13.4.07

Η ΑΥΡΑ


EL AURA

Σκηνοθεσία: Φαμπιάν Μπιελίνσκι
Παίζουν: Ρικάρντο Νταρίν, Ντολόρες Φόνζι, Πάμπλο Θεντρόν, Βάλτερ Ρέινο
Αργεντινή, 2005. Διάρκεια: 126΄

Υπόθεση: Ένας επιληπτικός ταριχευτής, που ζει κλεισμένος στον εαυτό του και ονειρεύεται να αξιοποιήσει κάποια μέρα τη φωτογραφική του μνήμη για να οργανώσει την τέλεια ληστεία, πηγαίνει με ένα συνάδελφό του για κυνήγι στα απόμακρα δάση της Παταγονίας. Εκεί, θα συμβεί ένα άτυχο περιστατικό, που θα βυθίσει τον εσωστρεφή και απόκοσμο ταριχευτή κατευθείαν στα βαθιά νερά της εγκληματικής δραστηριότητας…

Υπαρξιακό θρίλερ που αφήνει έντονα τα σημάδια του στο θεατή, «Η Αύρα» έμελλε να γίνει η άξια πνευματική παρακαταθήκη του αργεντίνου σκηνοθέτη που είχε πραγματοποιήσει ελπιδοφόρο ντεμπούτο με τις «9 Βασίλισσες». Ο Φαμπιάν Μπιέλινσκι έφυγε πέρσι, πρόωρα κι αναπάντεχα, από καρδιακή προσβολή.

Αν και εκκινεί τόσο βραδυφλεγώς που, τουλάχιστον για τα πρώτα 45 λεπτά του θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αργόσυρτο, το θρίλερ αυτό παίρνει τελικά μπροστά, βυθίζοντάς μας με μεθοδικότητα και ωρολογιακή ακρίβεια στα σκοτεινά έγκατα της ανθρώπινης ψυχής. Στα έγκατα εκείνα όπου, κατά τον Μπιελίνσκι, κρύβεται η απωθημένη ουσία της ανθρώπινης φύσης, που δεν είναι άλλη από την ενδογενή ροπή προς τη βία, το έγκλημα, το Κακό. Ο ήρωάς του ξοδεύει τις μέρες του απομακρυσμένος από τους άλλους, πλήρως αφοσιωμένος σ’ ένα επάγγελμα ενδεικτικό του τρόπου που αντιλαμβάνεται τη ζωή του: Ως ταριχευτής, χαρίζει μια ψευδαίσθηση ζωής σε ήδη νεκρά όντα. Οι δε επιληπτικές του κρίσεις, που σημαδεύονται από τη χαρακτηριστική «αύρα» του τίτλου, έρχονται να υπομνήσουν την ύπαρξη ενός άλλου, παράλληλου σύμπαντος κόσμου, πιο «πραγματικού» απ’ αυτόν που ζούμε. Το ταξίδι του στην έσχατη γη της Παταγονίας συμβολίζει αυτήν ακριβώς την κατάδυσή του σ’ έναν κόσμο όπου οι φαντασιώσεις γίνονται πραγματικότητα και τα καταχωνιασμένα ορμέμφυτα αναδύονται στην επιφάνεια. Η πρωτογονική διάσταση του κόσμου αυτού τονίζεται τόσο από το μοτίβο του δάσους, που ενισχύει την παραμυθένια υφή της ταινίας, όσο και από την διαλείπουσα παρουσία του σκύλου. Η μορφή του σκύλου εξυπηρετεί βέβαια και άλλες, βαθύτερες λειτουργίες, στις οποίες δεν θα αναφερθώ για να μην αποκαλύψω στοιχεία της πλοκής, είναι πάντως χαρακτηριστικές της πολύπλοκης λεπτοδουλειάς που έχει κάνει ο Μπιελίνσκι. Η ταινία διαθέτει φυσικά διάφορα επίπεδα, μπορεί δηλαδή να ειδωθεί και σαν σπουδή χαρακτήρα, ανάγνωση που υποβοηθείται τόσο από την αψεγάδιαστη, υπόγεια ερμηνεία του Ρικάρντο Νταρίν, όσο και από την αντισυμβατική φυσιογνωμική του ασχήμια, όπως επίσης και σαν γκανγκστερικό θρίλερ με θέμα μια περίπλοκη πλεκτάνη για να ληστευθεί ένα καζίνο. Προϋπόθεση στην περίπτωση αυτή, είναι, φυσικά, να αποδεχτεί ο θεατής τους γενικά αργούς αφηγηματικούς της ρυθμούς.

