμε ακριβώς εξαιτίας; - ζει σε ένα τεράστιο, υπερπολυτελές διαμέρισμα, είναι ένα μισανθρωπικό μονήρες ανθρωπάκι που διαθέτει από ένα δηλητηριώδες σχόλιο για όλους και για όλα. Ο Δρ. Πίνκους όμως δεν πρόκειται να διέλθει μέσα από κάποια προσωπική υπαρξιακή κρίση. Εδώ βρισκόμαστε στο πεδίο της κομεντί, με τις αναφορές της στον Κάπρα και τον Σπίλμπεργκ. Είναι ακριβώς η άγνοια της κατάστασής του που δημιουργεί το κωμικό αποτέλεσμα. Η δυστυχία του δεν είναι η μοναξιά του, αλλά το γεγονός ακριβώς ότι δεν μπορεί να αποφύγει τους άλλους. «Το πρόβλημά μου δεν είναι τα πλήθη, είναι τα άτομα που βρίσκονται μέσα σ’ αυτό», αποφαίνεται σε μια κωμική αποστροφή του. Ο Δρ. Πίνκους δεν είναι τίποτα παραπάνω από έναν νεκροζώντανο, έναν ακόμη άνθρωπο που νομίζει ότι η έννοια της ζωής ταυτίζεται με μια απλή βιολογική λειτουργία. Δεν είναι λοιπόν παράξενο που η κατάστασή του αυτή συσχετίζεται στην ταινία με το θάνατο: Μετά από ένα «ατυχηματάκι» στην αναισθησία μιας απλής ιατρικής εξέτασης στην οποία υποβλήθηκε, ο Δρ. Πίνκους θα αρχίσει να βλέπει νεκρούς. Μετά από πολλές περιπέτειες θα συνειδητοποιήσει ότι οι νεκροί αυτοί ζητούν απ’ αυτόν να μεσιτεύσει για να διευθετήσουν τις συναισθηματικές εκκρεμότητες που άφησαν στη Γη. Μέσα από την επαφή του με τον κόσμο των νεκρών, ο Δρ. Πίνκους θα γίνει επιτέλους πιο ανθρώπινος… Η ταινία είναι το πρώτο «όχημα» για τη διείσδυση του βρετανού κωμικού του The Office Ρίκι Τζέρβε στο Χόλιγουντ, αλλά δυστυχώς γι’ αυτόν δεν πρόκειται για καθαρόαιμη κωμωδία. Πρόκειται, όπως προαναφέραμε, για κομεντί, για μια δραματική ταινία με κωμικό υπόβαθρο και ρομαντικές πτυχές. Λειτουργεί ανάλαφρα, λίγο γέλιο, λίγη συγκίνηση, λίγος προβληματισμός, και ξεχνιέται γρήγορα. Αυτή όμως η μεταφορά του Μανχάταν ως ενός χώρου που κατοικείται από νεκρούς κι από έναν οδοντίατρο τόσο μισάνθρωπο που να σχετίζεται περισσότερο μ’ αυτούς, παρά με ζωντανούς, μας φάνηκε κάτι περισσότερο από πετυχημένη…

**

24.4.09

Ο ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ


THE VISITOR

Σκηνοθεσία: Τοντ ΜακΚάρθι
Παίζουν
: Ρίτσαρντ Τζένκινς, Χαάζ Σλεϊμάν, Χιάμ Αμπάς

ΗΠΑ, 2008. Διάρκεια: 105΄

Ο Γουόλτερ, ο χήρος εξηντάρης καθηγητής Οικονομικών που πρωταγωνιστεί στην ταινία, παραπέμπει στον εμβληματικό κάτοικο της Δύσης: δεν παράγει τίποτα υλικό, είναι «εργάτης του πνεύματος», στην πραγματικότητα όμως δεν προσφέρει το παραμικρό, δεν είναι παρά ένα ακόμη απρόσωπο γρανάζι στην αχανή γραφειοκρατική μηχανή των «χαρτογιακάδων» (στελέχη επιχειρήσεων, διοικητικοί υπάλληλοι, καθηγητές, δικηγόροι κλπ.) που εκμεταλλεύονται τον παραγωγικό μόχθο όλης της υπόλοιπης ανθρωπότητας. Βαθιά αλλοτριωμένος, στραμμένος αποκλειστικά στον εαυτό του, αδυνατεί να εκμεταλλευτεί τους υλικούς πόρους που βρίσκονται αφειδώς, και μάλιστα σε προκλητικό βαθμό, στη διάθεσή του, ενώ εξίσου άχρηστη αποδεικνύεται γι’ αυτόν και η πνευματική του καλλιέργεια. Μια μέρα θα ανακαλύψει μέσα στο διαμέρισμα που διατηρεί στη Νέα Υόρκη ένα νεαρό ζευγάρι λαθρομεταναστών, τον Ταρέκ από τη Συρία και τη Ζεϊνάμπ από τη Σενεγάλη. Από διάθεση περισσότερο να γεμίσει το κενό του, δέχεται να τους φιλοξενήσει. Σε αντάλλαγμα, ο προσηνής Ταρέκ θα τον μυήσει στα μυστικά του τζέμπε, του αφρικανικού τύμπανου. Το τζέμπε συμβολίζει όλα αυτά που η Δύση έχασε: την απλότητα, τον ανορθολογισμό, το κοινοτικό πνεύμα. Σε μια χαρακτηριστική σκηνή, ο Γουόλτερ πηγαίνει με τον Ταρέκ στο πάρκο όπου μαζεύονται όλοι οι αλλοδαποί παίκτες τζέμπε και παίζει μαζί τους μέχρις ότου η υπαίθρια συναυλία μετατραπεί σε ένα αυτοσχέδιο πάρτι χορού, ατομικής έκφρασης και μέθεξης. Μια μέρα όμως ο Ταρέκ θα συλληφθεί και ο Γουόλτερ θα βρεθεί αντιμέτωπος με το σκληρό πρόσωπο της κρατικής εξουσίας… Έξυπνη κι ευαίσθητη ταινία, με κομψά και λιτά εκφραστικά μέσα, συγκινητική αλλά όχι μελό, διαποτισμένη με ένα υπόγειο χιούμορ, ασκεί αποτελεσματική κριτική στην υποκρισία, τον καθωσπρεπισμό, την ηθική χρεοκοπία και τον συγκεκαλυμμένο αλλά έντονο αυταρχισμό του πολιτισμού μας.

****

20.3.09

GRAN TORINO


Σκηνοθεσία: Κλιντ Ίστγουντ

Παίζουν: Κλιντ Ίστγουντ, Μπι Βανγκ, Όνεϊ Χερ, Κρίστοφερ Κάρλεϊ

ΗΠΑ, 2008. Διάρκεια: 116΄


Ο κινηματογράφος είναι μια τέχνη έντονα διακειμενική, ποτέ δεν ξεκινά από το μηδέν, πάντα αντλεί και εμπλουτίζεται από κάτι προηγούμενο. Κι αυτό δεν υπάρχει κανείς που να το γνωρίζει καλύτερα από τον Κλιντ Ίστγουντ, ο οποίος πρωταγωνιστεί στο Gran Torino παραπέμποντας ευθέως σε ολόκληρη την προσωπική του μυθολογία του Βρώμικου Χάρυ και των λοιπών σκληροτράχηλων ηρώων. Αυτή τη μυθική περσόνα του άγγελου-εκδικητή δοκιμάζει να θέσει αντιμέτωπη ο Ίστγουντ με τα σύγχρονα κοινωνικά προβλήματα της πολυπολιτισμικότητας και της νεανικής παραβατικότητας, αλλά και με τον προσωπικό δαίμονα των γερατειών και του θανάτου. Αποτέλεσμα μια ταινία-ύμνος στα γερατειά, των οποίων δε θυμόμαστε να έχουμε δει θετικότερη αναπαράσταση, καθώς ο Γουόλτ Κοβάλσκι, ο ήρωας που ενσαρκώνει ο Ίστγουντ, διατηρεί όλη του τη γοητεία και το μαγνητισμό στα 78 του χρόνια και παρά την ασθένεια που τον ταλαιπωρεί. Παράλληλα, μια ταινία-τομή στην κοινωνική κρίση των δυτικών κοινωνιών, η οποία αρθρώνει λόγο που αφορά και εμάς εδώ στην Ελλάδα. Ο Ίστγουντ αντιπαραθέτει μια Αμερική αποπροσανατολισμένη, δίχως αξίες και συναισθήματα, την Αμερική που εκπροσωπούν τα παιδιά του Κοβάλσκι, με την ζωντανή κι αναπτυσσόμενη κοινωνία των μεταναστών, που ήρθαν στην Αμερική για να προκόψουν. Γι’ αυτό και ο Κοβάλσκι, εκκινεί από ρατσιστής, για να συνειδητοποιήσει τελικά ότι έχει περισσότερα κοινά με τους «σχιστομάτηδες» γείτονές του, παρά με τα ίδια του τα παιδιά. Η ταινία λέει επίσης ότι αυτά τα παιδιά που τα σπάνε, τα παιδιά των συμμοριών με την αντικοινωνική συμπεριφορά, έχουν ανάγκη από ένα ισχυρό πρότυπο κι από μια ανώτερη εξουσία για να τα βάλει στη θέση τους. Και το «λέει» όχι με τον τρόπο του κοινωνιολογικού δοκιμίου ή της πολιτικής μπροσούρας, αλλά με τρόπο καλλιτεχνικό, έμμεσο, συγκεκαλυμμένο. Ο λόγος που αρθρώνει είναι προϊόν όχι διάνοιας, αλλά ευαισθησίας. Γι’ αυτό και το μήνυμα νόμου και τάξης που κομίζει δεν μπορεί να κριθεί με το μυαλό, αλλά με την ψυχή.


