13.12.07

ΛΕΟΝΤΕΣ ΑΝΤΙ ΑΜΝΩΝ


LIONS FOR LAMBS

Σκηνοθεσία: Ρόμπερτ Ρέντφορντ
Παίζουν
: Τομ Κρουζ, Μέριλ Στριπ, Ρόμπερτ Ρέντφορντ


Μπορείς να κάνεις μια κακή ταινία με ένα καλό μήνυμα; Φυσικά και μπορείς. Απόδειξη ετούτη εδώ η ταινία του προοδευτικού Ρόμπερτ Ρέντφορντ, με τις αγαθές, δημοκρατικές και φιλειρηνικές προθέσεις, ο οποίος όμως μας παραδίδει ένα εξάμβλωμα. Από πού ν’ αρχίσει και πού να τελειώσει κανείς; Από την στατικότητα που κυριαρχεί από την αρχή μέχρι το τέλος, ξεπερνώντας ακόμη και τις σαπουνόπερες της τηλεόρασης, καθώς όλη η ταινία αποτελείται ουσιαστικά από κεφάλια που μιλάνε, χωρίς καθόλου δράση, χωρίς τίποτα να κινείται, να εξελίσσεται, να προχωρά; Από τους αφελέστατους διαλόγους, ή μάλλον μονολόγους, τόσο του Τομ Κρουζ, ο οποίος υποδύεται έναν Ρεπουμπλικάνο Γερουσιαστή, όσο και του Ρόμπερτ Ρέντφορντ, ο οποίος υποδύεται έναν προοδευτικό καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης; Λουζόμαστε έναν μονόλογο του Κρουζ τετριμμένο ως εκεί που δεν πάει άλλο, και σαν να μην έφτανε αυτό, έχουμε να υπομείνουμε και τα reaction shots, τα πλάνα αντίδρασης, της Μέριλ Στριπ, η οποία υποδύεται μια επιφανή δημοσιογράφο που του παίρνει συνέντευξη και το μόνο που κάνει διαρκώς είναι να γέρνει το κεφάλι της έμπλεη ενδιαφέροντος. Κι ύστερα επιστρέφει στα γραφεία της εφημερίδας κι επακολουθεί ένας διάλογος με τον αρχισυντάκτη της, που ούτε πρωτοετείς φοιτητές Δημοσιογραφίας δεν θα κάνανε. Αμ ο Ρέντφορντ, που έχει βάλει κάτω έναν φοιτητάκο, πραγματικά το μόνο πιστευτό και συμπαθές πλάσμα όλης της ταινίας, και προσπαθεί να τον «αφυπνίσει» με ένα κοινότοπο λογίδριο που καταλήγει σε εκβιασμό («δραστηριοποιήσου στο αντιπολεμικό κίνημα αν θες καλό βαθμό» – μα την αλήθεια, πολύ προοδευτική πρακτική); Όσο για τις ερμηνείες, ο Τομ Κρουζ αναμασάει για νιοστή φορά την ίδια μανιέρα του φουσκωμένου διάνου, η Μέριλ Στριπ σπαταλιέται στα στοιχειώδη, κι ο Ρέντφορντ μάλλον βαριέται, αλλά σίγουρα δεν είναι ο μόνος, αφού, στο κάτω-κάτω, από την ταινία απουσιάζουν παντελώς οι αιχμές. Το όποιο αντιπολεμικό μήνυμα προκύπτει μόνον εμμέσως και συγκεκαλυμμένα, μην τυχόν και στενοχωρήσουμε κανέναν Ρεπουμπλικάνο και χάσουμε εισιτήρια. Κρατηθείτε μακριά!

6.12.07

SUGARTOWN: ΟΙ ΓΑΜΠΡΟΙ


Σκηνοθεσία: Κίμων Τσακίρης
Ελλάδα, 2006. Διάρκεια: 82΄


Υπόθεση: Ζαχάρω Ηλείας, λίγα χρόνια πριν τις καταστροφικές πυρκαγιές. Η κωμόπολη ξανααπασχολεί τα ΜΜΕ, αυτή τη φορά χάρη σε μια πρωτότυπη ιδέα του γνωστού δημάρχου της, Πανταζή Χρονόπουλου. Προκειμένου να εξασφαλίσει την επανεκλογή του, ο δήμαρχος προτείνει μια ριζοσπαστική λύση στο πρόβλημα των ανδρών της Ζαχάρως, οι οποίοι δεν βρίσκουν γυναίκες να παντρευτούν, καθώς οι νεαρές ντόπιες προτιμούν να μεταναστεύουν στις πόλεις. Τους υπόσχεται ένα ταξίδι σε χώρα της τέως Σοβιετικής Ένωσης προς ανεύρεση… νυφών. Στην ταινία παρακολουθούμε τις προετοιμασίες, το ταξίδι, το οποίο πραγματοποιήθηκε όντως τον Αύγουστο του 2005, τελικά προς την πόλη Κλιν της Ρωσίας, καθώς και τα επακόλουθά του…


Με μια ματιά: Εξαιρετικό ντοκιμαντέρ του Κίμωνα Τσακίρη, βραβευμένο στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, ξεφεύγει από τη συνήθη σοβαροφάνεια, το διδακτισμό και τη δημοσιογραφική λογική των ταινιών τεκμηρίωσης και, εκκινώντας από ένα «πιασάρικο» θέμα, τολμά μια βαθιά, ψύχραιμη, μα συνάμα και ευαίσθητη τομή στη χαίνουσα πληγή της ελληνικής επαρχίας, χωρίς μάλιστα σε καμία στιγμή να χάσει το χιούμορ του.


Παρόλο το «αβανταδόρικο» θέμα, τα πράγματα δεν ήταν καθόλου εύκολα για τον νεαρό Τσακίρη, κάτοχο διδακτορικού στις Διεθνείς Οικονομικές Σχέσεις από το Πανεπιστήμιο του Μάαστριχτ. Έπρεπε να αποφύγει μια σειρά από παγίδες: Πρώτα απ’ όλα να μην προκαλέσει γέλιο εις βάρος των ηρώων του. Ύστερα, να μην σχηματοποιήσει ή απλοποιήσει το πρόβλημά τους. Να προσπαθήσει αντίθετα να αναδείξει όσο γίνεται περισσότερες από τις πτυχές του. Να αποφύγει τέλος το διδακτισμό, τον καταγγελτικό τόνο, αλλά και, σημαντικότερο ίσως όλων, τη βαρεμάρα. Κι όλ’ αυτά προσπαθώντας παράλληλα να υιοθετήσει μια μοντέρνα κινηματογραφική γλώσσα, έξω από τα κλισέ και τις γνώριμες φόρμες των συμβατικών ντοκιμαντέρ. Ε, λοιπόν, τα κατάφερε σε όλα!


Ο Τσακίρης, μετά από σκληρή προετοιμασία χρόνων, κατά την οποία παρέμεινε επί μακρόν στη Ζαχάρω, ζώντας από πρώτο χέρι τα προβλήματα των κατοίκων της και κερδίζοντας την εμπιστοσύνη τους, μας παρουσίασε ένα «διαμαντάκι», μια ταινία γεμάτη χιούμορ, ανθρωπιά και πολύ βαθιά αντίληψη του τι πραγματικά συμβαίνει στην ελληνική επαρχία. Είναι μια ταινία ευχάριστη, με παιχνιδιάρικο τόνο, παίζει με τις συμβάσεις του γουέστερν, καθώς εκκινεί από το εύρημα μιας Ζαχάρως-"Sugartown" της Άγριας Δύσης, της οποίας οι κάτοικοι, με μπροστάρη τον δήμαρχο-σερίφη, εκκινούν για μια αποστολή στην άγνωστη Ανατολή. Κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον, ακριβώς γιατί ο Τσακίρης κατάφερε να αποκτήσει άμεση πρόσβαση στις ψυχές των ηρώων του, ενώ κορυφώνεται με τις συνέπειες του ταξιδιού, το οποίο από κωμωδία μετατρέπεται σε δράμα, ίσως μάλιστα και σε τραγωδία, καθώς αναγκάζει τους ήρωές του να αντικρίσουν ορισμένες αλήθειες. Αλήθειες δυσάρεστες για όλους μας, κι ίσως αυτός να είναι κι ένας από τους λόγους που η ταινία δεν κατάφερε να κόψει και πολλά εισιτήρια στις αίθουσες. Η κυκλοφορία της όμως σε dvd είναι μια πολύ καλή ευκαιρία για όλους μας να την απολαύσουμε.


Αξιολόγηση: ****

4.12.07

ΠΡΙΝ Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΚΑΤΑΛΑΒΕΙ ΟΤΙ ΠΕΘΑΝΕΣ


BEFORE THE DEVIL KNOWS YOU ’RE DEAD


Σκηνοθεσία: Σίντνεϊ Λουμέτ

Παίζουν: Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν, Ίθαν Χοκ, Άλμπερτ Φίνεϊ, Μαρίσα Τομέι


Αστυνομική περιπέτεια, αλλά και οικογενειακό μελόδραμα, η τελευταία δημιουργία του 84χρονου Λουμέτ, ο οποίος συμπληρώνει αισίως 50 χρόνια στο «κουρμπέτι» του Χόλιγουντ, είναι μια καλή ταινία, που καταλήγει όμως να προκαλεί περισσότερο πάταγο απ’ όσο της αρμόζει, επιδιδόμενη σε μια εντυπωσιοθηρία βολική μεν για όσους αναζητούν μια ταινία που θα τους καθηλώσει για δυο ώρες, παραπλανητική δε για όσους πρόσκαιρα πιστέψουν ότι βρίσκονται ενώπιον ενός αριστουργήματος. Όσο για τον Λουμέτ, χαρά στο κουράγιο του, που παρά το Όσκαρ για το σύνολο της προσφοράς του το 2005, ξαναβρίσκει την όρεξη και το κίνητρο να τσιτώσει έτσι το γκάζι, προκειμένου να μας δώσει ένα δράμα τραβηγμένο στη νιοστή του δύναμη. Με μια αφήγηση μη γραμμική, που επιστρέφει και ξαναεπιστρέφει στις ίδιες σκηνές για να φωτίσει από διαφορετική οπτική γωνία δράση και χαρακτήρες, με διαλόγους έντονα φορτισμένους, που συχνά κραυγάζουν αυτό που έτσι κι αλλιώς υπονοείται, και με ερμηνείες τονισμένες μέχρι υπερβολής, ο Λουμέτ μετέρχεται κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσο (εξαίρετα τα γυμνά περιφερόμενα στήθη της Μαρίσα Τομέι) προκειμένου να θέλξει τον θεατή του και να τον παρασύρει στον ίλιγγο της περιδίνησης των ηρώων του στην άβυσσο του τυφλού πάθους για το χρήμα, των ενοχών και των φόβων τους. Είναι ένα στιλ που ίσως ενοχλήσει τους πιο εκλεπτυσμένους, σίγουρα όμως εγγυάται ένα δράμα δυνατό, που ακολουθεί τον θεατή για αρκετές ώρες μετά το τέλος της προβολής.

23.11.07

4 ΜΗΝΕΣ, 3 ΕΒΔΟΜΑΔΕΣ ΚΑΙ 2 ΜΕΡΕΣ


4 MONTHS, 3 WEEKS AND 2 DAYS


Σκηνοθεσία: Κριστιάν Μουνγκίου

Παίζουν: Αναμαρία Μαρίνκα, Λάουρα Βασιλίου, Βλαντ Ιβάνοφ


Δεν ξέρω κατά πόσο αυτή η ταινία προσφέρεται για δύο ώρες «ευχάριστης» ψυχαγωγίας. Πόσο ευχάριστη μπορεί να είναι άλλωστε η ιστορία μιας παράνομης έκτρωσης στην απολυταρχική Ρουμανία του ’80; Δεν ξέρω επίσης αν έχει κάποιο «μήνυμα» να μας αφήσει. Ίσως κάτι για την αλληλεγγύη των ανθρώπων στους δύσκολους καιρούς, και ιδιαίτερα των γυναικών. Υπάρχει όμως και πολύ παλιανθρωπιά στην ταινία, όπως και πολύ αδιαφορία. Βέβαια, θα μου πείτε, τι άλλο να περίμενε κανείς να συναντήσει στα χρόνια του τύραννου Τσαουσέσκου; Η κοινωνία πλάθει τον άνθρωπο, όχι ο άνθρωπος την κοινωνία. Ίσως αυτή να είναι κι η σοφία της ταινίας. Αναπλάθει με τόση ακρίβεια και φυσικότητα την εποχή, που νιώθεις σαν να έχεις ζήσει εκεί τουλάχιστον δέκα χρόνια, έστω κι αν δεν έχεις ξαναπατήσει ποτέ σου στη Ρουμανία, ούτε την κομμουνιστική, ούτε τη μεταγενέστερη. Κατόπιν αυτού δεν αντιμετωπίζεις ιδιαίτερες δυσκολίες να αντιληφθείς τα κίνητρα των ηρώων. Η ανθρώπινη κατάσταση φανερώνεται κρύσταλλο μπροστά στα μάτια σου. Ίσως αυτή η αμεσότητα να αποτελεί το κύριο επίτευγμα της ταινίας. Μέσα από έναν απατηλά απλό τρόπο αφήγησης, μέσα από έναν κατά τα φαινόμενα ωμό, ξερό νατουραλισμό, ανανεώνει ριζικά τις εκφραστικές δυνατότητες του κινηματογραφικού μέσου. Ας δώσω ένα–δυο παραδείγματα. Στη σκηνή στο σαλόνι του φίλου της ηρωίδας μένουμε για ώρα παγιδευμένοι σ’ ένα ασυνήθιστο πλάνο τεσσάρων ατόμων. Μια ολόκληρη οικογένεια στριμώχνεται σε ένα κάδρο επί μακρόν, εκφράζοντας έτσι με τον γλαφυρότερο τρόπο το αίσθημα καταπίεσης που αναδύεται από παντού. Αργότερα, καθώς η ηρωίδα μπαίνει στο ξενοδοχείο, ο φακός πιάνει φευγαλέα ένα ασθενοφόρο παρκαρισμένο εκεί έξω. Η εικόνα μόλις που προλαβαίνει να καταγραφεί στον εγκέφαλό μας, είναι όμως περισσότερο από επαρκής για να δημιουργήσει αισθήματα σασπένς και αγωνίας που κι ο ίδιος ο Χίτσκοκ θα χρειαζόταν μια ολόκληρη σκηνή για να οικοδομήσει. Ακρίβεια, οικονομία, απόλυτη ευστοχία. Ο Κριστιάν Μουνγκίου ανανέωσε την πίστη μας στις δυνατότητες του μέσου. Μια ταινία για να διδάσκεται στις κινηματογραφικές σχολές.