ΒΑΘΜΟΣ: ****

(δημοσιεύτηκε στον εξώστη, τεύχος 768)

29.3.07

EL CORTEZ


Σκηνοθεσία: Στίβεν Πάρβις
Παίζουν: Λου Ντάιαμοντ Φίλιπς, Τρέισι Μίντεντορφ, Μπρους Γουάιτς, Γκλεν Πλάμερ

ΗΠΑ, 2006. Διάρκεια: 91΄

Υπόθεση: Μετά από πέντε χρόνια σωφρονισμού σε ψυχιατρική φυλακή, ο Μάνι επιστρέφει «καθαρός» στην κοινωνία και πιάνει δουλειά ως ρεσεψιονίστ στο παρακμιακό, αλλά ατμοσφαιρικό ξενοδοχείο «Ελ Κορτέζ». Εκεί θα γνωρίσει τον Πόπκορν, έναν ανάπηρο κυνηγό θησαυρών, που ισχυρίζεται ότι έχει ανακαλύψει μια ανεκμετάλλευτη φλέβα χρυσού στην έρημο και ζητά τη βοήθειά του προς εξεύρεση επενδυτή για την εξόρυξη του. Το παρελθόν επιστρέφει για τον Μάνι στο πρόσωπο του παλιού του γνώριμου Άρνι, αστυνομικού που του ζητά να παρακολουθεί τον Τζακ, έναν έγχρωμο θαμώνα του ξενοδοχείου, που τα έχει με τη σαγηνευτική Θέλντα. Η Θέλντα θα μάθει για την ύπαρξη του χρυσού και θα προσπαθήσει να πιάσει τον Μάνι στα δίχτυα της…

Νέο-νουάρ με όλα τα ιδιαίτερα γνωρίσματα του είδους, το «Ελ Κορτέζ» αποτελεί το χαρακτηριστικό παράδειγμα της ταινίας, που σφίγγεται τόσο πολύ προκειμένου να ακολουθήσει τη συνταγή της επιτυχίας, ώστε στο τέλος καταντά να ασφυκτιά από έλλειψη δημιουργικής πνοής, εκείνου του αισθήματος έμπνευσης και επείγουσας ανάγκης για έκφραση που διαπνέει κάθε καλή ταινία. Παρόλ’ αυτά, πρόκειται για μια συνταγή καλοεκτελεσμένη, με ρυθμούς που κρατούν το θεατή, ατμόσφαιρα θελκτική και περιεχόμενο ανάλαφρο, έτσι ώστε να μπορούμε να υποθέσουμε με αρκετή βεβαιότητα ότι σαν επιλογή dvd θα σας κρατήσει ευχάριστη συντροφιά για μιάμιση ώρα.