*****

ANOTHER GAY MOVIE


Σκηνοθεσία: Todd Stephens
Παίζουν: Michael Carbonaro, Jonathan Chase, Jonah Blechman, Mitch Morris

ΗΠΑ, 2006. Διάρκεια: 89΄

Οι περισσότεροι από μας έχουμε την τάση να θεωρούμε τις κωμωδίες με τα χοντροκομμένα αστεία τους σαν κάτι που δεν θα πρέπει να παίρνουμε και πολύ στα σοβαρά. Στην πραγματικότητα όμως, μόνο μέσα από το χιούμορ και την ασυλία που μπορεί να προσφέρει το φαινομενικά ασόβαρο μπορούν κάποια πολύ σοβαρά πράγματα να βρουν μια πρώτη διέξοδο σαν συμβολικές μορφές στην κοινωνία. Επί του προκειμένου, αυτό που έχουμε εδώ είναι μια κωμωδία στο στιλ του American Pie, εξίσου αθυρόστομη και ελευθεριάζουσα, μόνο που αυτή τη φορά οι τέσσερις έφηβοι που ανυπομονούν να ξεπαρθενιαστούν είναι γκέι. Και μάλιστα, γκέι δίχως ούτε αμφιβολίες για τη σεξουαλικότητά τους, ούτε τύψεις. Είναι γκέι, το γνωρίζουν και το αποδέχονται. Το μόνο που τους ανησυχεί είναι απλά το πότε θα πηδηχτούν. Η αποενοχοποίηση της γκέι ταυτότητας συνεχίζεται όταν η μητέρα ενός από τους τέσσερις, ακούγοντας τον γιόκα της να της εξομολογείται συνεσταλμένα ότι είναι γκέι, αναφωνεί: «Επιτέλους, γιατί άργησες τόσο πολύ να μου το πεις;», ενώ ο πατέρας ενός άλλου καθησυχάζει τη σύζυγό του η οποία ανακαλύπτει κάτω από τις κουβέρτες του γιου της τα… αγγουράκια της ντυμένα με προφυλακτικά λέγοντάς της «έτσι είναι η ζωή όταν ο γιος σου είναι γκέι». Όταν στο τέλος αποκαλύπτεται ότι και ο ίδιος ο πατέρας είναι γκέι, και μάλιστα παρά λίγο να «ψωνιστεί» με τον ίδιο του το γιο στα δημόσια ουρητήρια, αυτό που εκλύεται είναι ένα απελευθερωτικό συναίσθημα, καθώς διαπιστώνουμε ότι ούτε ο ανδρισμός, ούτε η ικανότητα ενός ανθρώπου να είναι καλός γονέας εξαρτώνται τελικά από τον σεξουαλικό του προσανατολισμό. Μέσα από τον μανδύα της φαιδρότητας η ταινία είναι έτσι ικανή να μετατρέπει δράματα σε κωμωδίες, γιορτάζοντας την ανθρώπινη σεξουαλικότητα σαν ένα σαγηνευτικό ουράνιο τόξο του οποίου όλα τα χρώματα είναι εξίσου όμορφα και φυσιολογικά. Απαραίτητο φυσικά είναι το τρικ της υπερβολής: Η στοργική εξομολογητική κουβέντα πατέρα-γιου διακόπτεται απότομα όταν ο πατέρας αφήνει σύξυλο τον γιο για να κυνηγήσει έναν ωραίο γκόμενο που μπαίνει στις τουαλέτες, ενώ σε κάποια άλλη σκηνή, δυο πενηντάρηδες σε ένα γκέι μπαρ θεωρούν τελείως αυτονόητο ότι ο δεκαεπτάχρονος ήρωας είναι ήδη πολύ μεγάλος γι’ αυτούς. Τελικά, αν και η ταινία δεν παραλείπει να προσελκύσει το γκέι κοινό με κάποιες καλογυρισμένες γκέι ερωτικές σκηνές, είναι ίσως το ετεροφυλόφιλο κοινό αυτό στο οποίο απευθύνεται περισσότερο. Γιατί οι γκέι το γνωρίζουν ότι είναι άνθρωποι σαν όλους τους άλλους με μόνη διαφορά ότι προσελκύονται σεξουαλικά από άτομα του ίδιου φύλου, το θέμα είναι να το καταλάβουμε επιτέλους κι εμείς οι υπόλοιποι.

****

16.2.09

ΑΜΦΙΒΟΛΙΑ


DOUBT

Σκηνοθεσία: John Patrick Shanley
Παίζουν:
Meryl Streep, Philip Seymour Hoffman, Amy Adams, Viola Davis
ΗΠΑ, 2008. Διάρκεια: 104΄

Να σας πω ότι η Αμφιβολία δεν είναι καλή ταινία, θα είναι ψέμα. Απλά είναι μια ταινία με υπερβολικά πολλά ράσα και υπερβολικά πολλές καλόγριες. Με οπισθοδρομικά θρησκευτικά γυμνάσια σε μια εποχή που θα πίστευε κανείς ότι θα ανήκαν πλέον οριστικά στο παρελθόν. Με προβληματισμούς περί εκσυγχρονισμού της εκκλησίας που επίσης φαντάζουν ξεπερασμένοι. Με σημαντικές σκηνές να αποτελούνται από το κήρυγμα ενός ιερέα από άμβωνος. Προσθέστε σε όλα αυτά και μια σκηνοθετική γραμμή ανάλογων... κλασικιστικών αρχών, με στιβαρές ερμηνείες του παλιού, καλού θεατρικού καιρού και συμβολισμούς που κραυγάζουν, και καταλαβαίνετε εύκολα ότι δεν έχουμε να κάνουμε ακριβώς με την ταινία που μπορεί να συνεπάρει ένα νεανικό κοινό. Από την άλλη, αν επιτρέψει κανείς στην ταινία να ρίξει τα δίχτυα της και να υφάνει τον ιστό της, δύσκολα της ξεφεύγει. Καταφέρνει κι αναπτύσσει το κεντρικό θέμα της, την αμφιβολία, με τόση επιδεξιότητα, που, κι όσοι ακόμα βγουν από την αίθουσα απολύτως πεπεισμένοι για την ενοχή ή την αθωότητα του παπά της σχολής (Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν) ο οποίος κατηγορείται από την καλόγρια-διευθύντρια (Μέριλ Στριπ) για "ανάρμοστες" σχέσεις με μαθητές, θα εκπλαγούν όταν διαπιστώσουν σε πόσο διαφορετικά συμπεράσματα κατέληξαν άλλοι θεατές. Και τα ερωτήματα βεβαίως πάνε και πιο βαθιά από την απλή διχοτομία αθώος/ένοχος. Μέχρι ποιου σημείου μπορούμε να κατηγορήσουμε κάποιον απλώς και μόνον για τις προτιμήσεις του, ή τις μύχιες σκέψεις του, όταν η συμπεριφορά του είναι εντός των αποδεκτών ορίων; Μέχρι ποιου σημείου έχουμε δικαίωμα να διεισδύουμε στην ιδιωτική ζωή ενός υπόπτου; Αγιάζει ο σκοπός τα μέσα; Μήπως είναι σωστότερο πολύ απλά να αποδεχόμαστε τους ανθρώπους όπως μας αυτοσυστήνονται και να μην προσπαθούμε να "ξεσκεπάσουμε" τις κρυφές τους πλευρές; Ερωτήματα που θίγονται με έξυπνο τρόπο στην ταινία, η οποία αναπτύσσει με κομψή θεατρικότητα τα επιχειρήματά της, προσφέροντάς μας μπόλικο υλικό για μια συζήτηση με ένα ποτό στο χέρι μετά το τέλος της προβολής. Αρκεί μόνο να μην ξεχάσαμε να συζητάμε...