*****

19.11.07

ΤΟ ΜΙΚΡΟΒΙΟ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ


BUG


Σκηνοθεσία: Ουίλιαμ Φρίντκιν
Παίζουν: Άσλι Τζαντ, Μαίκλ Σάνον, Χάρι Κόνικ Τζ.
ΗΠΑ, 2005. Διάρκεια: 107΄


Υπόθεση: Η Άγκνες, που ζει σ’ ένα φτηνό μοτέλ στη μέση του πουθενά κι εργάζεται σερβιτόρα σε παρακμιακό μπαρ, γνωρίζεται με τον μοναχικό, γοητευτικά αινιγματικό Πίτερ, βετεράνο του πολέμου του Κόλπου, που μοιάζει να κατατρύχεται από κάποιες έμμονες ιδέες. Οι δυο τους θα ερωτευτούν παράφορα και θα βουλιάξουν μαζί στο κλειστοφοβικό, συνωμοσιολογικό σύμπαν του Πίτερ…


Με μια ματιά: Παράξενο, δύσκολο να ταξινομηθεί θρίλερ, που φέρει την υπογραφή του βετεράνου δημιουργού του «Εξορκιστή» Ουίλιαμ Φρίντκιν, θα απογοητεύσει ίσως τους εθισμένους στην ωμή βία των πρόσφατων αιματοβαμμένων ταινιών τρόμου, μα μπορεί να ενθουσιάσει όσους είναι πρόθυμοι να κάνουν τις αναγωγές στη σημερινή κοινωνική, και μάλιστα ελληνική, πραγματικότητα.


Η ταινία χωρίζεται σε δύο ευκρινώς διακριτά μέρη – κάτι μάλιστα που δεν συμβάλλει στην έτσι κι αλλιώς επισφαλή ομοιογένειά της. Το πρώτο μέρος αποτελεί ένα έξοχο μεταφορικό, ατμοσφαιρικό σχόλιο για τη σημερινή «κατάσταση των πραγμάτων»: μοναξιά, απομόνωση, φτώχεια, απελπισία και μιζέρια. Οι όποιες ευτυχισμένες στιγμές ανήκουν οριστικά στο παρελθόν και δεν αποτελούν παρά μια οδυνηρή ανάμνηση. Για την Άγκνες, η απώλεια του παιδιού της, που χάθηκε μυστηριωδώς μέσα σ’ ένα σούπερ-μάρκετ πριν από μερικά χρόνια, αποτελεί ουσιαστικά και το τέλος της ζωής της. Περιφέρεται πλέον σαν το φάντασμα, μια ζωντανή-νεκρή, δίχως πνοή, δίχως ελπίδα, δίχως στήριγμα. Ο άντρας της, άτομο με εγκληματική συμπεριφορά, την έχει εγκαταλείψει και την επισκέπτεται μόνο για να την τρομοκρατήσει.


Το δεύτερο μέρος αποτελεί ένα αμιγώς ψυχολογικό σχόλιο πάνω στην παράνοια της συνωμοσιολογικής εμμονής. Η Άγκνες και ο Πίτερ, δυο απελπισμένα άτομα που αρπάζονται το ένα απ’ το άλλο, βυθίζονται μαζί σ’ ένα αυτόνομο σύμπαν, όπου τα πάντα, από την τυχαία διέλευση ενός ελικοπτέρου μέχρι το χτύπημα του τηλεφώνου, ερμηνεύονται με βάση έναν αυτοεκπληρούμενο κώδικα ανατροφοδοτούμενης λογικής ως σημάδια της γενικής συνωμοσίας των πάντων εναντίον τους. Θεωρούμε πως πρόκειται για ένα θέμα εξαιρετικά επίκαιρο, καθώς ο συνωμοσιολογικός τρόπος σκέψης ρίχνει στις μέρες μας βαριά τη σκιά του πάνω από την ελληνική κοινωνία, και βέβαια δύσκολα καταρρίπτεται, εφόσον αποτελεί κλειστό σύστημα φτιαγμένο έτσι ώστε με διαρκείς κυκλικές κινήσεις να αποδεικνύει τον εαυτό του. Δείτε την ταινία και θα καταλάβετε.


Τέλος, η ταινία μπορεί να ειδωθεί και σαν ένα σχόλιο πάνω στην αναγκαιότητα, αλλά και το ανέφικτο της ανθρώπινης επικοινωνίας. Η Άγκνες και ο Πίτερ, δυο άτομα λαβωμένα από την έλλειψη επικοινωνίας και ανθρώπινης επαφής, με το αντάμωμά τους θα επιχειρήσουν να κατακτήσουν αυτό που τόσο στερήθηκαν, η κατάληξη όμως θα είναι τραγική. Η επικοινωνία θα ματαιωθεί λόγω της έλλειψης επαφής με την (σκληρή) πραγματικότητα, για ν’ απομείνει μοναχά ο σπασμός της τρέλας. Εξαιρετικά δυνατή ταινία, θεωρούμε πως ο Φρίντκιν άφησε σε μεγάλο βαθμό ανεκμετάλλευτο το δυναμικό της, αποτελεί όμως θαυμάσια πρόταση για κατ’ οίκον θέαση.


Αξιολόγηση: ***

8.11.07

PAPRIKA


Σκηνοθεσία: Σατόσι Κον
Ιαπωνία, 2006. Διάρκεια: 90΄
Διανομή:
Sony


Με μια ματιά: Γιαπωνέζικο manga (ταινία κινουμένων σχεδίων), αυστηρά για ενήλικες, όχι λόγω του «τολμηρού» περιεχομένου του, κάθε άλλο, αλλά εξαιτίας του πολυσύνθετου χαρακτήρα του, της αφηγηματικής του πολυπλοκότητας και της φιλόδοξης προσπάθειάς του να προσεγγίσει τον κόσμο του υποσυνειδήτου.


Υπόθεση: Γιαπωνέζοι επιστήμονες έχουν εφεύρει μια συσκευή, το DC-Mini, με την οποία μπορούν να διεισδύουν και να καταγράφουν τα όνειρα ασθενών με ψυχικές διαταραχές. Κάποια στιγμή το DC-Mini θα πέσει στα χέρια αγνώστων τρομοκρατών, που θα το χρησιμοποιήσουν για να επηρεάσουν τα όνειρα των ανθρώπων και να τους οδηγήσουν σε μια μαζική υστερία. Η σοβαρή και συγκροτημένη ψυχίατρος Δρ. Ατσούκο Τσίμπα, η οποία στον κόσμο των ονείρων παίρνει τη μορφή του alter-ego της, τής κεφάτης και άκρως ερωτεύσιμης Πάπρικα, και ο νεαρός υπέρβαρος μεγαλοφυής εφευρέτης Τοκίτα αναλαμβάνουν να λύσουν το μυστήριο.


Ο Φρόιντ συνήθιζε να λέει ότι το όνειρο είναι «η βασιλική οδός για το ασυνείδητο». Αυτήν ακριβώς την οδό επιχειρεί να διανοίξει η «Πάπρικα», εγχείρημα περίπλοκο και πολυσχιδές, που στέφεται όμως από απόλυτη επιτυχία. Μεταπηδώντας διαρκώς ανάμεσα σε διάφορα επίπεδα πραγματικότητας, ανακαλύπτοντας ολοένα κι από έναν άλλο κόσμο που κρυβόταν μέσα στον προηγούμενο, ακριβώς όπως οι ρωσικές κούκλες, μπερδεύοντας πραγματικότητα και φαντασία, πραγματικότητα και όνειρο, η «Πάπρικα» διαβρώνει επίμονα κάθε τοίχο, κάθε φράγμα που υψώνουμε μπροστά στα όνειρά μας, μπροστά στις υποσυνείδητες επιθυμίες και φοβίες μας, καταδεικνύοντας τη σχετικότητα των διαχωρισμών κι εγκαταλείποντάς μας έκθετους μπροστά στο χειμαρρώδες, ασταμάτητο ρεύμα του ασυνειδήτου. Παράλληλα, επιχειρεί να αρθρώσει έναν λόγο αμιγώς κινηματογραφικό, έξω και πέρα από τις ορθολογικές συμβάσεις της κλασικής αφήγησης, έναν λόγο ταυτοχρόνως μη ρηματικό και άρρητο (έξω δηλαδή από τα όρια του λόγου και της λογικής), που αναδεικνύει τη δύναμη της αμιγούς εικόνας, αλλά και της λειτουργίας των συνειρμών. Το όλο εγχείρημα εμπλουτίζεται με τις απαραίτητες δόσεις αυτοαναφορικότητας και κινηματογραφοφιλίας, καθώς ο κινηματογράφος δίνει βροντερό παρόν, τόσο στα όνειρα, όσο και στις μύχιες επιθυμίες των ηρώων. Παρούσα είναι τέλος στον ονειρικό κόσμο της «Πάπρικα» και η κοινωνική κριτική. Όχι βέβαια μέσα σε ατάκες ή σε αφηγηματικές τροπές, αλλά στην εικονοπλασία της ταινίας. Το συλλογικό όνειρο στο οποίο μεταπίπτουν τα θύματα των τρομοκρατών είναι μια αλλοπρόσαλλη, ασυντόνιστη παρέλαση από καταναλωτικά αγαθά, παιχνίδια, φιγούρες καρτούν και ένα… άγαλμα της Ελευθερίας. Αργότερα, η τελική σκηνή του δράματος θα δοθεί μέσα στα χαλάσματα ενός ερημωμένου λούνα-παρκ στο οποίο κυριαρχεί ένας παραμορφωτικός καθρέπτης. Είναι πολλά τα ευρήματα της «Πάπρικα», όσα και τα επίπεδά της, το «κλειδί» όμως του δράματος σίγουρα δεν κρύβεται στην υπόθεση και τα λόγια των χαρακτήρων, ιδιαιτέρως όταν είναι τόσο κακομεταφρασμένα όσο στο συγκεκριμένο dvd, στο οποίο σας προτείνουμε να αποφύγετε πάση θυσία τους ελληνικούς υποτίτλους.


Αξιολόγηση: ****

2.11.07

ΜΙΚΡΕΣ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΕΡΩΤΙΚΩΝ ΠΑΡΕΞΗΓΗΣΕΩΝ


SCENES OF A SEXUAL NATURE

Σκηνοθεσία: Εντ Μπλουμ
Παίζουν: Γιούαν Μακ Γκρέγκορ, Τζίνα Μακ Κι, Κάθριν Τέιτ

Βρετανία, 2006. Διάρκεια: 90΄
Διανομή: Private

Υπόθεση: Επτά μικρές ερωτικές ιστορίες που εκτυλίσσονται σχεδόν ταυτόχρονα μια ηλιόλουστη καλοκαιρινή μέρα στο αχανές πάρκο Χάμπστεντ Χιθ του Λονδίνου. Μια γυναίκα επιπλήττει τον άντρα της όταν διαπιστώνει ότι αυτός κοιτάζει τα… μπούτια της διπλανής. Ένας άντρας και μια γυναίκα που υπήρξαν ερωτευμένοι στην εφηβεία τους ξανανταμώνουν μετά από πενήντα χρόνια, ένα άλλο ζευγάρι συναντιέται για να υπογράψει το διαζύγιό του, ένα ζευγάρι γκέι ονειρεύεται παιδιά, κάποιοι άλλοι έχουν ραντεβού στα τυφλά, ένας νεαρός επείγεται να βρει γυναίκα και ερωτοτροπεί με οποιαδήποτε βρει μπροστά του…

Με μια ματιά: Ζευγάρια ερωτευμένα, ζευγάρια μαλωμένα, ζευγάρια που ξαναβρίσκονται μετά από χρόνια και άλλα που προσπαθούν τώρα να συνευρεθούν για πρώτη φορά συνθέτουν ένα χαριτωμένο καλειδοσκόπιο των παραδοξοτήτων της σύγχρονης ερωτικής συμπεριφοράς, σε μια ταινία που ακολουθεί την παράδοση των αγγλοσαξονικών κομεντί με τους πνευματώδεις διαλόγους.