Στα βασικά προβλήματα της ταινίας συγκαταλέγεται το σενάριο. Όλοι οι χαρακτηριστικοί τύποι και καταστάσεις του νουάρ εμπλέκονται σ’ ένα μίγμα ξύλινο, που δεν εμφορείται από την παραμικρή δυνατότητα να εμπνεύσει αληθινά συναισθήματα. Υπάρχει ο ελαφρώς φευγάτος ήρωας, το σύνηθες χαρμάνι από εγκληματίες, απατεώνες και τυχοδιώκτες και, φυσικά, η femme fatale. Κατά τα προβλεπόμενα, οι πάντες προσπαθούν να εξαπατήσουν τους υπόλοιπους, η μοιραία γυναίκα ρίχνει τα δίχτυα της γοητείας της, ενώ στο τέλος αποκαλύπτεται, όπως είναι λογικό κι αναμενόμενο, ότι κανείς δεν ήταν αυτός που έδειχνε. Την κατάσταση επιδεινώνει το δευτεροκλασάτο κάστινγκ, με έναν πρωταγωνιστή που, πολύ απλά, αδυνατεί να εμπνεύσει οτιδήποτε, παραμένοντας προσκολλημένος σε μια αμήχανη μανιέρα, και με μια μοιραία ερμηνεία μοιραίας γυναίκας, ικανής πιθανόν να ξελογιάσει όποιον υπήρξε τρόφιμος ψυχιατρείου επί πέντε συναπτά έτη, αλλά κανέναν άλλον. Από την άλλη μεριά, ο σκηνοθέτης βάζει τα δυνατά του, η αφήγηση ρέει όμορφα, τα καδραρίσματα, οι φωτισμοί και τα χρώματα είναι εξαιρετικά, ενώ οι εσωτερικοί χώροι του πραγματικού ξενοδοχείου «Ελ Κορτέζ» αναδεικνύονται σε αναπάντεχο κρυφό πρωταγωνιστή.

ΒΑΘΜΟΣ: **

(δημοσιεύτηκε στον εξώστη, τεύχος 767)

22.3.07

ΟΛΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ


DELIRIOUS

Σκηνοθεσία: Τομ ΝτιΤσίλο
Παίζουν: Στιβ Μπιουσέμι, Μάικλ Πιτ, Άλισον Λόμαν, Τζίνα Γκέρσον
ΗΠΑ, 2006. Διάρκεια: 107΄

Υπόθεση: Ο Τόμπι, νεαρός, άστεγος επίδοξος ηθοποιός, βρίσκει καταφύγιο στο σπίτι του Λες, παρακμιακού φωτογράφου-παπαράτσι. Μέσω του Λες, που τον χρήζει βοηθό του, ο Τόμπι καταφέρνει να γνωρίσει μια γοητευτική υπεύθυνη κάστινγκ, και αργότερα μια ακόμα γοητευτικότερη τραγουδίστρια ποπ. Ο Λες, όμως, θέλει τον Τόμπι μόνο για τον εαυτό του…

Ο καλτ σκηνοθέτης του Living in Oblivion και της «Αληθινής ξανθιάς» επιστρέφει σε γνώριμα χωράφια, πάντα με την απαραίτητη συνεργασία του εξίσου καλτ Στιβ Μπιουσέμι.

Αν και τυπικά η ταινία κατατάσσεται στις σατιρικές ματιές στον επιφανειακό και επίπλαστο κόσμο των διασημοτήτων και των media celebrities, το δυνατό της σημείο, αυτό που κάνει την καρδιά της να χτυπάει, είναι η απεικόνιση της απολαυστικής σχέσης του αταίριαστου ζευγαριού του παπαράτσι Λες με τον άστεγο, αλλά γοητευτικό Τόμπι. Ο Λες στην ουσία αρνείται να αντικρίσει την πραγματικότητα της ζωής του και προτιμά να ζει με ψευδαισθήσεις. Στο πρόσωπο του Τόμπι βρίσκει τον ιδανικό ακροατή, τον άνθρωπο που θα επιβεβαιώσει το πληγωμένο εγώ του και θα πιστοποιήσει την αλήθεια των ψευδαισθήσεών του. Τελικά όμως, ο Τόμπι, χάρη στην αφέλεια και την ειλικρίνειά του, θα λειτουργήσει μάλλον σαν καθρέφτης και θα αναγκάσει τον Λες να αντιμετωπίσει κατάματα ορισμένες αλήθειες. Οι σκηνές της αλληλεπίδρασης των δύο βγάζουν πολύ γέλιο, ο δε Μπιουσέμι ενσαρκώνει τον Λες με τον γνωστό του οίστρο και αυτοπεποίθηση, προσθέτοντας άλλον έναν αξέχαστο καλτ χαρακτήρα στην ήδη ευρεία συλλογή του. Ο ΝτιΤσίλο σκηνοθετεί πανούργα, προσδίδοντας τόσο στην εικόνα, όσο και στο σάουντρακ της ταινίας του ένα ΄80s feeling, μια κάπως παλιομοδίτικη ατμόσφαιρα, η οποία συμβάλλει στον καλτ χαρακτήρα του όλου εγχειρήματος, ενώ οι απιθανότητες και οι αφέλειες του σεναρίου ενδύονται και αυτές τον απαραίτητο μανδύα της καλτ φάρσας. Σίγουρα η ταινία δεν φτάνει στο ύψος του Living in Oblivion, πρόκειται όμως για μια ευχάριστη, έξυπνη και αστεία σάτιρα, με καυστικές ατάκες για τον κούφιο κόσμο των media και μια ανθρωπιά διάχυτη σε όλη αυτή τη φοβερή περσόνα του Μπιουσέμι και στη σχέση του με τον γλυκούλη Τόμπι. Ό,τι πρέπει για μια χαλαρή βραδιά.