***

5.2.09

ΟΛΟΙ ΠΟΘΟΥΝ ΤΗΝ ΜΑΝΤΙ ΛΕΪΝ



ALL THE BOYS LOVE MANDY LANE


Σκηνοθεσία: Τζόναθαν Λέβιν

Παίζουν: Άμπερ Χερντ, Άνσον Μάουντ, Μάικλ Γουέλτς

ΗΠΑ, 2006. Διάρκεια: 88΄


Ως γνωστόν, βασικό θέμα των θρίλερ, και ιδιαίτερα των teen slasher, είναι η σεξουαλικότητα. Γιατί τόσο τα θρίλερ όσο και η σεξουαλικότητα, και ιδιαίτερα η αφύπνισή της, τρομάζουν… Γι’ αυτό και πάμπολλες ταινίες παράγονται με θέμα μια ομάδα εφήβων που απομονώνονται σε ένα δάσος ή σε ένα απόμακρο σπίτι για να κάνουν πάρτι και καταλήγουν στα νύχια κάποιου παρανοϊκού δολοφόνου. Η ανάγκη διαχείρισης της σεξουαλικότητας γεννά τρόμο. Η πιθανότητα απόρριψης. Η πιθανότητα να μην έχεις καλή επίδοση. Η πιθανότητα να μείνεις μόνη ή μόνος. Όλα αυτά τα συναισθήματα διοχετεύονται μέσα από έναν γκροτέσκο μηχανισμό στην ανάγκη να δεις το ανθρώπινο σώμα κακοποιημένο, παραμορφωμένο, πασαλειμμένο με αίμα, διαμελισμένο. Κατά προτίμηση το σώμα της γκόμενας που σε απέρριψε για κάποιον άλλον, ή του γκόμενου που έχει μάτια μόνο για την κολλητή σου. Στη συγκεκριμένη ταινία τα ψυχολογικά στοιχεία είναι κάτι παραπάνω από εμφανή. Αν σε κάτι αριστεύει ο σκηνοθέτης Τζόναθαν Λέβιν είναι η απόδοση όλου του κλίματος αναζήτησης ταυτότητας και ταυτόχρονης διεγερμένης λίμπιντο που κυριαρχεί στην εφηβεία. Δεν είναι τυχαίο ότι επόμενη ταινία του ήταν το «Χυμαδιό». Χρησιμοποιώντας κορεσμένα χρώματα και κοντινές λήψεις που στριμώχνουν δυο πρόσωπα στο ίδιο πλάνο, καταφέρνει να αποσπάσει τον μέγιστο μαγνητισμό, μια παράξενη ζωική έλξη από τα περισσότερα ζεύγη ηρώων της ιστορίας του. Ο ερωτισμός, άλλοτε σε μορφή οικεία κι αναμενόμενη και άλλοτε παρεκκλίνουσα κι ανεπιθύμητη, ξεχειλίζει. Ο τρόμος από την άλλη, δεν είναι εξίσου πειστικός. Ίσως σε κάποιους αμάθητους να επιδράσει, αλλά οι φανατικοί φίλοι του είδους δεν έχουν να περιμένουν και πολλά, εκτός ίσως από μια ωραία μαχαιριά στα μάτια. Από την άλλη, αυτό λειτουργεί και υπέρ της ταινίας. Γιατί έτσι ο τρόμος δεν μοιάζει να είναι υπερφυσικός, ή υπερβολικός, παρά σαν κάτι που βγαίνει μέσα από την ίδια την παρέα, μια βία που αποτελεί μέρος της ίδιας της τής φύσης. Η ταινία κρατά κι έναν άσο στο μανίκι της για το φινάλε. Μια ανατροπή. Κάποιοι την είδαν σαν μια ρηχή απόπειρα να ικανοποιηθούν οι συμβάσεις του είδους. Εμένα πάλι μου φάνηκε εξαιρετικά πετυχημένη, δεδομένης της έμφασης στην ερωτική ψυχολογία που κυριαρχούσε γενικά στην ταινία. Αξίζει να την δείτε και να κρίνετε από μόνοι σας.


***

30.1.09

ΙΔΙΟΦΥΕΙΣ ΑΝΘΡΩΠΟΙ


SMART PEOPLE

Σκηνοθεσία: Νόαμ Μούρο

Παίζουν: Ντένις Κουέιντ, Σάρα Τζέσικα Πάρκερ, Έλεν Πέιτζ, Τόμας Χέιντεν Τσερτς

ΗΠΑ, 2008. Διάρκεια: 91΄


Υπερβολικά σπουδαγμένοι, μορφωμένοι μέχρι παραμόρφωσης, φαν της λογοτεχνίας, των επιστημών και των τεχνών αλλά όχι της ζωής, έχετε τώρα όλοι την ευκαιρία να ικανοποιήσετε εκείνη την καλά θαμμένη φαντασίωσή σας με την Σάρα Τζέσικα Πάρκερ παρακολουθώντας αυτή την αμερικάνικη κομεντί-διασταύρωση του Juno με το Wonder Boys. Πρωταγωνιστεί ο Ντένις Κουέιντ στο ρόλο μισάνθρωπου αλαζόνα πανεπιστημιακού καθηγητή λογοτεχνίας, ο οποίος βρίσκει τον έρωτα και τη χαμένη ανθρωπιά του στο πρόσωπο της κυρίας Sex and the City. Σύμφωνα με την λανθάνουσα λογική της ταινίας πρόκειται για το τέλειο ζευγάρι: Αν η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ νόμιζε μέχρι τώρα ότι αυτό που ήθελε ήταν ένας αρρενωπός άνδρας με καλοσχηματισμένο κορμί και έφεση στα… υδραυλικά, έκανε λάθος. Στην πραγματικότητα αυτό που της ταιριάζει είναι ένας ώριμος κουλτουριάρης με IQ τόσο υψηλό, που να έχει ξεχάσει παντελώς πώς να συμπεριφέρεται σε απλές, καθημερινές καταστάσεις, ούτως ώστε από τη μια να τον θαυμάζει (αυτή η νοητικώς κατώτερη – κι ας είναι και γιατρός στην ταινία), κι από την άλλη να πρέπει να τον νταντεύει, διότι, ως γνωστόν, κάθε άνδρας είναι κατά βάθος ένα παιδί, και κάθε παιδί αποζητά μια μαμά. Ακούγεται σχηματικό, και πράγματι στην ταινία δεν βγαίνει και πολύ πειστικά – υπάρχει μια εξαιρετική σχετική συζήτηση στο message board του imdb – αλλά αναρωτιέμαι τελικά μήπως είναι αλήθεια. Από την άλλη μεριά, λογικά θα περίμενε κανείς ότι ένας τέτοιος άνδρας θα γοητευόταν από μια γυναίκα αναλόγων προσόντων, κάποια ακαδημαϊκό, ποιήτρια, ή κάτι ανάλογο, αλλά φευ. Τελικά αυτό που ψάχνει είναι μια χαζογκόμενα που να κάθεται και να ακούει τις ατέλειωτες αγορεύσεις του περί μεταμοντερνισμού με το στόμα ανοιχτό. Αυτό κι αν ακούγεται βγαλμένο από τη ζωή. Στην ταινία εμπλέκεται ακόμα η έφηβη κόρη του καθηγητή, με την Έλεν Πέιτζ να συνεχίζει τον ρόλο της Τζούνο από εκεί ακριβώς που τον είχε αφήσει λες και βρίσκεται στην ίδια ταινία, καθώς και ο αδελφός του - υιοθετημένος αδελφός, όπως δεν χάνει ευκαιρία να διευκρινίζει ο κύριος καθηγητής – ο οποίος μοιάζει να είναι το μοναδικό λογικό και ισορροπημένο άτομο στην ταινία, πάντα έτοιμος για συναισθηματική επικοινωνία, αλλά και για ένα καλό πάρτι, εξού και είναι ένας αποτυχημένος, χωρίς δουλειά και φράγκα. Αυτό κι αν είναι κλισέ. Αν υποπτευθώ όμως ότι είναι κι αυτό αληθινό, ε, τότε θα πω ότι αυτή είναι μια καλή ταινία…


***

22.1.09

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ


REVOLUTIONARY ROAD


Σκηνοθεσία: Σαμ Μέντες

Παίζουν: Λεονάρντο ντι Κάπριο, Κέιτ Γουίνσλετ, Κάθι Μπέιτς, Μάικλ Σάνον
ΗΠΑ, 2008. Διάρκεια: 119΄


Ο δρόμος της επανάστασης στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορεί να είναι τίποτε παραπάνω από το όνομα μιας οδού. «Οδός Επαναστάσεως». Κάποιοι όμως το πήραν στα σοβαρά, και θα το πληρώσουν ακριβά. Είναι ο Φρανκ και η Έιπριλ, το νεαρό ζευγάρι της ταινίας, εξαιρετικά ενσαρκωμένο από τον Λιονάρντο Ντι Κάπριο και την Κέιτ Γουίνσλετ, που είναι δυο νέοι με διαφορετικά όνειρα στην ευημερούσα Αμερική των ’50s. Δεν συμβιβάζονται με το κενόδοξο Αμερικάνικο Όνειρο της δουλειάς από τις 9 ως τις 5, της φιλήσυχης οικογενειακής ζωής στα προάστια, με τα δυο παιδιά, τον σκύλο και την αυλή με γκαζόν. Ονειρεύονται μια άλλη ζωή. Δεν ξέρουν ποια, αλλά θέλουν τουλάχιστον να ψάξουν να τη βρουν. Όμως εδώ δεν βρισκόμαστε σε κάποια ευρωπαϊκή πολιτική ταινία. Ο Φρανκ και η Έιπριλ ονειρεύονται το «άλλο», το διαφορετικό, αλλά όχι τους άλλους. Πώς θα μπορούσαν άλλωστε, αφού είναι μόνοι τους, αποκομμένοι από την κοινωνία, η οποία δεν αποτελεί παρά ένα ασφυκτικό, περίκλειστο σύμπαν γεμάτο συμβατικότητες, ψεύτικα χαμόγελα και καλολαδωμένες χωρίστρες. Δεν υπάρχει διαφυγή. Εδώ είμαστε παγιδευμένοι στο πεδίο του αμερικάνικου μελοδράματος με τη σκιά του Ντάγκλας Σερκ να πέφτει βαριά πάνω στα κομψά έπιπλα των ’50s. Η ψυχική ενέργεια, ιδιαίτερα η γυναικεία, δεν μετουσιώνεται σε πολιτική δράση, αλλά ανακυκλώνεται εγκλωβισμένη μέσα στους τέσσερις τοίχους της οικογενειακής οικίας, διαταράσσοντας συθέμελα τις σχέσεις. Ο έρωτας διαβρώνεται, το όνειρο καταρρέει, η μόνη θέση για το «άλλο», το διαφορετικό δεν βρίσκεται παρά στο ψυχιατρείο, σε μια ειρωνική, εφιαλτικά αδιόρατη αντιστροφή του σταλινικού συστήματος στην αμερικάνικη εκδοχή του. Εξαιρετική ταινία, από τον σκηνοθέτη του American Beauty, βασισμένη στο εξαιρετικό ομότιτλο μυθιστόρημα του Ρίτσαρντ Γέιτς.