Αυτό που μας άρεσε περισσότερο στην ταινία είναι ότι επιδιώκει συνειδητά να εκπλήξει, να αιφνιδιάσει, να ξεφύγει από την πεπατημένη και τα προβλεπόμενα. Κρατάει λοιπόν σοφά πάντα κι από κάποιον άσο στο μανίκι, κάποια τροπή στην πλοκή που να μας παραξενέψει, να μας ξαφνιάσει, να μας κάνει να σκεφτούμε. Το στοιχείο αυτό, σε συνδυασμό με κάποιους από τους διαλόγους – όχι όλους, η ταινία είναι αρκετά άνιση – κάνουν την κομεντί αυτή να χαρακτηρίζεται από μια αρκετά μεγάλη καμπύλη απόσβεσης και να μένει στο μυαλό του θεατή για αρκετό καιρό. Πολύ ενδιαφέρον στοιχείο επίσης αποτελεί η λανθάνουσα, αλλά πανταχού παρούσα σεξουαλικότητα που υφέρπει σε όλες τις ιστορίες. Ο ερωτισμός δεν εκφράζεται μόνο μέσω των διαλόγων, ούτε παρουσιάζεται απλώς ως συναισθηματικό φαινόμενο. Είναι ο σωματικός πόθος αυτός που δίνει πάντα το παρόν, εμμέσως πλην σαφώς, και είναι αυτός που προσδίδει στην ταινία το επιπρόσθετο καρύκευμα που χρειάζεται για να ξεχωρίσει, αλλά και για να αποκτήσει ένα πρόσθετο υλικό βάρος, μια βαρύνουσα σημασία.

Σκηνοθετικά η ταινία καταφέρνει να διατηρεί τη φρεσκάδα της, παρά το κάπως στατικό θέμα της, με μια κάμερα ευέλικτη, αλλά και με μια θαυμάσια αξιοποίηση του φυσικού περιβάλλοντος, που υπερβαίνει την τυποποιημένη εικόνα που έχουμε για ένα πάρκο και υπαινίσσεται την ύπαρξη μιας φύσης σχεδόν ανέγγιχτης από τον πολιτισμό. Ευχάριστη, ανάλαφρη ταινία, που κατορθώνει να υπονοεί πολύ περισσότερα απ’ όσα ρητά λέει.

Αξιολόγηση: ***

25.10.07

ΟΡΓΙΣΜΕΝΗ ΕΦΗΒΕΙΑ


TURNING GREEN

Σκηνοθεσία: Μάικλ Έιμετ, Τζον Χόφμαν
Παίζουν: Ντόναλ Γκάλερι, Τίμοθι Χάτον, Κολμ Μίνεϊ
ΗΠΑ / Ιρλανδία, 2005. Διάρκεια: 85΄
Διανομή:
AudioVisual

Υπόθεση: Ιρλανδία, τέλη δεκαετίας του ’70. Μετά το θάνατο της μητέρας τους, ο πατέρας του δεκαεξάχρονου Τζέιμς και του ενδεκάχρονου Πιτ στέλνει τα δύο αδέλφια από την Αμερική να ζήσουν με τις τρεις ιδιόρρυθμες θείες τους σε μια επαρχιακή κωμόπολη της πατρογονικής Ιρλανδίας. Εκεί ο Τζέιμς περνάει τα γνωστά εφηβικά συμπτώματα: Μοναξιά, σχέδια για φυγή στην αμερικανική γη των ονείρων και άπειρες ώρες στην τουαλέτα, κάτι που οι θείες του ερμηνεύουν σαν σημάδι δυσκοιλιότητας…

Με μια ματιά: Ειρωνική και πνευματώδης ταινία με θέμα την εφηβεία, η οποία στην πραγματικότητα δεν παρουσιάζεται και τόσο οργισμένη όσο μας λέει ο (ελληνικός) τίτλος, αλλά περισσότερο αποστασιοποιημένη, παραιτημένη και καυστική, βασίζεται σε μια σειρά από πανέξυπνα γραμμένες σκηνές, που όμως δεν συναθροίζονται και σε ένα εξίσου ολοκληρωμένο σενάριο. Σκηνοθετική γραμμή από το πρωτοεμφανιζόμενο δίδυμο Έιμετ-Χόφμαν με πολλές φρέσκιες ιδέες, που αξίζουν μία θέαση.

Για τους φαν αυτής της αλλόκοτης περιόδου της ανθρώπινης ζωής που λέγεται εφηβεία, η ταινία είναι must. Το ίδιο και για τους φαν της Ιρλανδίας. Αυτός ο 16χρονος Τζέιμς αναδεικνύεται σε σύμβολο του larger than life εφήβου, που έχει έτοιμο κι από ένα καυστικό σχόλιο για κάθε περίσταση. Και πάνω απ’ όλα για την Ιρλανδία και τον πολιτισμό της, για την οποία αναδεικνύεται σε πραγματικό κόλαφο. Από συλλεκτικές σκηνές άλλο τίποτα. Τι να πρωτοαναφέρουμε; Το οικογενειακό τραπέζι με τις τρεις θείες και τον παπά τον οποίο ο Τζέιμς αποκαλεί με το μικρό του όνομα και τον προειδοποιεί ότι εκπροσωπεί μία νεκρή θρησκεία και ότι σύντομα θα μείνει άνεργος; Τον μικρό αδελφό που δεν μπορεί να προφέρει το σίγμα και βρίσκει από μία υποκατάστατη λέξη για κάθε μία που περιέχει το γράμμα αυτό; Τη σκηνή που η θεία τον «πιάνει στα πράσα»; Τις εξομολογήσεις του; («Δεκαοχτώ φορές, πάτερ». «Δεκατέσσερις φορές, πάτερ». «Από την προηγούμενη φορά, τέκνο μου;» «Όχι, πάτερ. Από την Παρασκευή»). Και βέβαια, σαν καλός Αμερικάνος, ανακαλύπτει το επικερδέστερο εμπόριο: Διακινεί πορνογραφικά περιοδικά στην πουριτανική ιρλανδική επαρχία και πιάνει την καλή. Το πρόβλημα της ταινίας είναι ότι η ιστορία με τα παράνομα στοιχήματα και τους τοπικούς γκάνγκστερ δεν επαρκεί για να κρατήσει το ενδιαφέρον, και στο τέλος ο θεατής απομένει λίγο μετέωρος. Είναι σύντομη ταινία πάντως, και αν λάβουμε υπόψη και τα πρωτότυπα αφηγηματικά ευρήματα - κάνουν διάφορους πειραματισμούς οι σκηνοθέτες, ακόμα και με υποτίτλους που γράφουν άλλα απ’ αυτά που λένε οι ήρωες – μπορούμε να τη θεωρήσουμε σαν μια καλή πρόταση κατ’ οίκον ψυχαγωγίας.

Αξιολόγηση: ***

24.10.07

ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΤΟΥ ΗΛΑ


IN THE VALLEY OF ELAH

Σκηνοθεσία: Πολ Χάγκις
Παίζουν: Τόμι Λι Τζόουνς, Σαρλίζ Θερόν, Τζέισον Πάτρικ, Σούζαν Σαράντον


Πολύ πρωτότυπο μήνυμα μας κομίζει τούτη η ταινία . Ο πόλεμος, μας λέει, είναι ένα κακό πράγμα, που κάνει κακό στους ανθρώπους. Ναι, καλά διαβάσατε. Ο πόλεμος είναι κακός! Ευτυχώς που υπάρχει και ο Πολ Χάγκις να μας το πει, γιατί δεν το ξέραμε. Τι να υποθέσει κανείς; Ότι η ταινία απευθύνεται σε σκληροπυρηνικούς ρεπουμπλικάνους τυφλωμένους από τον άκρατο μιλιταρισμό; Πιθανόν. Εμάς πάντως δεν μας αφορά. Υπάρχει όμως και μια δεύτερη σκέψη. Ότι πίσω από τα εμφανή «αντιπολεμικά» της μηνύματα, κρύβονται κάποια άλλα, λιγότερο εμφανή, που περνιούνται υπογείως. Αξίζει να διερευνήσουμε λίγο αυτή την εκδοχή: Ο ήρωας με τον οποίο η ταινία μας καλεί να ταυτιστούμε είναι ένας απόστρατος στρατόκαβλος στρατονόμος, τον οποίο ενσαρκώνει όχι μόνο με απόλυτη πειθώ, αλλά και με αδιόρατη συμπάθεια ένας εξαίρετος Τόμι Λι Τζόουνς. Από την αρχή μέχρι το τέλος της ταινίας ο ήρωας αυτός παραμένει άκαμπτος. Οι μιλιταριστικές του αξίες δεν κλονίζονται ποτέ. Η «αποκάλυψη» στην οποία προβαίνει είναι ότι ο αμερικανικός στρατός στο Ιράκ, με την απάνθρωπη συμπεριφορά του, αποκτηνώνει τα ίδια του τα μέλη. Το πρόβλημα δηλαδή είναι ότι, πρώτον, ο πόλεμος αυτός δεν παίζεται με τους σωστούς όρους (λες και θα μπορούσε ποτέ να γίνει ένας τέτοιος πόλεμος με «ανθρωπιστικούς» όρους) και, δεύτερον, ότι καταστρέφονται ψυχικά τα ίδια τα παιδιά «μας», δηλαδή τα παιδιά των αμερικανών στρατοκρατών με τους οποίους καλούμαστε να ταυτιστούμε. Αν επομένως δεν συνέβαινε ούτε αυτό, τότε θα ήταν όλα μέλι-γάλα. Για τους Ιρακινούς ποιος νοιάζεται. Άρα λοιπόν, φούμαρα τα σοβαροφανή αντιπολεμικά μηνύματα. Η ουσία δεν είναι παρά μια συγκεκαλυμμένη απολογία του μιλιταρισμού. Ταμάμ για Όσκαρ, δηλαδή …

*

18.10.07

ΜΟΝΟΣ ΜΑΖΙ ΤΗΣ


ALONE WITH HER

Σκηνοθεσία: Έρικ Νίκολας
Παίζουν: Κόλιν Χανκς, Άνα Κλόντια Ταλανκόν, Τζορντάνα Σπάιρο
ΗΠΑ, 2006. Διάρκεια: 78΄
Διανομή:
Odeon

Υπόθεση: Νεαρός που έχει εμμονή με τις παρακολουθήσεις και την ηδονοβλεψία εντοπίζει σ’ ένα πάρκο το νέο του στόχο, μια νεαρή και όμορφη λατινοαμερικάνα, και αποφασίζει να διαρρήξει το σπίτι της για να τοποθετήσει και εκεί κρυφές κάμερες και μικρόφωνα. Στη συνέχεια, εκμεταλλευόμενος τις πληροφορίες που αποσπά, επιχειρεί να διεισδύσει στη ζωή της και να την κάνει να τον ερωτευτεί…

Με μια ματιά: Μικρή και φτηνή ταινία, στοιχειώδης όχι μόνο τεχνικά, αλλά και αισθητικά, χρησιμοποιεί κυρίως ως υλικό ό,τι υποτίθεται ότι τραβούν οι κρυφές κάμερες, για να κατασκευάσει ένα θρίλερ σχετικά με τους κινδύνους των νέων τεχνολογιών παρακολούθησης.