ΒΑΘΜΟΣ: ***

(δημοσιεύτηκε στον εξώστη, τεύχος 766)

15.3.07

ΣΤΗΜΕΝΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ


HARD CANDY
Σκηνοθεσία: Ντέιβιντ Σλέιντ
Παίζουν: Πάτρικ Ουίλσον, Έλεν Πέιτζ
ΗΠΑ, 2005. Διάρκεια: 103΄

Υπόθεση: 32χρονος φωτογράφος γνωρίζεται σε διαδικτυακό chat room με 14χρονη μαθήτρια και αποφασίζουν να συναντηθούν σε καφέ για τα πουν και από κοντά. Η συνάντηση ξεκινά ιδανικά, καταλήγουν σπίτι του, εκεί όμως τα πράγματα θα εξελιχτούν πολύ διαφορετικά απ’ ό,τι θα περίμενε ο 32χρονος με τις αμφιλεγόμενες ερωτικές επιθυμίες…

Ψυχολογικό θρίλερ δωματίου που συνάρπασε το κοινό του Φεστιβάλ του Σάντανς, αναμένεται να καταφέρει παρόμοια επίδραση και στους εγχώριους φίλους τής «από τον καναπέ» θέασης, αν και η προσεκτική μεταγενέστερη ανάλυση αποκαλύπτει ένα μάλλον κούφιο περίβλημα.

Το υποτιθέμενα σοβαρό θέμα της ταινίας είναι η παιδοφίλια - όντως σοβαρότατο ζήτημα – μόνο που η ταινία δεν ασχολείται στην πραγματικότητα με αυτό. Είναι ένα κλασσικό θρίλερ εκδίκησης, που εκμεταλλεύεται το μοτίβο του δίπτυχου «θύτης-θύμα», ή σε μια διαφορετική παραλλαγή «γάτα-ποντίκι», για να βγάλει συγκεκαλυμμένα στην επιφάνεια τα σαδομαζοχιστικά ένστικτα του θεατή. Η εν λόγω ανάδυση επιτυγχάνεται μάλιστα σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό, καθώς βασίζεται σε μια εξαιρετικά ευφάνταστη ανατροπή ρόλων, την οποία θα επιλέξουμε να μην σας αποκαλύψουμε, αλλά και σε ένα κρεσέντο που κορυφώνεται σε μια ακόμα πιο ευφάνταστη σκηνή, την οποία επίσης δεν θα σας αποκαλύψουμε. Η ταινία ανακινεί μια σειρά από υποσυνείδητες φοβίες, οι οποίες έχουν γίνει εσχάτως πολύ δημοφιλείς. Για όλους έχει κι από κάτι ο μπαξές, από τη φοβία των «ανεβασμένων» αρρένων εραστών μήπως πέσουν σε καμία επικίνδυνα «μοιραία» ερωμένη που τους βγάλει το λάδι, μέχρι τη φοβία των «μουχλιασμένων» μικροαστών, που ανησυχούν από τον καναπέ για τη συναισθηματική κενότητα της σημερινής νεολαίας που ξημεροβραδιάζεται στα ίντερνετ καφέ. Παρότι και οι δύο ήρωες δεν είναι ακριβώς αυτό που θα αποκαλούσαμε «θετικοί», η ταινία κατασκευάζει ένα περίπλοκο και διαρκώς μεταβαλλόμενο πλέγμα ταυτίσεων, με αποτέλεσμα άλλοτε να θαυμάζουμε τον έναν, άλλοτε να λυπόμαστε τον άλλο, την τρίτη να διψάμε για εκδίκηση, την τέταρτη να ευχόμαστε διαφυγή, κατά τρόπο ώστε η προσοχή να διατηρείται αμείωτη και κάποιες ενδιαφέρουσες σκέψεις να καταλύονται. Η ταινία σε καμία περίπτωση δεν είναι αυτό που θα λέγαμε «τροφή για το μυαλό», μάλλον προς το “exploitation movie” ρέπει, σίγουρα όμως εγγυάται ένα μίνιμουμ διασκέδασης μπροστά από το dvd player, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν θα υπάρξουν και θεατές που θα ενοχληθούν από τη λεπτή ισορροπία μεταξύ κοινωνικά ευαίσθητης θεματολογίας και κινηματογραφικής χειραγώγησης του θεατή.