****



4.12.08

IL DIVO


Σκηνοθεσία: Πάολο Σορεντίνο

Παίζουν: Τόνι Σερβίλο, Άννα Μποναϊούτο, Τζούλιο Μποζέτι


Ο Τζούλιο Αντρεότι υπήρξε ένας από τους ήρωες των παιδικών μου χρόνων. Μου ήταν αδύνατο να καταλάβω πώς τα κατάφερνε και επεβίωνε μέσα στο χάος της ιταλικής πολιτικής σκηνής, με τις συνεχείς εκλογικές αναμετρήσεις, αποσπώντας μάλιστα συνήθως το πόστο του πρωθυπουργού για τον εαυτό του. Αυτή του όμως η ικανότητα να παραμένει στην εξουσία, μαζί με το αδιαφανές, πλήρως δυσερμήνευτο παρουσιαστικό του, με γοήτευαν βαθύτατα. Προφανώς δεν ήμουν ο μόνος. Γιατί αυτή ακριβώς η γοητεία είναι και το θέμα της ταινίας Il Divo, η οποία εστιάζει στην προσωπικότητα του Τζούλιο Αντρεότι, καθώς και στην τελευταία πρωθυπουργική του θητεία, κατά την περίοδο 1989-1992, οπότε και αντιμετώπισε πληθώρα κατηγοριών για εμπλοκή σε σκάνδαλα, σημαντικότερο από τα οποία ήταν οι σχέσεις με την μαφία. 26 προσαγωγές σε δίκη αντιμετώπισε, 26 φορές αθωώθηκε, έστω κι αν χρειάστηκε να φτάσει μέχρι το Ανώτατο Δικαστήριο για να δικαιωθεί! Πρόκειται λοιπόν για μια ταινία που συνδυάζει την πολιτική προσέγγιση με ένα ανθρώπινο πορτρέτο και με αρκετή σκανδαλολογία, η οποία τυγχάνει να είναι της μόδας και στην Ελλάδα. Δυστυχώς, εμείς που δεν γνωρίζουμε πρόσωπα και πράγματα της ιταλικής πολιτικής χάνουμε αρκετά από την ταινία. Σαν ανθρώπινο πορτρέτο όμως, είναι δυναμίτης που θα μιλήσει σε όλους, δίνει όλη την πολυπλοκότητα και το μυστήριο του ανδρός, καταφέρνει να τον αναπαραστήσει σαν άγγελο και διάβολο ταυτόχρονα, ενώ διακρίνεται και για το χιούμορ της. Δυναμίτης είναι και καλλιτεχνικά, μια ταινία γεμάτη καινοτομίες στο μοντάζ, στους φωτισμούς, στη σχέση μουσικής και εικόνας, σε βαθμό μάλιστα που κάποιες φορές να το παρακάνει. Ένας Ιταλός έγραψε στο ίντερνετ γι’ αυτή την ταινία: «Είναι γκροτέσκα, υπερβολικά στιλιζαρισμένη, αλλά αυτό είναι απαραίτητο για να φανεί το πραγματικό πρόσωπο της χώρας μου».


****

27.11.08

Η ΕΛΕΓΕΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ



ELEGY


Σκηνοθεσία: Ιζαμπέλ Κοϊξέτ

Παίζουν: Μπεν Κίνγκσλεϊ, Πενέλοπε Κρουζ, Ντένις Χόπερ


Αν ανήκετε στην κατηγορία των ωρίμων ανδρών που έχουν πατήσει τα.. ήντα και βάλε, αλλά παρόλ' αυτά το βασικό τους πρόβλημα είναι πώς να αποφεύγουν τους... εκνευριστικούς περισπασμούς από το τσούρμο των νεαρών και όμορφων γυναικών που ποθούν διακαώς να βρεθούν στην αγκαλιά τους, τότε βρίσκεστε στην κατάλληλη ταινία. Πρόκειται για την ταινία που μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη το μυθιστόρημα του πασίγνωστου αμερικανού συγγραφέα Φίλιπ Ροθ Το ζώο που ξεψυχά. Στο βιβλίο, όπως και στην ταινία, πρωταγωνιστεί κάποιος Ντέιβιντ Κέπες, ένας... σιτωμένος καθηγητής πανεπιστημίου και επιφανές μέλος της νεοϋορκέζικης ιντελιγκέντσια, με δική του ραδιοφωνική εκπομπή και στήλη στο New Yorker (όλως τυχαίως η περιγραφή ταιριάζει γάντι στον ίδιο τον Ροθ), ο οποίος έχει μάθει να ζει μόνος του και να απολαμβάνει την ανεξαρτησία του, και διόλου δεν το αντέχει να τον πρήζουν κάτι νεαρές φοιτητριούλες για... μόνιμη σχέση, δεσμό και άλλα τέτοια μικροαστικά και μπανάλ. Στο βιβλίο μάλιστα καυχάται και για τις σεξουαλικές του επιδόσεις, τις οποίες δεν λέει να καταβάλει ο πανδαμάτωρ χρόνος, στην ταινία όμως το συγκεκριμένο στοιχείο αποσιωπάται. Αυτό που αποκαλύπτεται αντιθέτως είναι τα υπέροχα στήθη της Πενέλοπε Κρουζ. Μπορεί να μην διαθέτουμε τα προσόντα του καθηγητή Κέπες, αλλά τώρα, χάρη στην μαγική τεχνολογία του σινεμά, μπορούμε κι εμείς να απολαύσουμε, έστω και μόνο οπτικά, τα εν λόγω στήθη. Για να σοβαρευτούμε όμως και λίγο, η συγκεκριμένη ταινία καταφέρνει όχι μόνο να αποδώσει το αμφιλεγόμενο κλίμα του βιβλίου, αλλά με την σεναριακή ανατροπή του δεύτερου μέρους να μας προβληματίσει γόνιμα ως προς την υποχρέωσή μας να παίρνουμε τη ζωή όπως έρχεται και να αποφεύγουμε τις προβολές στο, έτσι κι αλλιώς αβέβαιο, μέλλον. Μπορεί «εσύ να είσαι στην αρχή κι εγώ στο παραπέντε», που λέει και το τραγούδι, αλλά... μηδένα προ του τέλους μακάριζε.


**


13.11.08

Η ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΣΚΥΛΟΥ


YEAR OF THE DOG

Σκηνοθεσία: Μάικ Γουάιτ
Παίζουν
: Μόλι Σάνον, Πίτερ Σάρσγκααρντ, Ρετζίνα Κινγκ, Λόρα Ντερν, Τζον Ράιλι
ΗΠΑ, 2007. Διάρκεια: 93΄


Υπόθεση:Γεροντοκόρη γραμματέας που ζει την γαλήνια μεσοαστική ζωή των αμερικανικών προαστίων αγκαλιά με το σκυλάκι της, συντρίβεται συναισθηματικά όταν αυτό πεθαίνει από τοξική δηλητηρίαση, με συνέπεια να αρχίσει να ψάχνει λίγο περισσότερο το θέμα «ζωοφιλία».

Σατιρική κομεντί πάνω στην παράδοση του American Beauty, του Little Miss Sunshine και του κινηματογράφου του Ουές Άντερσον, το σκηνοθετικό ντεμπούτο του σεναριογράφου του School of Rock και του Nacho Libre είναι μια γλυκόπικρη ματιά στη μοναξιά, την κενότητα, την υποκρισία, αλλά και το βαθύ ανθρώπινο δράμα πίσω από την φαινομενικά γυαλιστερή ζωή του μέσου Αμερικάνου. Η ταινία εστιάζει πάνω στο θέμα της προστασίας των ζώων και των δικαιωμάτων τους, ένα θέμα πολύ σημαντικό και εξίσου παραμελημένο. Η τελείως προβλέψιμη χολιγουντιανή δραματουργική καμπύλη δεν αποφεύγεται, το κέντρισμα όμως μένει, και αυτό είναι ένα μεγάλο κέρδος.

Σύμφωνα με τον «μπουρλοτιέρη» του Videodrome, τον Τριαντάφυλλο Μποσταντζή, θα πρέπει να σταματήσουμε να γράφουμε για ταινίες και να αρχίσουμε να γράφουμε για ιδέες. «Γράφουμε αυτό που είμαστε», ισχυρίζεται στο προηγούμενο τεύχος. Σωστά. Γι’ αυτό κι εγώ, που δεν είμαι κατά βάθος παρά ένας συγκαταβατικός αστός, ασκημένος να ανέχομαι τα πάντα και να σέβομαι τους πάντες, δεν μπορώ να βγω και να γράψω «αρχίστε να νοιάζεστε για τα ζώα», «χιλιάδες ζώα υποφέρουν αυτή τη στιγμή φρικτά βασανιστήρια σε πειραματικά εργαστήρια βιομηχανιών (όχι απαραίτητα για το καλό της ιατρικής, όχι, αυτό συχνά είναι το άλλοθι. Πάρα πολλά ζώα πεθαίνουν με ανυπόφορους πόνους μόνο και μόνο για χάρη μιας καλύτερης απόχρωσης κραγιόν, φερ’ ειπείν)» και άλλα παρόμοια. Σε καμία περίπτωση δεν θα ήθελα να σας ανησυχήσω με απόψεις όπως ότι «η σύγχρονη εντατική κτηνοτροφική βιομηχανία έχει μετατρέψει τα ζώα σε άψυχες κρεατομηχανές με άγνωστες συνέπειες ακόμα και για την υγεία μας (θυμηθείτε τη νόσο Kreuzfeld-Jacobs)», όχι, μακριά από μας αυτά. Εμείς εδώ γράφουμε μόνο για ταινίες και σεβόμαστε απόλυτα όλους εσάς, που ξέρετε πολύ καλά για τον εαυτό σας πού ακριβώς πρέπει να στρέψετε τα ενδιαφέροντά σας και πού όχι. Δεν θα σας το πούμε εμείς. Έχετε διαβάσει το αριστουργηματικό «Τι ωραίο πλιάτσικο» του Τζόναθαν Κόου και ξέρετε. Όσο για εδώ, δεν έχουμε παρά μια ακόμα χαζοαμερικάνικη ταινιούλα η οποία, σύμφωνα με τον cheaplog του Movies for the Masses, δεν κάνει τίποτ’ άλλο «από το να αναλύει εξαιρετικά επίπονα και επανειλημμένα ότι όλες αυτές που βλέπεις να μαζεύουν 15 σκύλους και να ζουν όλη μέρα μαζί τους είναι τόσο πυροβολημένες όσο φαντάζεσαι, και ακόμα περισσότερο». Έτσι μπράβο. Κάτι πυροβολημένοι είναι οι φιλόζωοι. Τώρα μπορούμε να κοιμηθούμε ήσυχοι.