Την προηγούμενη βδομάδα σας παρουσιάσαμε μια ταινία η οποία αντλούσε το υλικό της από τις κασέτες της προσωπικής βιντεοκάμερας του πρωταγωνιστή της. Αυτή τη φορά περνάμε σε μια άλλη παραλλαγή: το υλικό της ταινίας προέρχεται – υποτιθέμενα – από όσα κατέγραψαν οι κρυφές κάμερες που τοποθέτησε ο πρωταγωνιστής. Και στις δύο περιπτώσεις μία από τις πρώτες συνέπειες είναι ότι βρισκόμαστε ενώπιον ενός πολύ καλού άλλοθι για απεμπόληση οποιασδήποτε κινηματογραφικής αισθητικής προς όφελος του ωμού, άτεχνου και ακαλαίσθητου χαρακτήρα του πρωτογενούς αυτού «γνήσιου» υλικού. Μια δεύτερη συνέπεια είναι ένας τονισμός, μία υπογράμμιση του στοιχείου της ηδονοβλεψίας, της παρακολούθησης της προσωπικής ζωής ενός άλλου ανθρώπου. Το βάρος μετατίθεται από την αφηγούμενη ιστορία και τον αναστοχασμό επί των δρώμενων στην πράξη της θέασης καθαυτό. Ο κινηματογράφος ως κλειδαρότρυπα και άλλοθι για να βγάλουμε τον ηδονοβλεψία που κρύβουμε μέσα μας. Τρίτο παρεπόμενο είναι ότι την αισθητική της ωμότητα η ταινία την αποζημιώνει με μια φορμαλιστική προβληματική σχετικά με τις νέες οπτικές δυνατότητες αφήγησης: Αν και σαν πλοκή το «Μόνος μαζί της» δεν αποτελεί παρά το πλέον στοιχειώδες θρίλερ, είναι ακριβώς ο τρόπος αφήγησης αυτός που το κάνει να διεκδικεί το ενδιαφέρον μας ως ένας καινοτόμος ανανεωτής του είδους του θρίλερ. Το αποτέλεσμα το κατατάσσει σίγουρα στα ενδιαφέροντα και αξιοθέατα πειράματα, σκηνοθετικά όμως δεν εκμεταλλεύεται όσο κι όπως θα ’πρεπε το εύρημά του, οι δε χειρισμοί του είναι αρκετά επιπόλαιοι και επιδερμικοί, για παράδειγμα δεν εκμεταλλεύεται επαρκώς ούτε τη διάσταση «μπανιστηριού» μέσα στο διαμέρισμα της ηρωίδας (αρκεί να θυμηθούμε σκηνοθετικούς χειρισμούς μεγάλων δημιουργών σε παρόμοιες καταστάσεις, π.χ. το "Μπλε Βελούδο" του Ντέιβιντ Λιντς), ούτε το γεγονός ότι η ταυτότητα και κυρίως η εμφάνιση του ήρωα μάς είναι κατ’ αρχήν άγνωστη (οπότε και πάλι υπάρχει χώρος για πολλά σκηνοθετικά παιχνίδια χιτσκοκικού τύπου).

Αξιολόγηση: **

11.10.07

TV JUNKIE


Σκηνοθεσία: Μάικλ Κέιν, Ματ Ραντέτσκι
ΗΠΑ, 2006. Διάρκεια: 89΄.
Διανομή:
Artfree

Υπόθεση: Ο Ρικ Κίρκχαμ έδειξε από μικρή ηλικία την κλίση του προς τον λαμπερό κόσμο των μίντια. Ήδη στα δώδεκα χρόνια του εμφανίστηκε με επιτυχία σε τηλεοπτικό χορευτικό σόου, ενώ λίγο μετά την ενηλικίωσή του τού προτάθηκε καριέρα τηλεοπτικού ρεπόρτερ και παρουσιαστή. Ο Ρικ όμως διέθετε το ίδιο πάθος για επίδειξη μπροστά στην κάμερα και στην προσωπική του ζωή. Με μια μικρή βιντεοκάμερα κατέγραψε πάνω από τρεις χιλιάδες ώρες όχι μόνο επαγγελματικών, αλλά και άκρως προσωπικών και οικογενειακών στιγμών. Από αυτή την πληθώρα υλικού προέκυψε η ταινία “TV Junkie”, η οποία καταγράφει την μετεωρική άνοδο του Ρικ Κίρκχαμ στον τηλεοπτικό χώρο, την πετυχημένη οικογένεια που δημιούργησε, αλλά και τα όσα δυσάρεστα επακολούθησαν λόγω της εξάρτησής του από την κοκαΐνη.

Με μια ματιά: Ντοκιμαντέρ, ψευδοντοκιμαντέρ ή οικοτεχνικό βίντεο-ημερολόγιο, το “TV Junkie” ακολουθεί επίμονα και εγωλατρικά τον πρωταγωνιστή του σε ένα ταξίδι που περιλαμβάνει λίγο από το γυαλιστερό κόσμο της τηλεόρασης, αρκετές οικογενειακές στιγμές κυμαινόμενου ενδιαφέροντος, και πολύ από την αγωνία ενός ανθρώπου που βλέπει να βυθίζεται στη χρήση σκληρών ναρκωτικών, ανίκανος να κρατηθεί μακριά και αναζητά τη λύτρωση στην απαθανάτιση του μαρτυρίου του στο βίντεο.

Αν υπάρχει ένας λόγος που σας προτείνουμε αυτή την άκρως αντισυμβατική και μάλλον δύσκολη στη θέασή της ταινία, που συχνά μοιάζει με οικιακό βίντεο τραβηγμένο με web-camera, δεν είναι τόσο η μάλλον επιφανειακή καταγραφή της κατάδυσης στη χρήση της κοκαϊνης-κρακ και στον αγώνα της απεξάρτησης από αυτήν, όσο η προβληματική αλήθειας και αναπαράστασης. Ο Ρικ Κίρκχαμ είναι όντως υπαρκτό πρόσωπο, όπως επίσης και η τηλεοπτική του καριέρα. Από κει και πέρα, η ταινία συχνά μοιάζει περισσότερο με αναπαράσταση, με απομίμηση, παρά με καταγραφή αληθινών συμβάντων. Πώς όμως θα ορίζαμε ένα «αληθινό» συμβάν; Θα μπορούσαμε ίσως να θυμηθούμε έναν παλιό ορισμό του ντοκιμαντέρ ως το κινηματογραφικό είδος που καταγράφει γεγονότα τα οποία θα συνέβαιναν ακόμα κι αν η κάμερα δεν ήταν παρούσα για να τα καταγράψει. Αληθινά γεγονότα είναι λοιπόν αυτά που θα συνέβαιναν κατά τον τρόπο που συνέβησαν ακόμη κι αν δεν υπήρχε η βιντεοκάμερα. Συμβαίνει όμως αυτό στην περίπτωση του Κίρκχαμ; Δύσκολο να το πούμε. Η συμπεριφορά του, η ψυχρή του αποστασιοποίηση από τα δρώμενα, η εμμονή του να χειρίζεται την κάμερα και να φροντίζει για την κατάλληλη γωνία λήψης ακόμα κι όταν τα πράγματα μοιάζουν να βρίσκονται εκτός ελέγχου, δημιουργούν υπόνοιες ότι κατασκευάζει την ίδια τη ζωή του ως ένα κοινό δημόσιο θέαμα και φέρνουν μια αύρα ανατριχίλας στο όλο έργο. Μήπως αντιλαμβάνεται την οικογενειακή του ζωή σαν ένα είδος σαπουνόπερας προς λαϊκή κατανάλωση; Θα ενεργούσε άραγε κατά τον ίδιο τρόπο αν δεν κρατούσε την κάμερα; Και οι τελευταίες αμφιβολίες ως προς αυτό διαλύονται όταν πλέον εμφανιστούν και τα δυο γλυκύτατα παιδάκια του να κλαίνε γοερά μπροστά στο θέαμα των δύο γονιών τους που αλληλοσπαράσσονται χωρίς να τους δίνουν την παραμικρή σημασία: Φαίνεται πως υπάρχει κάτι στον Κίρκχαμ ακόμα πιο νοσηρό και από τη χρήση του κρακ, και δεν είναι άλλο από το πάθος του για δημοσιότητα. Εξού και ο τίτλος της ταινίας: Δεν μιλάμε για “junky”, αλλά για “TV Junky”, για ένα γνήσιο δημιούργημα της εποχής του φαίνεσθαι και της πλήρους σύγχυσής του με το είναι, με την οποιαδήποτε βαθύτερη αλήθεια υπάρχει ίσως στη ζωή μας και μπορεί να μας κρατήσει, αν και εφόσον την ανακαλύψουμε, μακριά από κακοτοπιές όπως η χρήση ναρκωτικών ουσιών...

Αξιολόγηση: **

7.10.07

ΑΓΓΕΛΟΙ ΕΞΟΛΟΘΡΕΥΤΕΣ



LES ANGES EXTERMINATEURS / THE EXTERMINATING ANGELS

Σκηνοθεσία: Ζαν-Κλοντ Μπρισό
Παίζουν: Frederic Van Den Driessche, Maroussia Dubreuil, Lise Bellynck, Marie Allan

Γαλλία, 2006. Διάρκεια: 98΄
Διανομή:
Odeon

Υπόθεση: Μεσήλιξ σκηνοθέτης αποφασίζει να γυρίσει μια ταινία με θέμα τη γυναικεία σεξουαλικότητα και τη σχέση του οργασμού με τα ταμπού και τις απαγορεύσεις. Αρχίζει λοιπόν τα δοκιμαστικά γυρίσματα, αναζητώντας νεαρές ηθοποιούς, πρόθυμες να υλοποιήσουν μπροστά στον φακό τα σεξουαλικά τους απωθημένα…

Με μια ματιά: Ακολουθώντας τη στέρεα γαλλική παράδοση ελευθεριότητας του Ντε Σαντ, του Μπατάιγ, του Μπουνιουέλ και του Κοκτό, ο Μπρισό φτιάχνει μια προκλητική, τολμηρή ταινία, αρκετά γριφώδη, αν και λίγο αμήχανη, που τελικά, μάλλον με την ανδρική, παρά με τη γυναικεία σεξουαλικότητα ασχολείται.

Αν και ο φακός του Μπρισό, όπως και η φορητή κάμερα του πρωταγωνιστή-άλτερ έγκο του, εστιάζουν επίμονα στη γυναίκα και την υπαρξιακού τύπου, θα έλεγε κανείς, ανάγκη της να εμπλακεί σε σεξουαλικές αναζητήσεις και περιπέτειες που υπερβαίνουν τις κοινωνικές συμβάσεις, είναι η ματιά του άντρα αυτή μέσα από την οποία φιλτράρονται τα πάντα. Πρόκειται για ένα βλέμμα χαρακτηριστικά έμφυλο, που δεν περιορίζεται απλά στην ηδονοβλεψία, αλλά προχωρά βαθύτερα στην έκφραση μιας ιδιαζόντως ανδρικής ανάγκης για άσκηση ελέγχου και εξουσίας. Η ανάγκη αυτή, συγκαλυμμένη άλλοτε πίσω από το πάθος της καλλιτεχνικής δημιουργίας, και άλλοτε πίσω από μια επιστημονικοφανή περιέργεια, αποτελεί και την κινητήριο δύναμη της δράσης. Η όλη ιστορία μπορεί τελικά να ιδωθεί σαν μια αλληγορία ψυχαναλυτικού τύπου:

Ο άντρας-ήρωας της ταινίας παραμένει καθηλωμένος στην επικράτεια του βλέμματος, στην Τάξη του Φανταστικού, σύμφωνα με την ορολογία του Λακάν, αρνούμενος να μεγαλώσει, να ωριμάσει, να ενταχθεί δηλαδή στον κόσμο της δράσης, του νόμου και της ενεργού σεξουαλικότητας. Παρότι προσφέρει ως υποκατάστατο το καλλιτεχνικό του έργο, η φυσική του απουσία νομοτελειακά πολλαπλασιάζει τη γυναικεία επιθυμία, η οποία ορίζεται ακριβώς ως απουσία του φαλλού. Τελικά, η μη ανάληψη του ρόλου του και των ευθυνών του τον οδηγεί στην τιμωρία από τον Νόμο, δηλαδή την κοινωνία, την λακανική Τάξη του Συμβολικού, στην οποία ο ήρωας αρνήθηκε να ενταχθεί. Παραπέμπουμε ιδιαίτερα στη σκηνή με τον μοναδικό άντρα που εμφανίζεται στην ταινία πέρα από τον ήρωα, και ο οποίος αποδεικνύεται αστυνομικός, καθώς και στην δαιμονιοπληξία που καταλαμβάνει την μία από τις ηθοποιούς, σύμπτωμα του ασυνείδητου τρόπου με τον οποίο αντιμετωπίζει ο ήρωας τη γυναικεία σεξουαλικότητα και των βαθύτερων αιτιών της αποχής του. Τελικά, η γνώση αποκλειστικά και μόνο διά της παρατήρησης αποδεικνύεται αδύνατη, όπως άλλωστε και η καλλιτεχνική έκφραση δίχως ρίσκο. Χωρίς να σπάσεις αυγά ομελέτα δεν γίνεται…

Αξιολόγηση: ***

28.9.07

ΚΛΙΜΑΤΑ ΑΓΑΠΗΣ



IKLIMLER / CLIMATES

Σκηνοθεσία: Νουρί Μπιλγκέ Τσεϊλάν
Παίζουν: Νουρί Μπιλγκέ Τσεϊλάν, Εμπρού Τσεϊλάν, Ναζάν Κιριλμίς
Διάρκεια: 98΄.
Τουρκία, 2006
Διανομή: Private

Υπόθεση: Ο Ιζά, σαραντάρης που διδάσκει αρχιτεκτονική στο πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης (τον υποδύεται ο ίδιος ο σκηνοθέτης), έχει δεσμό με τη νεότερή του Μπαχάρ, καλλιτεχνική διευθύντρια σε τηλεοπτικά σήριαλ (στο ρόλο η πραγματική σύζυγος του Τσεϊλάν). Κατά τη διάρκεια καλοκαιρινών διακοπών στις ακτές του Αιγαίου, το ζευγάρι θα οδηγηθεί σ’ έναν οδυνηρό χωρισμό. Ο Ιζά περνά μόνος το φθινόπωρο στην Πόλη, μέχρι που μαθαίνει πως η Μπαχάρ δουλεύει σε μια παραγωγή στα βάθη της Ανατολίας…


Με μία ματιά: Μετά το βραβευμένο στις Κάνες «Μακριά», ο τούρκος δημιουργός Νουρί Μπιλγκέ Τσεϊλάν συνεχίζει στην παράδοση του «καλλιτεχνικού σινεμά του δημιουργού» με μια ποιητική, χαμηλών τόνων ταινία-ελεγεία μιας ερωτικής σχέσης που φθίνει.

Η ταινία χωρίζεται σε τρία ευκρινώς διακριτά μέρη: Το πρώτο εξελίσσεται το καλοκαίρι στο παραθαλάσσιο τοπίο των ακτών του Αιγαίου και παρουσιάζει την επίπονη διάλυση της ερωτικής σχέσης του πρωταγωνιστή Ιζά με την εσωστρεφή, ολιγομίλητη Μπαχάρ. Παρόλη την κυριαρχία του οικείου μας μεσογειακού φωτός, επικρατεί η ασυνεννοησία και η συναισθηματική ματαίωση. Το δεύτερο μέρος εξελίσσεται φθινόπωρο στο αστικό βροχερό τοπίο της Πόλης και αναπαριστά την μοναχική καθημερινότητα του Ιζά. Πρόκειται στην ουσία για ένα ιντερλούδιο, στο οποίο μεσουρανεί η ερωτική σκηνή, από τις πλέον πρωτότυπες και δυσερμήνευτες του έργου. Το τρίτο, και συναισθηματικά εντονότερο μέρος, μας μεταφέρει στα χιονισμένα όρη της τουρκικής ενδοχώρας, όπου μέσα σ’ ένα ψυχρό κι αφιλόξενο περιβάλλον, ο Ιζά κι η Μπαχάρ ξανασυναντιούνται. Το βουβό φινάλε αφήνει το θεατή μετέωρο, να βασανίζεται από εκκρεμή ερωτήματα για την αναγκαιότητα της ερωτική επικοινωνίας, τη δυνατότητα των ανθρώπων να έρθουν πραγματικά κοντά και την αδυναμία τους να ξεπεράσουν τα ελαττώματά τους.
Πρόκειται για μια ταινία αργών ρυθμών και λεπτών αποχρώσεων. Πολύ λίγα συμβαίνουν και πολλά αποσιωπούνται. Ο θεατής καλείται να λειτουργήσει σαν ερευνητής συναισθημάτων, αλλά και να αναγνωρίσει μια σειρά συμβολισμών, από τις αρχαίες ιωνικές κολώνες και τις χιονισμένες βουνοκορφές, μέχρι το στραγάλι που κυλιέται στο πάτωμα ενώ οι δύο εραστές συνευρίσκονται και το συρτάρι στο οποίο συνηθίζει να ακουμπά ο Ιζά το κεφάλι του (σύμφωνα με έναν αναλυτή αυτό σημαίνει πως πάσχει από κάποιας μορφή αυχενικό σύνδρομο, το οποίο συμβολίζει βεβαίως τη βαθύτερη συναισθηματική του παράλυση). Παρά τον κάπως βαρύγδουπο αυτό τρόπο συμβολικής έκφρασης, η ταινία μοιάζει να μένει πιστή σε κάποια βαθύτερα αισθήματα που αφουγκράζεται πίσω από τα τοπία, τα πρόσωπα και τις (λιγοστές) λέξεις. Καταφέρνει έτσι να εμπλέξει τον θεατή όχι μόνο εγκεφαλικά, αλλά και συναισθηματικά, και εκεί κερδίζει το παιχνίδι.

Αξιολόγηση: ***

20.9.07

ΠΑΡΑΝΟΜΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ


THE PROPOSITION

Σκηνοθεσία: John Hillcoat
Παίζουν: Guy Pearce, Ray Winstone, Danny Huston, Richard Wilson, Emily Watson, John Hurt
Αυστραλία
, 2005. Διάρκεια: 104΄. Sony.

Υπόθεση: Βρισκόμαστε στα βάθη της βορειοδυτικής Αυστραλίας στα τέλη του 19ου αιώνα. Μετά από σφοδρή ανταλλαγή πυρών, ο Λοχαγός του Βρετανικού Στρατού Στάνλεϊ καταφέρνει να αιχμαλωτίσει τους δυο μικρούς ιρλανδούς αδελφούς Μπερνς, τον Τσάρλι και τον Μίκι, ως βασικούς υπόπτους για την αποτρόπαια δολοφονία μιας οικογένειας εποίκων. Ο βασικός του στόχος, όμως, είναι ο μεγάλος αδελφός Άρθουρ, ένας κακούργος φημισμένος για τη ασυγκράτητη, αμείλικτη βιαιότητά του, ο οποίος ζει μόνιμα στα βουνά, σε περιοχές που ελέγχονται από τους ιθαγενείς πληθυσμούς των Αβοριγίνων. Ο λοχαγός Στάνλεϊ συλλαμβάνει τον μικρό Μίκι και αφήνει ελεύθερο τον Τσάρλι, μεσαίο και πιο λογικό αδελφό από τους τρεις, υπό έναν όρο: Να βρει και να σκοτώσει τον Άρθουρ. Σε αντίθετη περίπτωση, ο μικρός Μίκι θα κρεμαστεί εντός εννέα ημερών, ανήμερα των Χριστουγέννων...

Με μια ματιά: Αξιοποιώντας την πλατφόρμα του γουέστερν για να επιστρέψει όχι μόνο στις ρίζες του αυστραλιανού κινηματογράφου, δηλαδή στο “Last New Wave” της δεκαετίας του ’70, αλλά πολύ περισσότερο στις ρίζες του ίδιου του αυστραλιανού έθνους και τις συγκρούσεις των Άγγλων εποίκων με τις συμμορίες των περιπλανώμενων Ιρλανδών και τις τοπικές φυλές των Αβοριγίνων, ο σκηνοθέτης Τζον Χιλκοτ, συνεπικουρούμενος από ένα σενάριο του διάσημου αυστραλού μουσικού Νικ Κέιβ, μας παραδίδει μια ταινία βίαιη αλλά και λυρική, ένα βαθυστόχαστο έργο που διερευνά τα πιο σκοτεινά σημεία όχι μόνο της αυστραλιανής εθνικής ταυτότητας, αλλά και της ίδιας της ανθρώπινης φύσης.

Το δίδυμο Χίλκοτ-Κέιβ, γνώριμο και από παλαιότερες συνεργασίες τους στα βίντεο-κλιπς των Bad Seeds, θέτει στο προσκήνιο της προσοχής του την αμείλικτη σχετικότητα της ανθρώπινης φύσης: κανείς δεν είναι αυτό που φαίνεται, αλλά ούτε και τίποτε άλλο, λιγότερο εμφανές. Όλοι οι χαρακτήρες πλέουν σε έναν αχανή ωκεανό σχετικότητας, μεταβάλλοντας συνεχώς πρόσωπο και θέση. Ακόμη και το φυσικό τοπίο ταλαντεύεται, άλλοτε άγριο κι απωθητικό κάτω από το καυτό, ξερό φως του αυστραλιανού ήλιου, κι άλλοτε σαγηνευτικό όταν ο ίδιος αυτός ήλιος αρχίζει να δύει προσφέροντας πανέμορφα ηλιοβασιλέματα. Σ’ αυτό το μυθολογικό περιβάλλον, όπου ο άνθρωπος μοιάζει να έχει φτάσει στα υπέρτατα όριά του, η ταινία διατυπώνει έναν κινηματογραφικό στοχασμό για τον ρόλο του περιβάλλοντος στη συμπεριφορά των ανθρώπων, αλλά και για τις εγγενείς ατέλειες της ανθρώπινης ψυχής. Το τελικό αποτέλεσμα αποτελεί μια ευθεία επίθεση στα θεμέλια του αυστραλιανού έθνους, αλλά και ολόκληρου του σύγχρονου πολιτισμού μας.

Αξιολόγηση: ****


14.9.07

DAISY


Σκηνοθεσία:
Wai Keung Lau
Παίζουν:
Woo-sung Jung, Gianna Jun, Sung-jae Lee
Κορέα, 2006. Διάρκεια: 100΄.
Odeon.

Υπόθεση: Νεαρή κορεάτισα ζωγράφος, που βγάζει τα προς το ζειν σχεδιάζοντας πορτρέτα σε κεντρική πλατεία του Άμστερνταμ, ερωτεύεται έναν πελάτη της κορεάτη αστυνομικό, νομίζοντας πως αυτός είναι ο μυστηριώδης άγνωστος που της στέλνει καθημερινά λουλούδια. Στην πραγματικότητα όμως, τα λουλούδια στέλνει έτερος ομοεθνής της, ένας επαγγελματίας δολοφόνος ο οποίος είναι κρυφά ερωτευμένος μαζί της…

Με μια ματιά: Συνδυάζοντας τα κινηματογραφικά είδη του κορεατικού ρομαντικού μελοδράματος και της αστυνομικής περιπέτειας του Χονγκ-Κονγκ, η Daisy, που θα μπορούσε να μεταφραστεί ως «Μαργαρίτες», καταπιάνεται με όλο της το πείσμα και το πάθος με το προαιώνιο θέμα του απόλυτου έρωτα και το εγγενώς αδύνατο της πραγμάτωσής του. Αποτέλεσμα μια ταινία συγκινητική, ρεμβαστική, οπτικά όμορφη και αθεράπευτα ρομαντική.

Ο έρωτας συγκαταλέγεται στα ιδανικά, κι όπως κάθε ιδανικό είναι αδύνατο να πραγματωθεί σε όλη του την πληρότητα στον ατελή, υλικό κόσμο που ζούμε. Το αποτέλεσμα είναι να απωθείται στα βάθη του ασυνειδήτου, προκειμένου να μην μας ενοχλεί στην διεκπεραίωση της πεζής καθημερινότητάς μας, για να ανασυρθεί στη συνέχεια από φιλόδοξους καλλιτέχνες που τον μετουσιώνουν σε καλλιτεχνική δημιουργία η οποία μας υπενθυμίζει τον χαμένο αυτό παράδεισο. Κι απ’ όλες τις τέχνες, η καταλληλότερη ίσως για να εκφράσει το Απόλυτο του έρωτα είναι ο κινηματογράφος. Όπως ο έρωτας, έτσι κι ο κινηματογράφος μοιάζει με όνειρο. Όπως ο έρωτας, έτσι κι ο κινηματογράφος δεν αποτελεί παρά έναν μηχανισμό εξιδανίκευσης. Όπως στον έρωτα, έτσι και στον κινηματογράφο, κάποια στιγμή πέφτουν οι τίτλοι του τέλους, για να απομείνουμε και πάλι μόνοι, να αναλογιζόμαστε την ελλειμματική μας φύση. Όλα αυτά τα στοιχεία αξιοποιεί η ταινία που σας παρουσιάζουμε σήμερα, η οποία οικοδομείται έτσι πάνω στο στέρεο υλικό μιας αμιγούς τραγωδίας. Μιας τραγωδίας που ξετυλίγεται αργά, ατμοσφαιρικά, υπό τους ήχους ενός θαυμάσιου, μελωδικού σάουντρακ. Αξιόλογη δουλειά, συνδυάζει μια αρκετά σύνθετη αφηγηματική τεχνοτροπία απωανατολίτικου τύπου με μια φολκλορική ολλανδική τοπιογραφία η οποία παραπέμπει άμεσα στην εξίσου ευρωπαϊκή ιδέα του ρομαντικού έρωτα.

ΒΑΘΜΟΣ: ***

5.7.07

ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ… ΓΙΑ ΚΛΑΜΑΤΑ


CLERKS 2

Σκηνοθεσία: Κέβιν Σμιθ
Παίζουν: Μπράιαν Ο’ Χάλοραν, Τζεφ Άντερσον, Τζέισον Μιουζ, Κέβιν Σμιθ, Ροζάριο Ντόσον
ΗΠΑ, 2006. Διάρκεια: 97΄

Δεκατρία χρόνια μετά το Clerks, το ασπρόμαυρο εκείνο, ultra-low-budget ταινιάκι που τον εκτόξευσε με τη μία σε θέση περίοπτη στο πάνθεο του κινήματος του Αμερικάνικου Ανεξάρτητου Κινηματογράφου, ο Κέβιν Σμιθ επανέρχεται με τούτο το sequel στον Ντάντε και τον Ράνταλ, τους δυο υπαλληλάκους ενός παντοπωλείου του New Jersey, που αυτή τη φορά πιάνουν δουλειά στο φαστφουντάδικο Moobys, μαζί με τον νεαρό χριστιανόπληκτο και φανατικό της τριλογίας των Lords of the Rings Ελίας και την αφεντικίνα τους, κρυφό έρωτα του Ντάντε, την Μπέκυ.