****

16.10.08

ΤΥΧΕΡΗ ΚΙ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΗ


HAPPY-GO-LUCKY

Σκηνοθεσία: Μάικ Λι
Παίζουν: Σάλι Χόκινς, Έντι Μαρσάν, Αλέξις Ζέγκερμαν


Εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα φιλμικό σύμπαν που απαρτίζεται από δύο ομόκεντρες σφαίρες. Η εσωτερική σφαίρα αποτελεί τον μικρόκοσμο της ηρωίδας της ταινίας, της τριαντάρας δασκάλας Πόπι, η οποία είναι πάντα χαμογελαστή και γεμάτη θετική ενέργεια, πάντα πρόθυμη να κοιτάξει τον συνάνθρωπό της στα μάτια και να επικοινωνήσει μαζί του, μια διάνοια αμόλυντη από ευρύτερους πολιτικούς προβληματισμούς. Η έξω σφαίρα περικλείει αυτήν ακριβώς την ευρύτερη κοινωνία, η οποία βρίσκεται σε ένα είδος τεκτονικής τριβής με τον μικρόκοσμο της ηρωίδας, διεισδύει απειλητικά σ’ αυτόν, δοκιμάζει τις αντοχές του. Αυτή η σύγκρουση προσωπικής έναντι πολιτικής σφαίρας, εισάγεται ήδη από την πρώτη σκηνή της ταινίας: Η Πόπι μπαίνει να χαζέψει σ’ ένα βιβλιοπωλείο και, όσο φιλικά κι αν συμπεριφέρεται στον πωλητή, αυτός την αντιμετωπίζει με πρωτόγνωρη ψυχρότητα. Επιπλέον, όταν φεύγει, διαπιστώνει ότι της έχουν κλέψει το ποδήλατο. Όσο τυχερή κι αν είσαι, λοιπόν, όση θετική ενέργεια κι αν εκλύεις, βρίσκεσαι κι εσύ εκτεθειμένη στην κακία ενός κόσμου που υπερβαίνει το άτομο και κινείται από αδιόρατες και ανεξέλεγκτες δυνάμεις. Μικρά παιδιά εμφανίζουν βίαιη συμπεριφορά, στους δρόμους ψυχωσικοί losers παραμιλούν χαμένοι στο δικό τους κόσμο, ενώ άλλοι, φαινομενικά «νορμάλ», αποδεικνύονται βυθισμένοι σε μια από τις γνωστότερες ψυχασθένειες του καιρού μας, τη συνωμοσιολαγνεία και τις τάσεις καταδίωξης. Απέναντι σε όλα αυτά αρκεί το ζεστό χαμόγελο και η ανθρωπιά μια απλής δασκαλίτσας; Μάλλον όχι. Αν όμως η ανθρωπιά δεν είναι συνθήκη ικανή, ο Μάικ Λι, ο μεγαλύτερος ίσως σύγχρονος άγγλος σκηνοθέτης, μοιάζει να μας λέει ότι είναι σίγουρα αναγκαία. Σε έναν κόσμο που η Πόπι κι οι φιλενάδες της αδυνατούν να διακρίνουν τα αόρατα νήματα, η μεταξύ τους σχέση μοιάζει να αποτελεί το απόλυτο και οριστικό αποκούμπι. Ο έλεγχος της ζωής μας ξεγλιστράει από τα χέρια μας, έχουμε απωλέσει την ικανότητα να κατανοούμε τον κόσμο, μας απομένει όμως η δύναμη της αγάπης. Αυτό το τελευταίο αποκούμπι είναι που κάνει την Πόπι τυχερή κι ευτυχισμένη. Μακάρι κι εμάς…

****

1.10.08

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΜΠΡΑΪΤΣΧΕΝΤ


BRIDESHEAD REVISITED


Σκηνοθεσία: Τζούλιαν Τζάρολντ

Παίζουν: Μάθιου Γκουντ, Τζούλια Φλάιτ, Μπεν Γουίσοου, Έμα Τόμπσον


Ουκ ολίγοι συμπατριώτες μας διακατέχονται από την πεπλανημένη άποψη ότι στην Αγγλία ανθεί ιδιαιτέρως η ομοφυλοφιλία – φοβάμαι ότι με κάτι τέτοιες ταινίες θα αυξηθούν ακόμα περισσότερο. Κι αυτό γιατί ό,τι θελκτικότερο έχει να επιδείξει η συγκεκριμένη ταινία, η οποία εκτυλίσσεται στην Αγγλία του μεσοπολέμου, είναι ο χαρακτήρας του Σεμπάστιαν, ενός εκκεντρικού θηλυπρεπή φοιτητή της Οξφόρδης, γόνου πάμπλουτης οικογένειας, ο οποίος ανήκει στους «σοδομίτες», μια φοιτητοπαρέα ηδονιστών party animals της εποχής. Αυτός ο Σεμπάστιαν, λοιπόν, αποφασίζει για άγνωστους λόγους να εμπλέξει στα δίχτυα της γοητείας του τον Τσαρλς, τον μικροαστό ήρωα της ταινίας μας, και να τον μυήσει στα άδυτα του Μπράιτσχεντ, της οικογενειακής τους έπαυλης. Ανάμεσα στα εκθέματα του τυπικού αυτού κτίσματος της αγγλικής υπαίθρου συγκαταλέγεται και η Τζούλια, η γοητευτική αδελφή του Σεμπάστιαν, οπότε ο Τσαρλς θα βρεθεί αίφνης διχασμένος ανάμεσα στα δυο αδέλφια. Μην περιμένετε όμως τίποτε φωναχτά δράματα, μίση, έρωτες και πάθη. Γιατί ο Τσαρλς αποτελεί την προσωποποίηση του έτερου κλισέ περί Άγγλων: Είναι συγκαταβατικός, ευγενικός, και παντελώς αδιαπέραστος. Όχι μόνο από τους άλλους ήρωες, αλλά κι από μας τους θεατές. Είναι παντελώς αδύνατο να καταλάβει κανείς τι ακριβώς θέλει, σκέφτεται, ή νιώθει αυτός ο άνθρωπος. Αφήστε που είναι και παντελώς γλυκανάλατος. Κι από τη στιγμή που η ταινία διαπράττει το ατόπημα να εγκαταλείψει κάπου στο Μαρόκο τον Σεμπάστιαν, μοναδικό πικάντικο στοιχείο της, και να μην ξαναεπιστρέψει ποτέ σ’ αυτόν, καταντάει εξίσου νερόβραστη με τον Τσαρλς. Με τον οποίο παλινδρομούμε μεταξύ ποικίλων προβληματισμών, όπως θρησκευτική πίστη, μητρική καταπίεση, ομοφυλοφιλία, κοινωνικός αριβισμός, προβληματισμοί οι οποίοι όμως απομένουν παντελώς ξεκρέμαστοι κι ανολοκλήρωτοι. Τελικά, μόνο θέμα της ταινίας μοιάζει να αναδεικνύεται ακριβώς αυτός ο τυπικός αγγλικός χαρακτήρας: συγκαταβατικός, μπλαζέ, ικανός να θυσιάσει και το εντονότερο συναίσθημα στο όνομα της ευπρέπειας και του understatement. Μπορεί όμως άραγε να ενδιαφέρουν όλ’ αυτά οποιονδήποτε δεν συνηθίζει να τρώει για πρωινό τοστ με φασόλια;


*

14.9.08

THE SAVAGES


Σκηνοθεσία: Ταμάρα Τζένκινς
Παίζουν: Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν, Λόρα Λίνεϊ, Φίλιπ Μπόσκο
ΗΠΑ, 2007. Διάρκεια: 113΄


Υπάρχουν δύο είδη κινηματογράφου: Αυτός που μας βοηθάει να ξεφύγουμε, προσωρινά έστω, απ’ όσα τυχόν δυσάρεστα αντιμετωπίζουμε, κι αυτός που μας αναγκάζει να τα κοιτάξουμε κατάματα και να τα αντιμετωπίσουμε. Με άλλα λόγια, ο κινηματογράφος της φυγής και ο κινηματογράφος του προβληματισμού. Ο πρώτος είναι ίσως πιο ευχάριστος, ο δεύτερος όμως μάλλον πιο ωφέλιμος. Επιλέξαμε να ξεκινήσουμε τη φετινή σεζόν με μια πρόταση που ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Πρόκειται για μια ταινία που, αν και δεν προβλήθηκε στην πόλη μας, πραγματοποίησε μια πολύ καλή πορεία στο εξωτερικό και προτάθηκε επαξίως για δύο Όσκαρ, το πρώτου γυναικείου ρόλου για την ερμηνεία της Λόρα Λίνεϊ και το πρωτότυπου σεναρίου, το οποίο έγραψε η ίδια η σκηνοθέτιδα, αν και θα άξιζε οπωσδήποτε και μια τρίτη πρόταση, στην κατηγορία του πρώτου ανδρικού ρόλου, όπου νομίζουμε ότι ο Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν πραγματοποιεί την καλύτερη ίσως ερμηνεία της καριέρας του. Η ταινία περιστρέφεται γύρω από ένα θέμα παραμελημένο, που είναι η φροντίδα των ηλικιωμένων που αδυνατούν πλέον να φροντίσουν τον εαυτό τους. Επιπρόσθετα, το εντάσσει μέσα σε ένα πλαίσιο δυσλειτουργικής οικογένειας, που έχει προκαλέσει χρόνια προβλήματα, άγχη, ανασφάλειες και νευρώσεις στα μέλη της. Ο Τζον και η Γουέντι είναι δυο αδέλφια γύρω στα σαράντα, ανύπαντροι και οι δύο, που διατηρούν τυπικές και όχι ουσιαστικές σχέσεις μεταξύ τους, και αναγκάζονται να έρθουν αντιμέτωποι ο ένας με τον άλλο, αλλά και με το κοινό τους παρελθόν, όταν ειδοποιούνται ότι ο πατέρας τους έχει εμφανίσει γεροντική άνοια και θα πρέπει να αναλάβουν την γηροκόμησή του. Παρόλο το «δυσάρεστο» θέμα της, η ταινία καταβάλει συνειδητές και επιτυχημένες προσπάθειες να αποφύγει το μελοδραματισμό, ενώ παράλληλα ένα ειρωνικό, σαρδόνιο χιούμορ αγγλικού τύπου κάνει αρκετά συχνά αισθητή την παρουσία του, αποσπώντας κάποια απολύτως απαραίτητα μειδιάματα. Η ατμόσφαιρα πάντως παραμένει μουντή από την αρχή μέχρι το τέλος, οι ρυθμοί αργοί, η υπόθεση κατά διαστήματα υποτυπώδης. Απομένει γυμνή η ίδια η αμείλικτη πραγματικότητα, η αναπόφευκτη μοίρα του ανθρώπου, που είναι η πορεία προς το μαρασμό και το θάνατο και η υποχρέωση όλων μας να την αντιμετωπίσουμε όσο ωριμότερα μπορούμε. Παράλληλα, η ταινία, χάρη στο οξυδερκές σενάριό της και τις υπέροχες ερμηνείες του ζεύγους Χόφμαν-Λίνεϊ, προσθέτει ορισμένα σπαρακτικά στιγμιότυπα στην πλούσια κινηματογραφική ανθολογία από σκηνές με μέλη δυσλειτουργικών οικογενειών που αδυνατούν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους…


***

19.6.08

ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ


ACROSS
THE UNIVERSE



Σκηνοθεσία: Τζούλι Τέιμορ
Παίζουν: Τζιμ Στάρτζες, Ίβαν Ρέιτσελ Γουντ, Τζο Άντερσον, Ντάνα Φουκς
ΗΠΑ, 2007. Διάρκεια: 131΄


Όχι ένα και δύο, αλλά 33 ολόκληρα τραγούδια των θρυλικών «Σκαθαριών» σε νέες, φρέσκιες εκτελέσεις παρελαύνουν οπτικοποιημένα μπροστά από τα μάτια μας σ’ αυτό το πολύχρωμο, νεανικό μιούζικαλ, που επιχειρεί μια τοιχογραφία της ταραγμένης περιόδου των τελών της δεκαετίας του ’60 βασισμένη πάνω στο έργο των Μπιτλς.

Πρόκειται για μια φιλόδοξη απόπειρα, που στέφεται από απόλυτη επιτυχία τόσο στο οπτικό όσο και στο μουσικό κομμάτι της. Οι νεαροί πρωτοεμφανιζόμενοι πρωταγωνιστές ερμηνεύουν τα τραγούδια με έναν τρόπο που καταφέρνει να συνδυάσει στην κατάλληλη αναλογία τον απαραίτητο σεβασμό στις αρχικές εκτελέσεις από τη μια, με την καινοτομία και την ανάδειξη των τραγουδιών από μια διαφορετική σκοπιά από την άλλη. Εξυπακούεται ότι άπαντες διαθέτουν τα απαραίτητα φωνητικά προσόντα, ενώ και οι υποκριτικές τους ικανότητες είναι κάτι παραπάνω από επαρκείς.

Οπτικά η ταινία θυμίζει πυροτέχνημα φαντασίας, χρώματος και φωτός. Τα τραγούδια ενσωματώνονται οργανικά μέσα στην πλοκή και δεν θυμίζουν επ’ ουδενί βίντεο-κλιπ. Αποκτούν όλα σαφές και καινούριο νόημα, που αναδεικνύει και τα ίδια τα τραγούδια και την ταινία. Αξίζει να σταθούμε ιδιαίτερα στο “I Want you”, που συσχετίζεται με τη διαδικασία στρατολόγησης για τον πόλεμο του Βιετνάμ και εκφράζει με άκρως γλαφυρό και ευφάνταστο τρόπο την αίσθηση παγίδευσης και αποκτήνωσης του νεαρού κληρωτού που καλείται να γίνει το φρέσκο κρέας στην κρεατομηχανή του πολέμου, αλλά και στο “I am the Walrus”, που ερμηνεύεται από τον Μπόνο σε μια εμφάνιση-έκπληξη και παραπέμπει σε ψυχεδελικό όνειρο που εξελίσσεται σε κάποια μαγική υποβρύχια ουτοπία.

Όπως συχνά συμβαίνει με τα μιούζικαλ, το αδύνατο σημείο είναι το σενάριο. Πρόκειται για μια στοιχειώδη, απλοϊκή ιστορία, που τραβάει σε μάκρος αρκετά μεγαλύτερο από τις αντοχές της προσοχής μας, δεν αναδεικνύει επαρκώς τους χαρακτήρες, και διακατέχεται από μια αφελή και επιφανειακή αντίληψη της ιστορίας. Απουσιάζει η εμβάθυνση, ή έστω η διαφορετική ματιά στο αντιπολεμικό κίνημα, τις φοιτητικές εξεγέρσεις και την εναλλακτική κουλτούρα των ’60s. Αυτό που υπάρχει είναι μια τοιχογραφία πλούσια μεν, επιφανειακή δε. Μια σειρά από εικόνες που απλά περνούν, αλλά δεν αγγίζουν τον θεατή.

Η ταινία φαίνεται τελικά πως απευθύνεται κυρίως στο μαθητικό κοινό, για το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει μια ευσύνοπτη εισαγωγή στο έργο των Μπιτλς και την ιστορία των εξεγέρσεων των ’60s. Όσοι θεωρούν εαυτούς ειδήμονες στα ανωτέρω θέματα πιθανόν να νιώσουν ότι παρακολουθούν κάτι παιδιάστικο ή αφελές. Κανείς όμως δεν μπορεί να αρνηθεί ότι πρόκειται για μια πλούσια, φιλόδοξη δουλειά, με εξαιρετικές μουσικές εκτελέσεις και υπέροχες εικόνες. Η ταινία συνοδεύεται μάλιστα κι από δεύτερο dvd, στο οποίο περιέχονται ολόκληρες και οι 33 εκτελέσεις, καθώς και σχόλια της σκηνοθέτιδας και των υπόλοιπων συντελεστών.


***

29.5.08

ΣΚΟΥΡΟ ΜΠΛΕ ΣΧΕΔΟΝ ΜΑΥΡΟ


Azuloscurocasinegro / DARKBLUEALMOSTBLACK


Σκηνοθεσία: Ντάνιελ Σάντσεζ Αρεβάλο
Παίζουν: Κιμ Γκουτιέρεζ, Χέκτορ Κολόμε, Μάρτα Ετούρα, Αντόνιο ντε λα Τόρε
Ισπανία, 2006. Διάρκεια: 105΄