Η ταινία βασίζεται στα ίδια χαρακτηριστικά που έκαναν και το πρώτο Clerks να ξεχωρίσει, δηλαδή τους καλογραμμένους διαλόγους που βρίθουν με αστείες ατάκες και ευφυολογήματα γύρω από την μαζική κουλτούρα, το σκατολογικό χιούμορ, τη γνωστή πλειάδα κωμικών χαρακτήρων που μοιάζει βγαλμένη από κάποιο κόμικ ή κάποια σουρεάλ τηλεοπτική σειρά, το παρεΐστικο κλίμα, καθώς και τη νοσταλγία για τη χαμένη αθωότητα της παιδικής ηλικίας. Σίγουρα είναι αδύνατο να καταλάβει και να εκτιμήσει κανείς σε όλη της την πληρότητα αυτή την ταινία αν δεν έχει δει το original, από την άλλη, όμως, θα ήταν άδικο να μην παρατηρήσουμε ότι, ακόμα και για τους άσχετους με το φιλμικό σύμπαν του Κέβιν Σμιθ, πρόκειται για μια αρκετά αστεία και έξυπνη κωμωδία, σε εποχές μάλιστα που οι καλές κωμικές ταινίες σπανίζουν.

Ο Σμιθ διαχειρίζεται έξυπνα την υπόθεση “sequel”, αποφεύγοντας μια νεκρανάσταση των αρχικών «Υπαλλήλων», και αφομοιώνοντας θεματικά τα δεκατρία χρόνια που πέρασαν. Οι ήρωες έχουν μεγαλώσει, προσπαθούν ακόμα να συμβιβαστούν με την ιδέα του χρόνου που περνά και χάνεται, με τις μεγάλες αποφάσεις που, όσο κι αν τις αναβάλλουν, κάποια στιγμή στη ζωή θα πρέπει να τις πάρουν, και πίσω απ’ όλη την ατέρμονη φλυαρία τους περί Starwars και Lords of the Rings, Άννας Φρανκ και Έλεν Κέλερ, ρατσιστικών στερεοτύπων και εκφράσεων που μειώνουν τους μαύρους, διαγράφεται με σαφήνεια πλέον μια απόπειρα απόδρασης από τις πιεστικές αυτές πραγματικότητες της ζωής. Με τον τρόπο αυτό, η μαζική κουλτούρα, οι ταινίες, τα κόμικς και οι τηλεοπτικές σειρές μετατρέπονται για τις εμβληματικές αυτές μορφές της γενιάς των slacker σε καταφύγια διαφυγής από όλα εκείνα τα δυσάρεστα στα οποία πρέπει να αντεπεξέλθει κανείς προκειμένου να ενηλικιωθεί.

Έξυπνο το concept, ο χειρισμός σωστός και συνεκτικός, το χιούμορ σε γενναιόδωρες δόσεις, τι άλλο να ζητήσει κανείς εν μέσω καύσωνα από ένα dvd; Καλό καλοκαίρι σε όλους!

ΒΑΘΜΟΣ: ***

22.6.07

Η ΠΕΝΑ ΤΟΥ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟΥ


TENACIOUS D IN THE PICK OF DESTINY

Σκηνοθεσία: Λίαμ Λιντς
Παίζουν: Τζακ Μπλακ, Κάιλ Γκας, Τζ.Ρ. Ριντ, Τρόι Τζεντάιλ
ΗΠΑ, 2006. Διάρκεια: 90΄

Υπόθεση: Ο Τζακ Μπλακ και ο Κάιλ Γκας διηγούνται σ’ αυτό το ροκ μιούζικαλ την ιστορία του συγκροτήματός τους, των Tenacious D, και μας παρουσιάζουν την πρώτη τους περιπέτεια, την αναζήτηση της θρυλικής μαγικής Πένας του Πεπρωμένου, που οδηγεί τον κάτοχό της στο απόλυτο ροκ σουξέ.

Ο γνωστός ηθοποιός Τζακ Μπλακ (High Fidelity, School of Rock) έχει ήδη από το 1993 μια ροκ μπάντα, μαζί με τον Κάιλ Γκας. Την λένε Tenacious D. Το 1997 πρωταγωνίστησε σε μια αρκετά πετυχημένη σειρά στο αμερικάνικο τηλεοπτικό δίκτυο ΗΒΟ. Δέκα χρόνια αργότερα η ώρα για την μπάντα έχει φτάσει, να βγάλει και την πρώτη της ταινία, η οποία δεν μπορεί παρά να κινείται στο καλτ νεανικό ροκ ύφος που έχουν καθιερώσει τόσο οι Tenacious D, όσο και ο ίδιος ο Τζακ Μπλακ προσωπικά. Πρόκειται για μια ταινία πολύ ροκ, χαβαλεδιάρικη, αστεία και άκρως σινεφιλική, που αποπνέει μια ατμόσφαιρα παρεΐστικη κι ανάλαφρη. Ξεκινά με μια εξαιρετική σκηνή – αναφορά στο Tommy, με έναν καταπληκτικό δεκατριάχρονο να σολάρει ως έφηβος Τζακ Μπλακ και τον Meat Loaf να τον δέρνει και να του βγάζει ένα πατρικό κήρυγμα – πάντα τραγουδιστά. Αργότερα, η αφίσα του Dio που έχει ο νεαρός στο δωμάτιό του ζωντανεύει, και ο Dio, με σάρκα και οστά, σε ένα δυνατό σόλο τον ξορκίζει να το σκάσει από το σπίτι του και να φτιάξει τη δική του ροκ μπάντα: “Now go my son and rock”. Υπάρχουν κι άλλες δυνατές σκηνές στην ταινία, άλλοτε με guest appearances, όπως του καταπληκτικού Μπεν Στίλερ σε ρόλο ιδιοκτήτη καταστήματος ειδών ροκ και του Τιμ Ρόμπινς σε ρόλο απόκληρου παλιού ροκά, κι άλλοτε με αναφορές σε ταινίες, όπως στο Κουρδιστό Πορτοκάλι και το Mission Impossible. Αν και δεν πρόκειται ούτε ακριβώς για μιούζικαλ, ούτε για κωμωδία, υπάρχουν αρκετές και αξιόλογες τραγουδιστικές σκηνές, όπως και διάσπαρτες κωμικές στιγμές, όπως για παράδειγμα οι «πεοκάμψεις» που διδάσκει ο Κάιλ Γκας στον Τζακ Μπλακ και ο τρόπος που αυτός θα τις χρησιμοποιήσει αργότερα. Η παραγωγή είναι αρκετά πλούσια, με ευφάνταστα γραφικά, αυτοκινητοκυνηγητά και μπόλικα ειδικά εφέ, ενώ η διάρκεια είναι τόση όση πρέπει για να μη μειώνεται το ενδιαφέρον ούτε στιγμή. Πολύ αξιόλογη ταινία για το νεανικό, ροκ κοινό, η οποία συνοδεύεται μάλιστα και από αρκετά extras, σχόλια των πρωταγωνιστών και του σκηνοθέτη, πολύ ενδιαφέρον making of και κομμένες σκηνές.

ΒΑΘΜΟΣ: ***

(δημοσιεύτηκε στον εξώστη, τεύχος 778)

14.6.07

Η ΜΕΓΑΛΗ ΣΤΙΓΜΗ ΤΟΥ ΡΟΜΠΕΡΤ ΚΑΡΜΑΪΚΛ



THE GREAT ECSTASY OF ROBERT CARMICHAEL

Σκηνοθεσία: Τόμας Κλέι
Παίζουν: Ντάνιελ Σπένσερ, Ντάνι Ντάιερ, Ράιαν Ουίνσλεϊ, Μαίκλ Χάου
Βρετανία (2005). Διάρκεια: 96΄

Υπόθεση: Ο τελειόφοιτος μαθητής Λυκείου Ρόμπερτ Καρμάικλ, εσωστρεφής και μονήρης, με έφεση στο βιολοντσέλο, μεγαλώνει σε μια ήσυχη, παραλιακή αγγλική κωμόπολη. Ενώ γύρω του ξετυλίγεται η βαρετή καθημερινότητα της επαρχίας, ο Ρόμπερτ αφιερώνει όλο και περισσότερο από το χρόνο του στους δύο μοναδικούς του φίλους, εκ των οποίων ο ένας έχει αποβληθεί οριστικά από το σχολείο για βίαιη συμπεριφορά και χρήση ναρκωτικών. Μια μέρα θα καταφτάσει αποφυλακισμένος και ο ξάδελφός του, γνωστός έμπορος ναρκωτικών…


Με μια αφήγηση ελλειπτική, που εστιάζει στο καθημερινό, το τετριμμένο, αυτό που έχουμε μάθει να θεωρούμε ασήμαντο, με μια συνειδητή προσπάθεια αποδραματοποίησης, αργούς ρυθμούς και μια ποιητική ματιά στο αγγλικό τοπίο, ο νεαρός, γεννημένος το 1979, σκηνοθέτης Τόμας Κλέι, πραγματοποιεί ένα από τα πιο εντυπωσιακά ντεμπούτα των τελευταίων χρόνων, προσφέροντάς μας μια ταινία ατμοσφαιρική, μινιμαλιστική, λυρική και σοκαριστική ταυτόχρονα. Πάνω απ’ όλα όμως, πρόκειται για μια ταινία αινιγματική, που εγείρει πλήθος ερωτηματικών και προβληματισμών, τόσο για την κατάσταση της ευημερούσας (;), εφησυχασμένης κοινωνίας μας και τις αξίες που σιωπηρά και καταχθόνια καλλιεργεί, όσο και για τη φύση του ίδιου του κινηματογραφικού μέσου και τη δυνατότητά του να νοηματοδοτεί μονοσήμαντα τα πράγματα.

Η ταινία μοιάζει για μεγάλο χρονικό διάστημα να μην έχει κάποιο κεντρικό θέμα, και δαπανά το χρόνο της στην παρουσίαση της καθημερινής ζωής στην αγγλική επαρχία. Τα συγκεκριμένα στιγμιότυπα, όμως, που ο νεαρός σκηνοθέτης έχει επιλέξει, συνθέτουν ένα εξαιρετικά γριφώδες σύνολο, που περισσότερα υπονοεί με αυτά που απουσιάζουν από αυτό, παρά με αυτά που δείχνονται. Στην καρδιά της ταινίας βρίσκεται μια περίτεχνα κινηματογραφημένη σκηνή (προσέξτε το εξαιρετικό τράβελινγκ του Γιώργου Αρβανίτη, μόνιμου συνεργάτη του Θόδωρου Αγγελόπουλου), στην οποία ο Ρόμπερτ και οι φίλοι του μαζεύονται σ’ ένα διαμέρισμα για να δοκιμάσουν μια ποικιλία ναρκωτικών ουσιών, ενώ το τελευταίο τέταρτο της ταινίας επιφυλάσσει δυσάρεστες εκπλήξεις στο θεατή, και απαιτεί πολύ γερά στομάχια. Είναι σ’ αυτό το τελευταίο τμήμα που η ταινία εγκαταλείπει τους χαμηλούς της τόνους, χάνει τον αφαιρετικό της χαρακτήρα και αποδύεται σ’ ένα βερμπαλιστικό ξέσπασμα, που ξένισε αρκετούς και οδήγησε σε επικρίσεις για απόπειρα φτηνού εντυπωσιασμού. Νομίζουμε όμως ότι και το σοκάρισμα ανήκει σαφώς στην προγραμματική ατζέντα της Τέχνης και, παρά το ότι αποτελεί συχνά την εύκολη λύση, στη συγκεκριμένη περίπτωση λειτουργεί άκρως αφυπνιστικά και ολοκληρώνει με πολύ πετυχημένο τρόπο μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ταινία.

ΒΑΘΜΟΣ: ****
(δημοσιεύτηκε στον εξώστη, τεύχος 777)

7.6.07

ΜΙΑ ΑΒΟΛΗ ΑΛΗΘΕΙΑ


AN INCONVENIENT TRUTH

Σκηνοθεσία: Ντέιβις Γκουγκενχάιμ
Παρουσίαση: Αλ Γκορ
ΗΠΑ, 2006. Διάρκεια: 95΄

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος που γιορτάσαμε την προηγούμενη Τρίτη, σας προτείνουμε γι’ αυτή την εβδομάδα το βραβευμένο με Όσκαρ ντοκιμαντέρ «Μία άβολη αλήθεια», στο οποίο ο τέως Αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Κλίντον (και τέως «Επόμενος Πρόεδρος των ΗΠΑ», όπως ο ίδιος σαρκαστικά αυτοαποκαλείται) κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για το φαινόμενο της υπερθέρμανσης του πλανήτη.