Βασιζόμενος πάνω στη στέρεα παράδοση του ισπανικού μελοδράματος και του κινηματογράφου του Αλμοδόβαρ, ο πρωτοεμφανιζόμενος Αρεβάλο μας παρουσιάζει μια νεανική ταινία, που καταγράφει με περισσή αυτοπεποίθηση και ιδιαίτερη γλαφυρότητα όλη τη συναισθηματική σύγχυση, το μπέρδεμα, την πίεση και τη δυσκολία της επαγγελματικής αποκατάστασης των σημερινών εικοσιπεντάρηδων. Ο Αρεβάλο, φρονίμως ποιών, επιλέγει έναν εξαιρετικά συμπαθή κεντρικό ήρωα, τον Χόρχε, έναν νεαρό που φροντίζει μόνος του τον κατάκοιτο πατέρα του, ενώ παράλληλα σπουδάζει δι’ αλληλογραφίας διοίκηση επιχειρήσεων και εργάζεται σαν θυρωρός-επιστάτης, μια θέση που με βαριά καρδιά κληρονόμησε από τον πατέρα του. Δύσκολα εντοπίζει κανείς ψεγάδι στον ήρωα αυτόν, που αντεπεξέρχεται με αξιοπρόσεκτη καρτερία σε όλες τις δυσκολίες της ζωής, προσπαθεί να είναι πάντα σε επαφή με τα συναισθήματά του, να είναι ειλικρινής με τους φίλους του, και βοηθά και τον μεγαλύτερο αδελφό του, ο οποίος βρίσκεται έγκλειστος στη φυλακή και του επιφυλάσσει ένα παράξενο, αμιγώς «αλμοδοβαρικό» αίτημα: Ζητάει από τον Χόρχε να αφήσει έγκυο την επίσης έγκλειστη φίλη του, καθώς ο ίδιος είναι στείρος, προκειμένου να μπορέσει να μεταφερθεί στην πτέρυγα των μητέρων, όπου οι συνθήκες κράτησης είναι πολύ καλύτερες. Ο Χόρχε, με βαριά καρδιά είν’ αλήθεια, δέχεται να κάνει το «ψυχικό», κάτι που θα έχει βέβαια σημαντικές συναισθηματικές συνέπειες για όλους. Στην ιστορία εμπλέκονται επίσης η Ναταλία, γειτόνισσα και παιδικός έρωτας του Χόρχε, η οποία επιστρέφει μετά την ολοκλήρωση των σπουδών της στη Γερμανία, καθώς και ο κολλητός του Ίσραελ, ο οποίος περνά την ώρα του στην ταράτσα της πολυκατοικίας, φωτογραφίζοντας με τηλεφακό τα όσα διαδραματίζονται στον απέναντι χώρο μασάζ, ο οποίος προσφέρει ιδιαίτερες υπηρεσίες σε ομοφυλόφιλους άνδρες. Ο Αρεβάλο κινηματογραφεί με σίγουρο χέρι, η φωτογραφία είναι υπέροχη, με ξεκάθαρα περιγράμματα και έντονες αντιθέσεις, χωρίς τις χρωματικές υπερβολές του Αλμοδόβαρ, ενώ το ευφάνταστο μοντάζ ανακατεύει την τράπουλα της αφήγησης, φωτίζοντας την ιστορία από διάφορες οπτικές γωνίες, με ευεργετικό αποτέλεσμα τη διέγερση των εγκεφαλικών μας κυττάρων. Αυτό όμως που εντυπωσιάζει τελικά είναι ο ενδόμυχος συντηρητισμός που εκπέμπει το όλο εγχείρημα. Σκούρο μπλε σχεδόν μαύρο είναι το χρώμα του κουστουμιού που ονειρεύεται πως φοράει ο Χόρχε στην ιδεατή δουλειά στελέχους σε επιχείρηση. Δυστυχώς όμως, θυρωρός είναι και θυρωρός θα παραμείνει. Και το μόνο που μπορεί να κάνει, φαίνεται να μας λέει η ταινία, είναι να συμβιβαστεί με την ιδέα. Προτεραιότητα έχουν οι αξίες της κοινωνικής συνοχής και της οικογένειας, η οποία προστατεύει τη δική της συνοχή εφαρμόζοντας πιστά το αρχαίο ρητό «τα εν οίκω μη εν δήμω», όπως φαίνεται στην εξαιρετική σκηνή του Ίσραελ με τη μητέρα του. Να λοιπόν που έφτασε και ο ευρωπαϊκός κινηματογράφος στο σημείο όπου νεανικότητα και συντηρητισμός θα ταυτίζονται…


***

22.5.08

ΕΝΑΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΕ ΜΙΑ ΚΗΔΕΙΑ


DEATH AT A FUNERAL


Σκηνοθεσία: Φρανκ Οζ
Παίζουν: Μάθιου Μακφέιντεν, Ρούπερτ Γκρέιβς, Άλαν Τάντικ, Άντι Νάιμαν
Βρετανία, 2007. Διάρκεια: 90΄


Σε μια μεγαλοαστική κηδεία στην αγγλική εξοχή, απ’ αυτές που κανείς δεν παρεκτρέπεται σε υπερβολικούς οδυρμούς και όλοι είναι τόσο τυπικά Άγγλοι στον καθωσπρεπισμό τους, μια σειρά από όχι-και-τόσο-καθώς-πρέπει καταστάσεις αρχίζει να ξετυλίγεται. Τα ευτράπελα ξεκινούν με την παράδοση του λάθος πτώματος, για να συνεχιστούν με την εκ παραδρομής κατανάλωση ισχυρών παραισθησιογόνων χαπιών από ένα συγγενή, και να αποκορυφωθούν σε ένα θεότρελο ξέσπασμα, όπου όλες οι αναποδιές και τα προβλήματα συγκλίνουν, περίεργοι ήχοι ακούγονται μέσα από το φέρετρο, γυμνοί άντρες περιφέρονται στη στέγη, ενώ ένας γηραιός θείος σε αναπηρικό καροτσάκι έχει ξεχαστεί στην τουαλέτα.


Όλα αυτά ακούγονται πράγματι πολύ αστεία. Η συνταγή βασίζεται ουσιαστικά στο σύγχρονο, τυπικά αμερικάνικο χιούμορ της χοντροκομμένης φάρσας και των σκατολογικών αστείων, με δόσεις από το εξόχως αγγλικό είδος της κωμωδίας δωματίου, όπου διακωμωδούνται τα ήθη και οι μανιερισμοί της «καλής κοινωνίας». Το σενάριο είναι καλογραμμένο, με αστεία κάθε μορφής και τύπου, λεκτικά, οπτικά, γελοίες γκριμάτσες και περιττώματα που καταλήγουν στα λάθος σημεία. Κι όμως, το τελικό αποτέλεσμα είναι μάλλον άρρυθμο κι αμήχανο, αφήνει μεν μια σχετικά ευχάριστη γεύση, αλλά και ουκ ολίγους πόθους ανεκπλήρωτους.


Ένα βασικό πρόβλημα εντοπίζεται στις ερμηνείες. Όχι πως το καστ δεν είναι καλό, το αντίθετο μάλιστα. Υπάρχει όμως διάχυτη μια αμηχανία, μια σοβαροφάνεια. Με εξαίρεση τον Άλαν Τάντικ, που ερμηνεύει τον «φτιαγμένο» με τα παραισθησιογόνα και αποδύεται σε ένα ρεσιτάλ από αστείους μορφασμούς και σουρεάλ ατάκες (αστείο του οποίου γίνεται όμως μια χονδροειδής υπερεκμετάλλευση και καταλήγει κουραστικό), οι υπόλοιποι πρωταγωνιστές μοιάζουν σαν να αγνοούν ότι παίζουν σε κωμωδία. Περιφέρονται αμήχανοι, ιδιαίτερα ο Μάθιου Μακφέιντεν και ο Ρούπερτ Γκρέιβς, που ερμηνεύουν τους δυο γιούς του μακαρίτη, σαν να πιστεύουν ότι η αντίθεση μεταξύ της φαινομενικής σοβαρότητάς τους και της γελοιότητας των καταστάσεων που βιώνουν θα προκαλέσει το επιθυμητό κωμικό αποτέλεσμα. Δυστυχώς, δεν τους βγαίνει. Γιατί είναι όντως αστείο, έστω και χιλιοπαιγμένο, να διαπιστώνεις ότι το φέρετρο που τοποθετούν ιεροπρεπώς μπροστά σου δεν περιέχει τον πατέρα σου, αν όμως παιχτεί με τη σοβαρότητα, την υποτονικότητα και το φλέγμα του Μακφέιντεν, καταλήγει να έχει υποπολλαπλάσιο κωμικό αποτέλεσμα.


Όχι πως και η σκηνοθεσία του βετεράνου Φρανκ Οζ δεν βάζει το χεράκι της. Και εκεί παρατηρούμε μια αμήχανη προσέγγιση, με ένα μοντάζ όχι επαρκώς σβέλτο, ώστε να αναπαράγει τον απαιτούμενο παλμό των κωμικοτραγικών περιστάσεων. Σαν ένα τραγούδι που παίζεται έναν τόνο πιο αργά απ’ ό,τι θά ’πρεπε. Στο τέλος ο συγχρονισμός χάνεται και το αποτέλεσμα φαλτσάρει. Θα ήταν άδικο πάντως να μην αναγνωρίσουμε ότι τελικά η ταινία καταφέρνει να πάρει μπροστά, για να καταλήξει σε ένα αξιομνημόνευτο φινάλε, όπου πλέον ο ρυθμός αποκτά την απαραίτητη σβελτάδα και τα γέλια βγαίνουν αβίαστα. Είχαμε ίσως αυξημένες προσδοκίες απ’ αυτή την κωμωδία, καθημερινά όμως αποδεικνύεται πόσο δύσκολο είδος είναι τελικά.


**

25.4.08

ΑΙΝΙΓΜΑΤΙΚΑ ΜΥΣΤΙΚΑ


CONFESSION OF PAIN / SEUNG SING


Σκηνοθεσία: Andrew Lau & Alan Mak
Παίζουν
: Tony Leung, Takeshi Kaneshiro, Jinglei Xu, Qi Shu
Χονγκ Κονγκ, 2006. Διάρκεια: 109΄


Έχω ακούσει άπειρες φορές λοιδορίες εναντίον των ελλήνων διανομέων για τους αυθαίρετους τίτλους που διαλέγουν για να μας παρουσιάσουν ξένες ταινίες, αλλά σπανίως ακούω μια καλή κουβέντα, όταν καταφέρνουν να βρουν έναν τίτλο καλύτερο κι από τον πρωτότυπο. Ε, λοιπόν, αυτή τη φορά τα κατάφεραν περίφημα. Η ταινία που σας παρουσιάζουμε σήμερα δεν είναι ούτε «πονεμένη εξομολόγηση» (όπως μας πληροφορεί ο τίτλος με τον οποίο εισάγεται σε Ευρώπη και Αμερική), ούτε «θλιμμένη πόλη» (όπως μεταφράζεται ο κινέζικος τίτλος της “Seung Sing”). Είναι μια ταινία με θέμα της κάποια καλά θαμμένα μυστικά, που κάποιοι προσπαθούν να ξεσκεπάσουν και κάποιοι άλλοι να συγκαλύψουν˙ σε κάθε περίπτωση πάντως παραμένουν αινιγματικά. Ακατανόητα. Και δεν αγγίζουν επ’ ουδενί το θεατή. Πώς λέμε «πέρασε και δεν ακούμπησε»; Κάτι τέτοιο.


Ο Μπονγκ είναι ένας ιδιωτικός ντετέκτιβ, πρώην αστυνομικός και νυν αλκοολικός, ο οποίος κατατρύχεται από την αυτοκτονία της εγκύου γυναίκας του. Κάποια στιγμή η Σούζαν, σύζυγος του Χέι, αρχηγού της Αστυνομίας και παλιού φίλου του Μπονγκ, θα του αναθέσει να εξιχνιάσει την υπόθεση της δολοφονίας του πλούσιου πατέρα της, η οποία έχει κλείσει εσπευσμένα ως περίπτωση ληστείας από δυο γνωστούς κακοποιούς οι οποίοι αργότερα βρέθηκαν νεκροί. Ο Μπονγκ καταδύεται στο παρελθόν, προκειμένου να διερευνήσει τα πραγματικά κίνητρα πίσω από έναν τέτοιο φόνο. Κι ανακαλύπτει κάποια «αινιγματικά μυστικά», τα οποία δεν θα διαλευκανθούν, ούτε καν με το τέλος της ταινίας. Θα παραμείνουν εκκρεμή, δείγματα ενός αμήχανου και ασυνάρτητου σεναρίου, που δεν καταφέρνει να αποσπάσει πολύ από το ενδιαφέρον μας…


Τώρα θα αναρωτηθείτε ίσως τι το θετικό βρίσκουμε σ’ αυτή την ταινία, εκτός του γλαφυρού της τίτλου. Λένε, λοιπόν, πως οι διευθυντές φωτογραφίας δεν τα καταφέρνουν σχεδόν ποτέ όταν στρέφονται στη σκηνοθεσία. Ο λόγος είναι ότι αδυνατούν να κατανοήσουν την προτεραιότητα της σημασίας της αφήγησης έναντι της οπτικής ομορφιάς. Εδώ έχουμε μια τέτοια περίπτωση. Ο σκηνοθέτης Άντριου Λάου ξεκίνησε σαν διευθυντής φωτογραφίας, και στράφηκε αργότερα στη σκηνοθεσία, έγινε δε γνωστός με τις διαβόητες «Εσωτερικές υποθέσεις», ριμέικ των οποίων αποτελεί ο «Πληροφοριοδότης» του Μάρτιν Σκορσέζε. Αργότερα γύρισε την “Daisy”, μια καλή ταινία, την οποία σας παρουσιάσαμε από τούτην εδώ τη στήλη τον περασμένο Σεπτέμβριο. Τη φορά αυτή όμως, ο Λάου εγκαταλείπει παντελώς την μέριμνα της αφήγησης και απορροφάται πλήρως από τη σαγήνη της εικονοπλασίας. Μιλάμε για ένα Χονγκ Κονγκ βγαλμένο από κάποιο όνειρο, άδειο, στιλπνό, ημιφωτισμένο, μια μεγαλούπολη γεμάτη φώτα από νέον και ατμοσφαιρικά μπαρ. Η δε σκηνοθεσία είναι εξίσου περίτεχνη, γεμάτη κόλπα και εφέ, με μια κάμερα σε μια διαρκή ανεπαίσθητη κυκλωτική κίνηση και διάφορα ευφάνταστα περάσματα από το παρόν στο παρελθόν και τανάπαλιν. Το πρόβλημα όμως είναι ότι το όλο εγχείρημα απομένει κενόδοξο, καθότι οι χαρακτήρες και τα όσα ακατάληπτα τους συμβαίνουν μας αφήνουν αν όχι τελείως αδιάφορους, πάντως σίγουρα αμήχανους κι απορημένους. Πάντως, το οπτικό κομμάτι τ’ αξίζει τα λεφτά του…


**

17.4.08

ΦΤΑΝΕΙ ΝΑ ’ΜΑΣΤΕ ΜΑΖΙ


ENSEMBLE, CEST TOUT


Σκηνοθεσία: Κλοντ Μπερί
Παίζουν: Οντρέι Τοτού, Γκιγιόμ Κανέ

Γαλλία, 2007. Διάρκεια: 97΄


Όσοι από σας τυχόν ταυτίζετε τον γαλλικό κινηματογράφο με τις λεγόμενες «κουλτουριάρικες», ή «καλλιτεχνικές» ταινίες, να ξέρετε ότι πλανάσθε πλάνη οικτρά. Η Γαλλία διαθέτει μια από τις μεγαλύτερες κινηματογραφικές βιομηχανίες του κόσμου, μετά τις ΗΠΑ και την Ινδία, με τεράστιες ικανότητες να αναγεννάται από τις στάχτες της και να κατασκευάζει θελκτικά προϊόντα, σε διάφορες μορφές και μεγέθη, για το ευρύ κοινό. Μια τέτοια ταινία σας παρουσιάζουμε σήμερα. Κοινώς, μια ταινία για «ξεμπούκωμα». Τι εστί ξεμπούκωμα; Διευκρινίζουμε: «Ο πνευματικός αυνανισμός είναι κάποιες φορές απαραίτητος για να ξεμπουκώσει το μυαλό από ένα πλήθος νόρμες, συνήθως άχρηστες, που έχουν σωρευτεί μέσα του». Τάδε έφη Τριαντάφυλλος Μποστάντζης στο Videodrome του εξώστη, τεύχος 807. Πιστοί λοιπόν σ’ αυτή τη γραμμή, σας παρουσιάζουμε σήμερα το “ultimate ksempoukoma movie”, μια ταινία του γερο-Κλοντ Μπερί, άξιου συνεχιστή της παράδοσης του Ζαν Ρενουάρ (δε θέλω ειρωνικά χαμόγελα – ο Μπερί έχει Όσκαρ, ο Ρενουάρ όχι), με πρωταγωνιστή τον αρρενωπό σταρ Γκιγιόμ Κανέ. Ο περί ου ο λόγος παίδαρος είναι το αγόρι που πρωταγωνιστούσε στο Αγάπαμε αν τολμάς, που είχε προβληθεί με επιτυχία στις αίθουσες της πόλης μας πριν από μερικά χρόνια. Εκείνο το γλυκό αγόρι, λοιπόν, μεγάλωσε και έγινε ένα είδος Απόστολου Γκλέτσου της Γαλλίας. Μιλάμε για πολύ νταβρατίλα. Τα κορίτσια κάνουν ουρά έξω απ’ την κρεβατοκάμαρά του. Κι αυτός δίνει εντολές. «Σκύψε», «πιο γρήγορα», τέτοια πράγματα. Η καλύτερη όμως ατάκα που εκστομίζει, και που και μόνο εξαιτίας της η ταινία αξίζει να ανακηρυχθεί σε αδιαφιλονίκητο αριστούργημα της παγκόσμια φιλμογραφίας, είναι η εξής: «Αν είσαι καλό κορίτσι, την Τρίτη θα σε πηδήξω». Και δεν τη λέει σε καμιά τυχαία γκόμενα. Στην Οντρέι Τοτού τη λέει, την γλυκιά μας «Αμελί». Έτσι είναι, όμως. Κάτι τέτοια θέλουν να ακούνε κατά βάθος οι γυναίκες. Αν λοιπόν θέλετε να ξεμπουκώσετε από ένα πλήθος politically correct, δηλαδή άχρηστες, νόρμες που έχουν σωρευτεί μέσα σας, υποκύψτε στη γοητεία του φινετσάτου, μπρουτάλ αισθησιασμού του Γκιγιόμ Κανέ, αλλά και στη χαριτωμενιά της Τοτού, που τελικά καταφέρνει βεβαίως, ως είθισται σ’ αυτές τις περιπτώσεις, να δαμάσει το ατίθασο ετούτο αρσενικό. Τώρα, βέβαια, από σενάριο μην περιμένετε και πολλά πράγματα. Υπόθεση ουσιαστικά δεν υφίσταται. Υπάρχουν απλώς αυτός, αυτή, και η… γιαγιά του. Α, ναι, και ο συγκάτοικος. Και περιφέρονται ασκόπως, εκστομίζοντας ενίοτε κάποιες υπέροχες ατάκες. Γενικά όμως δεν συμβαίνει τίποτε. Όσο για τη σκηνοθεσία, ο Μπερί το ξέρει καλά το κόλπο: Ένα γενικό πλάνο, ένα κοντινό στον πρωταγωνιστή, ένα κι απ’ την απέναντι γωνία και ξεμπερδέψαμε. Όχι θα κάτσει να σκάσει. Έτσι βγαίνουν τα λεφτά. Και είχε εισπρακτική επιτυχία η ταινία, μη νομίζετε ότι σας προτείνουμε σαβούρα. 2,2 εκατομμύρια εισιτήρια έκοψε στη Γαλλία και 800 χιλιάδες στη Γερμανία, παρακαλώ…


Αξιολόγηση: *
Αξιολόγηση για ξεμπούκωμα: *****