Ο Αλ Γκορ παραθέτει με απλό και ευσύνοπτο τρόπο, χρησιμοποιώντας πλήθος γραφικών παραστάσεων και σχημάτων, μια σειρά από συγκλονιστικά στοιχεία σχετικά με τις κλιματικές μεταβολές στον πλανήτη μας τα τελευταία χρόνια. Μακρές περίοδοι ξηρασίας που ακολουθούνται από έντονες καταιγίδες και καταρρακτώδεις βροχοπτώσεις, τυφώνες και ανεμοστρόβιλοι, πλημμύρες και φυσικές καταστροφές συμπληρώνουν σαν μαγική εικόνα το παγκόσμιο παζλ που εξυφαίνεται μπροστά στα περιδεή μάτια μας. Όχι, δεν πρόκειται για απλές συμπτώσεις. Οι επιστήμονες συμφωνούν ότι η Γη όντως υπερθερμαίνεται, το κλίμα μεταβάλλεται, κι ότι θα συνεχίσει να μεταβάλλεται με ακόμα ταχύτερους ρυθμούς αν δεν αντιδράσουμε σύντομα. Με απαρχή το φαινόμενο του θερμοκηπίου που προκαλείται από τις υπερβολικές εκπομπές αερίων ρύπων και ιδιαίτερα διοξειδίου του άνθρακα (CO2) στην ατμόσφαιρα, μια αλυσίδα φυσικών φαινομένων καταλύεται, με ανυπολόγιστες συνέπειες για το μέλλον του πλανήτη μας. Η λύση βρίσκεται στην άμεση ενημέρωση και ευαισθητοποίηση όλων μας, με μια πιο φιλική προς το περιβάλλον ανάπτυξη, μείωση της αέριας ρύπανσης, λιγότερη δαπάνη ενέργειας και χρησιμοποίηση εναλλακτικών πηγών ενέργειας.

Η ταινία βασίζεται σε μια σειρά διαλέξεων που εδώ και λίγα χρόνια δίνει ο Αλ Γκορ σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γης. Η δομή της είναι πολύ απλή, στοιχειώδης θα λέγαμε, με λιγοστές παρεκβάσεις από την αίθουσα διαλέξεων όπου βρίσκεται ο ομιλητής, προκειμένου να καταφύγει σε κάποια πιο λυρικά ξεσπάσματα, που και πάλι όμως έχουν τον Αλ Γκορ στο επίκεντρό τους. Βασική αδυναμία της ταινίας, λοιπόν, είναι η υπερβολική της επικέντρωση γύρω από το πρόσωπο του τέως Αντιπροέδρου, ο οποίος παρηγορεί λίγο με τον τρόπο αυτό την πληγωμένη ματαιοδοξία του. Δεύτερη αδυναμία της είναι η υπερβολική έμφαση στην κινδυνολογία και η ελάχιστη αναφορά στο τι δέον γενέσθαι. Θα μπορούσε βεβαίως να ισχυριστεί κανείς ότι αν δεν τρομάξει το κοινό δεν ευαισθητοποιείται, από την άλλη όμως η έλλειψη προτάσεων (οι μοναδικές προτάσεις πέφτουν μαζί με τα γράμματα των τίτλων του τέλους, και θυμίζουν φυλλάδιο της ΔΕΗ περί εξοικονόμησης ενέργειας) καθιστά και την ίδια την ενημέρωση αμφίβολης αποτελεσματικότητας. Σε κάθε περίπτωση, το συγκεκριμένο ντοκιμαντέρ αποτελεί ένα θαυμάσιο σημείο εκκίνησης για μια περαιτέρω ευαισθητοποίηση, και στη βάση αυτή το προτείνουμε σε οποιονδήποτε είναι άσχετος περί τα περιβαλλοντικά προβλήματα του πλανήτη μας.

ΒΑΘΜΟΣ: ***

(δημοσιεύτηκε στον εξώστη, τεύχος 776)

31.5.07

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΗΣ ΣΥΜΦΟΡΑΣ


RUNNING WITH SCISSORS

Σκηνοθεσία: Ράιαν Μέρφι

Παίζουν: Άνετ Μπένινγκ, Τζόζεφ Κρος, Μπράιαν Κοξ, Τζόζεφ Φάινς, Άλεκ Μπόλντουιν, Γκίνεθ Πάλτροου

ΗΠΑ, 2006. Διάρκεια: 121΄

Υπόθεση: Ο μικρός Ογκόστεν μεγαλώνει κατά τη δεκαετία του ’70 μέσα σε μια άκρως δυσλειτουργική οικογένεια, με μια εγωκεντρική και ψυχολογικά ασταθή μητέρα που ονειρεύεται να γίνει διάσημη συγγραφέας κι έναν παραιτημένο, αποτραβηγμένο πατέρα. Μετά το διαζύγιο των γονέων του, η μητέρα του καταφεύγει στη φροντίδα του αντισυμβατικού ψυχίατρου Δόκτορα Φιντς, ο οποίος την πείθει ότι πρέπει να του αναθέσει και την κηδεμονία του γιού της. Ο 14χρονος Ογκόστεν γίνεται έτσι αναγκαστικά μέλος της θεότρελης οικογένειας του Δόκτορα Φιντς.

Μετά τις «Κρυφές επιθυμίες», που σας παρουσιάσαμε πριν από δύο βδομάδες, άλλη μία ταινία εξαπολύει τη δική της δριμεία επίθεση στην Αγία Αμερικανική Οικογένεια. Βασιζόμενη στο ευπώλητο αυτοβιογραφικό βιβλίο του Ογκόστεν Μπάροουζ “Running with Scissors”, η «Οικογένεια της συμφοράς» κινείται μεταξύ σάτιρας, ιδιοσυγκρασιακής κωμωδίας του παραλόγου και κοινωνικής κριτικής, προκειμένου να μας παραδώσει το πορτρέτο ενός μικρόκοσμου χαρακτήρων αποπροσανατολισμένων, εγκλωβισμένων στα ψυχοκοινωνικά αδιέξοδα και την μανία για φεμινισμό και ψυχανάλυση των ’70s.

Κυριαρχικές μορφές σ’ αυτό το τελματώδες τοπίο η Ντάιντρα, μητέρα του Ογκόστεν, και ο Δρ. Φιντς. Η Ντάιντρα, την οποία ενσαρκώνει με ιδιαίτερο οίστρο η Ανέτ Μπένινγκ, είναι μια γυναίκα καταπιεσμένη ήδη από τα παιδικά της χρόνια, που αδυνατεί να καταλάβει ότι στις ανθρώπινες σχέσεις δεν αρκεί μόνο να επιδιώκουμε την ικανοποίηση των προσωπικών μας αναγκών, αλλά πρέπει και να δίνουμε. Επηρεασμένη από το φεμινιστικό κίνημα της εποχής, αλλά και την αμερικάνικη εμμονή για διασημότητα, απομακρύνεται σταδιακά από το φυσικό ανθρώπινο περιβάλλον της, δηλαδή την οικογένειά της, προκειμένου να αποδυθεί σε ένα έωλο ταξίδι αναζήτησης της «δημιουργικής της συνείδησης», που δεν οδηγεί εν τέλει, παρά στα δίχτυα ενός εξουσιαστικού ψυχαναλυτή έτοιμου να εκμεταλλευθεί τις αδυναμίες των πελατών του για να εξυπηρετήσει ίδια συμφέροντα. Ο Δρ. Φιντς ανάγεται έτσι σε μορφή-σύμβολο της χρεοκοπίας της ψυχανάλυσης, η οποία εμφανίζεται σαν μια μέθοδος απορύθμισης του ψυχικού κόσμου του ασθενούς, προκειμένου να ελεγχθεί αποτελεσματικότερα, με σκοπό τη χειραγώγηση, αλλά και την απόσπαση τεράστιων χρηματικών ποσών. Πολλά αντλεί η ταινία από τα δύο αυτά ανθρώπινα πορτρέτα, όπως επίσης και από την λεπταίσθητη αναπαράσταση των εσωτερικών χώρων, που καταφέρνουν ταυτοχρόνως μας ταξιδέψουν πίσω στα ’70s αλλά και μας απομακρύνουν απ’ αυτά, βυθίζοντάς μας σε έναν κόσμο φανταστικό, γεμάτο από νευρώσεις, παρανοϊκές συμπεριφορές και εγωιστικά μικροσυμφέροντα συγκεκαλυμμένα πίσω από τα μεγάλα λόγια και τις θεωρίες που τόσο συνηθιζόταν την εποχή εκείνη.

Αν και η ταινία από ένα σημείο και μετά μεταπίπτει σε μια άνευ νοήματος και στόχευσης κωμωδία του παραλόγου, η ένταση με την οποία απεικονίζει την οικογένεια σαν ένα διαρκές αβυσσαλέο αδιέξοδο, καθώς και η ανάδειξη του κενόδοξου και υποκριτικού τρόπου με τον οποίο η αμερικανική κοινωνία εξέλαβε κινήματα όπως του φεμινισμού και της ψυχανάλυσης, την καθιστούν μια ικανοποιητική πρόταση για κατ’ οίκον ψυχαγωγία.

ΒΑΘΜΟΣ: ***

(δημοσιεύτηκε στον εξώστη, τεύχος 775)

24.5.07

THE DEAD GIRL


ΤΟ ΝΕΚΡΟ ΚΟΡΙΤΣΙ


Σκηνοθεσία: Κάρεν Μόνκριφ

Παίζουν: Τόνι Κολέτ, Πάιπερ Λόρι, Τζοβάνι Ριμπίζι, Μάρσια Γκέι Άρντεν


Πεντάπτυχη ταινία που περιελίσσει την αφήγησή της γύρω από το πτώμα ενός κοριτσιού-θύματος ενός επαναληπτικού δολοφόνου, το Νεκρό Κορίτσι κατασκευάζει με εξαντλητική επιμονή ένα περίκλειστο, εφιαλτικό σύμπαν, από το οποίο ελάχιστες βαλβίδες διαφυγής υπάρχουν. Αποτέλεσμα μια ταινία δύσκολη, για θεατές με γερό στομάχι, αλλά παράλληλα αλλόκοτα γοητευτική, ευαίσθητη και ενορατική.

Ήδη από τα πρώτα της πλάνα, τα οποία παρουσιάζουν μια φύση στερημένη από χρώματα και ζωή, δίχως τόνους κι αποχρώσεις, η ταινία καθιστά σαφές το βασικό της επιχείρημα: Ζούμε σ’ έναν κόσμο ζωντανών-νεκρών, σ’ έναν χώρο εξωκοινωνικό, ακριβώς σαν την «Άγνωστη» της πρώτης ιστορίας, όπου η κοινωνία, δηλαδή η ανθρώπινη επικοινωνία, δεν πραγματώνεται. Περιφερόμαστε σαν τα φαντάσματα, κουβαλώντας μέσα μας το βάρος αυτής ακριβώς της απώλειας, σαν ένα άλλο προπατορικό αμάρτημα, έκπτωτοι από την ανθρώπινη Ουσία. Αυτό που απομένει είναι η μοναξιά, οι εφιάλτες από το παρελθόν και μια διαρκώς επικρεμάμενη απειλή για το μέλλον. Η απειλή αυτή παίρνει στην ταινία έναν έμφυλο χαρακτήρα: Στο αμιγώς γυναικείο σύμπαν της, όπου πρωταγωνιστούν αποκλειστικά γυναίκες, γυναίκες βασανισμένες, απέλπιδες, τσακισμένες από την απώλεια, ο άνδρας εκφράζει τη δική του εσώτερη αλλοτρίωση παίρνοντας το ρόλο του απειλητικού, επιθετικού, βίαιου. Η ταινία αποκτά έτσι και μια φεμινιστική διάσταση, ανασύροντας από το παρελθόν έναν τύπο φεμινισμού λίγο μίσανδρο, προκειμένου να μας θέσει ενώπιον της οδυνηρής αλήθειας ότι πόρρω απέχουμε από την παραδείσια εκείνη κατάσταση, στην οποία οι γυναίκες δεν θα απειλούνται και δεν θα πέφτουν θύματα της ανδρικής επιθετικότητας.

18.5.07

ΚΡΥΦΕΣ ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ


LITTLE CHILDREN

Σκηνοθεσία: Τοντ Φιλντ
Παίζουν: Κείτ Ουίνσλετ, Πάτρικ Ουίλσον, Τζένιφερ Κόνελι, Τζάκι Ερλ Χάλεϊ
ΗΠΑ, 2006. Διάρκεια: 130΄

Υπόθεση: Η Σάρα, τριαντάρα μητέρα της ευκατάστατης Αμερικής των προαστίων, γνωρίζεται στην παιδική χαρά με τον Μπραντ, συνομήλικό της αρρενωπό πατέρα. Αμφότεροι διάγουν φαινομενικά ευτυχισμένους γάμους. Την ίδια ώρα, τη συνοικιακή πλήξη διαταράσσει η αποφυλάκιση ενός παιδεραστή, ο οποίος εγκαθίσταται στη γειτονιά τους…

Το να σκύβει κάτω από τους αστικούς καναπέδες για να ανακαλύψει τη βρωμιά που καταχωνιάζουν κρυφά οι καθωσπρέπει εκπρόσωποι του Αμερικάνικου Ονείρου, αποτέλεσε ανέκαθεν μια από τις αγαπημένες δραστηριότητες του Αμερικάνικου Ανεξάρτητου Κινηματογράφου. Σίγουρα, λοιπόν, δεν διεκδικεί δάφνες θεματικής πρωτοτυπίας μια ταινία που ασχολείται με θέματα όπως η κενότητα και η υποκρισία που φωλιάζουν στα πλούσια προάστια των αμερικάνικων μεγαλουπόλεων, η σεξουαλική διαστροφή που υποκρύπτεται πίσω από υπεράνω πάσης υποψίας εμφανίσεις, αλλά και η ψυχολογική ανωριμότητα στην οποία εν τέλει οφείλονται όλες αυτές οι άκρως δυσάρεστες καταστάσεις. Αυτό που κάνει την ταινία του Τοντ Φιλντ να ξεχωρίζει, όμως, είναι η διαφοροποίηση στο στιλ. Ο Φιλντ, πέντε χρόνια μετά τα «Μυστικά της κρεβατοκάμαρας», επανέρχεται με μια ταινία υφολογικά πολύπλοκη, που μετεωρίζεται μεταξύ σάτιρας, κοινωνικής κριτικής και ψυχοδράματος, καταφέρνοντας να διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή, ακόμη και στις λιγότερο πετυχημένες σκηνές. Με άκρως λιτές, ελεγχόμενες πινελιές και με πανούργα αξιοποίηση της αφηγηματικής έλλειψης, ο Φιλντ δημιουργεί μια σειρά από αιχμηρά, διεισδυτικά ψυχολογικά πορτρέτα. Παράλληλα, καταφέρνει να διατηρεί κυμαινόμενο τον τόνο του, άλλοτε σατιρίζοντας και ξεμπροστιάζοντας τους ήρωές του, κι άλλοτε αγκαλιάζοντάς τους με εμπιστοσύνη, πετυχαίνοντας έτσι να εκμαιεύσει τα πιο βαθιά, μύχια μυστικά τους. Η Σάρα, κεντρική ηρωίδα του, είναι ένα πνευματικά καλλιεργημένο και ευαίσθητο άτομο, που επέλεξε όμως να ζει μια συμβατική ζωή και να κάνει ένα γάμο συμφέροντος, που της άνοιξε τις πόρτες μιας ζωής υλικά πλούσιας, συναισθηματικά όμως φτωχής και επιφανειακής. Ο Μπραντ, από την άλλη μεριά, είναι ένα ανώριμο άτομο, ένα μεγάλο παιδί που αρνείται να ενηλικιωθεί. Ζει κι αυτός μέσα σ’ ένα ψέμα, αρνούμενος να αντικρίσει κατάματα τις αλήθειες της ζωής του. Ο ερωτικός σπινθήρας που θα εκσπάσει μεταξύ τους θα αποτελέσει μια ένεση αλήθειας και γνησιότητας, μια πυξίδα για τις απαραίτητες αλλαγές στις ζωές τους. Η ταινία όμως, τολμά να στρέψει θαρραλέα τη ματιά της και στον παιδεραστή, ένα βασανισμένο πλάσμα, που διατηρεί πλήρη συνείδηση της κατάστασής του. Με ευθυκρισία και ανθρωπιά, όχι όμως και συμπάθεια, αποκαλύπτει τη νοσηρή του ιδιοσυστασία, ενώ στο τέλος ανοίγει και κάποιο παράθυρο λύτρωσης. Ισότιμος πρωταγωνιστής της ταινίας αναδεικνύεται, τέλος, και το Αμερικάνικο αστικό προάστιο, αυτός ο σιωπηρός πρωταγωνιστής τόσων και τόσων αξιομνημόνευτων φιλμικών συμπάντων - ας θυμηθούμε απλά το «Μπλε Βελούδο» και το American Beauty – όμορφο, ειρηνικό, πολύχρωμο, ένα πρότυπο ευζωίας που αποτελεί όνειρο ζωής για όσους το αντικρίζουν. Κι όμως, πίσω απ’ τη γυαλιστερή προθήκη κρύβεται ένας κόσμος ανομολόγητων παθών… Ίσως τελικά, όπως σημειώναμε και την προηγούμενη εβδομάδα, να αποτελεί ίδιον της ανθρώπινης φύσης να υπεκφεύγει κάθε κατηγοριοποίησης, κάθε απόπειρας ομογενοποίησης. Η διαφορετικότητα φύεται παντού, ρίχνοντας απειλητικά τη σκιά της στα περιβάλλοντα εκείνα όπου ο άνθρωπος τόλμησε να πιστέψει ότι μπορούσε να κρατήσει προστατευμένα και αλώβητα…

ΒΑΘΜΟΣ: ****

(δημοσιεύτηκε στον εξώστη, τεύχος 773)

9.5.07

ΜΙΚΡΑ ΚΟΚΚΙΝΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ


Kanshangqu Hen Mei / LITTLE RED FLOWERS

Σκηνοθεσία: Ζανγκ Γιουάν
Παίζουν: Ντονγκ Μπόουεν, Νινγκ Γιουάνγιουαν, Τσεν Μανγιουάν, Ζάο Ρούι
Κίνα, 2006. Διάρκεια: 91΄

Υπόθεση: Ο τετράχρονος Κιανγκ μπαίνει οικότροφος σε κρατικό νηπιαγωγείο, ως είθισται στη μετεπαναστατική Κίνα της δεκαετίας του ’50. Η προσαρμογή του όμως στην άκρας πειθαρχίας κρατική διαπαιδαγώγηση θα είναι προβληματική, και τα «μικρά κόκκινα λουλούδια» που απονέμονται σε όσα παιδάκια επιδεικνύουν τη δέουσα συμπεριφορά, θα παραμείνουν γι’ αυτόν ένα άπιαστο όνειρο…

Ταινίες με νεαρούς ήρωες των οποίων η προσωπικότητα συνθλίβεται κάτω από ένα καταπιεστικό, αντιδραστικό εκπαιδευτικό σύστημα υπάρχουν ουκ ολίγες στην παγκόσμια φιλμογραφία. Η διαφορά τους με την ταινία που σας παρουσιάζουμε σήμερα είναι ότι εδώ, το Σύστημα δεν δαιμονοποιείται, δεν παρουσιάζεται ως το απόλυτο Κακό. Υπάρχουν πολλά καλοπροαίρετα και προοδευτικά στοιχεία στην εκπαίδευση που το μαοϊκό κράτος προσπαθεί να παράσχει, το πρόβλημα όμως εντοπίζεται βαθύτερα: Στο κατά πόσο, δηλαδή, είναι ποτέ δυνατό να ομογενοποιηθεί πλήρως η συμπεριφορά ενός ανθρώπινου συνόλου. Η αρνητική απάντηση που δίνει η ταινία τονίζεται από το γεγονός της επιλογής τόσο νεαρών πρωταγωνιστών. Στόχος της επιλογής αυτής δεν είναι η ευκολότερη συγκίνηση του θεατή, αλλά η ευκρινέστερη ανάδειξη του επιχειρήματος: Η διαφορετικότητα είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ανθρώπινης φύσης. Οι όποιες απόπειρες ομογενοποίησης της ανθρώπινης συμπεριφοράς έχουν άκρως πεπερασμένα όρια. Το Κακό, όπως και το Καλό, μαζί με όλες τις μεταξύ τους διαβαθμίσεις, υπάρχουν μέσα μας και είναι αναπότρεπτη η ανάδυσή τους κάποια στιγμή στην επιφάνεια. Η δε ανθρώπινη προσωπικότητα, ανθίσταται σθεναρά της όποιας κατηγοριοποίησης, και παρά τη λαίλαπα του κονφορμισμού – που κάνει σαφή την παρουσία του στην ταινία στο πρόσωπο της όλης σιωπηλής μάζας των νηπίων που υποτάσσονται στα κελεύσματα των δασκάλων τους – πάντα θα υπάρχουν άτομα που θα περισσεύουν, θα διαφέρουν, θα αποτελούν αγκάθι στο μάτι των κρατούντων.

Χαμηλών τόνων ταινία, με εξαιρετική φωτογραφία, καταγράφει μια πληθώρα από γλαφυρές λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής στα κρατικά οικοτροφεία της εποχής του Μάο - η ομαδική πρωινή αφόδευση και ο βραδινός έλεγχος καθαριότητας του πισινού αποτελούν δύο από τις πιο ευτράπελες στιγμές – δεν διαθέτει όμως μια δραματουργία όπως την έχουμε συνηθίσει εμείς στη Δύση, όπου ο ήρωας θα ξεκινά από μια αφετηρία και μέσα από μια αλληλουχία κομβικών γεγονότων θα καταλήγει κάπου αλλού. Εδώ αντιθέτως, ο ήρωας βρίσκεται στο τέλος εκεί ακριβώς που βρισκόταν και στην αρχή, οι δε ενδιάμεσες σκηνές είναι επεισοδιακού χαρακτήρα, δεν στρέφουν την ιστορία προς νέες, διαφορετικές κατευθύνσεις. Το αποτέλεσμα, επομένως, ρέπει προς μια ήπια μονοτονία, που ευτυχώς δεν προλαβαίνει να εξελιχτεί σε ανία, καθώς η διάρκεια δεν ξεπερνά τη μιάμιση ώρα. Εκνευριστική η ιταλικής εμπνεύσεως μουσική επένδυση, λειτουργεί στην ουσία προς μια κατεύθυνση ακύρωσης της σκηνοθετικής γραμμής, επιχειρώντας την εκμαίευση εύκολων συναισθηματικών αντιδράσεων. Μα, τι δουλειά έχουν οι Ιταλοί στην Κίνα;

ΒΑΘΜΟΣ: **

(δημοσιεύτηκε στον εξώστη, τεύχος 772)

3.5.07

Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΤΕΛΙΚΟΣ


LA GRAN FINAL

Σκηνοθεσία: Γεράρδο Ολιβάρες
Παίζουν: Ατιμπού Αμπουμπακάρ, Μποσάι Νταλάι Χαν, Ντιτ Μπλίντε
Ισπανία/Γερμανία, 2006. Διάρκεια: 88΄

Τι κοινό μπορεί να διαθέτουν οι ζωές τριών τόσο απόμακρων και απομακρυσμένων μεταξύ τους φυλών, όπως οι Μογγόλοι νομάδες των οροπεδίων Αλτάι, οι Τουαρέγκ της ερήμου Τενέρε του Νίγηρα και οι Ινδιάνοι Χάμα του Αμαζονίου; Το ποδόσφαιρο, ισχυρίζεται η συγκεκριμένη ταινία, που ισορροπεί επιτήδεια μεταξύ μυθοπλασίας και ντοκιμαντέρ, προκειμένου να μας παρουσιάσει τις επίπονες προσπάθειες ορισμένων μελών των τριών αυτών φυλών να εντοπίσουν μια τηλεόραση που λειτουργεί, για να παρακολουθήσουν τον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου Ποδοσφαίρου μεταξύ της Βραζιλίας και της Γερμανίας.

Το μήνυμα, βέβαια, είναι σαφές: Η σύγχρονη τεχνολογία έχει μετατρέψει ολόκληρη τη Γη μας σ’ ένα τεράστιο πλανητικό χωριό, που εξομαλύνει τις διαφορές των ανθρώπων και μετατρέπει τις τοπικές διαφορές ηθών και εθίμων σε χαριτωμένες εκκεντρικότητες. Και δεν είναι τυχαίο ότι, για να περάσει ένα τέτοιο μήνυμα, χρησιμοποιείται η τελειότερη τεχνολογία. Εντυπωσιακές εναέριες λήψεις αρπακτικών αετών που υπερίπτανται της αχανούς μογγολικής στέπας, άψογα φωτισμένες εικόνες της απλανούς ομοιομορφίας της ερήμου που αντιτίθεται στις πολύχρωμες φορεσιές των Τουαρέγκ, σπάνια πλάνα από την άγρια ζωή της ζούγκλας του Αμαζονίου. Ένα επίτευγμα της οπτικής τεχνολογίας υμνεί τις δυνατότητες της σύγχρονης μαζικής επικοινωνίας. Εξυπακούεται, βέβαια ότι, χέρι-χέρι με το χαριτολόγημα του ποδοσφαίρου ως αφορμής για την παγκόσμια αυτή συνάντηση λαών και πολιτισμών συμβαδίζουν και τα απαραίτητα ανθρωπιστικά αντανακλαστικά: Οι ήρωες της ταινίας καβγαδίζουν δι’ ασήμαντον αφορμή, προσφέροντάς μας απλόχερα, αν όχι το γέλιο, σίγουρα πάντως το μειδίαμα, στο τέλος όμως οι πάντες παραμερίζουν τις μικροδιαφορές τους και καταλήγουν σ’ ένα παγκόσμιο συναδέλφωμα – τι έχουμε να χωρίσουμε σε τούτη δω την πλάση;

Αρκετά έξυπνη ως σύλληψη η ταινία, οπτικά επιβλητική, με εύθυμη ατμόσφαιρα, χάνει κάπως τη φούρια της μετά την πρώτη ώρα, χωρίς πάντως να καταντήσει ποτέ βαρετή. Όλοι οι ηθοποιοί είναι ντόπιοι ερασιτέχνες οι οποίοι «διαλύουν» στην ουσία το ρόλο τους μέσα στην πραγματική προσωπική τους ζωή, στοιχείο που είναι από τα πιο ενδιαφέροντα της ταινίας, ιδιαίτερα όσον αφορά τους Μογγόλους νομάδες. Αντίθετα, η απόδοση των Ινδιάνων του Αμαζονίου παραμένει καθαρά φαρσική. Εξαιρετικά τα έθνικ ρυθμικά μουσικά περάσματα.

ΒΑΘΜΟΣ: ***

(δημοσιεύτηκε στον εξώστη, τεύχος 771)