ΒΑΘΜΟΣ: ***

(δημοσιεύτηκε στον εξώστη, τεύχος 765)

10.3.07

Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΩΝ ΚΑΡΤΕΛ


EXILED

Σκηνοθεσία: Τζόνι Το
Παίζουν: Νικ Τσέουνγκ, Άντονι Γουόνγκ, Σουέτ Λαμ, Φράνσις Νιγκ, Ρόι Τσέουνγκ
Χονκ-Κονγκ, 2006. Διάρκεια: 100΄

Υπόθεση: Μακάο, 1998, λίγο πριν την παράδοση της τέως πορτογαλικής αποικίας στην Κίνα. Τέσσερα μέλη της κραταιάς συμμορίας του Αρχηγού Φάι επισκέπτονται τον παλιό τους σύντροφο Γου, με εντολή να τον σκοτώσουν. Στο όνομα της παλιάς τους φιλίας, αποφασίζουν να μεταθέσουν για το μέλλον την εκτέλεση της εντολής και να κάνουν όλοι μαζί ένα τελευταίο «μεγάλο κόλπο».

Ο Τζόνι Το, από τους πλέον πεπειραμένους και επιφανείς εκπροσώπους του γκανγκστερικού είδους στο Χονκ-Κονγκ, συνεχίζει στα βήματα της προηγούμενης επιτυχίας του «Η αποστολή» (The Mission, 1999), με μια ταινία στιλιζαρισμένης βίας, βραδυφλεγούς έντασης, αλλά και έντονα παρωδιακού χιούμορ.

Με πόσους διαφορετικούς τρόπους μπορεί κανείς να πει τα ίδια πράγματα; Πόσες στιλιστικές διαφοροποιήσεις μπορείς να εισάγεις σε ένα γνωστό θέμα; Ο σύγχρονος μεταμοντέρνος κινηματογράφος αποδεικνύει καθημερινά τις απεριόριστες δυνατότητες του μέσου. Άλλη μια γκανγκστερική ταινία, λοιπόν, με τις μοναχικές μορφές των οπλοφόρων ηρώων να αλληλοκοιτάζονται στα μάτια με πρόσωπο ανέκφραστο, να ακουμπούν την παλάμη στη λαβή του περίστροφου με μια ανεπαίσθητη κίνηση, και μετά από ένα διάστημα αναμονής που μοιάζει ατελείωτο, να πυροβολούν με αστραπιαία σβελτάδα, αδειάζοντας τους κάλυκες πάνω στους ανθρώπινους στόχους τους, που δεν λεν να τελειώσουν. Πίσω απ’ όλο αυτό το απίστευτο πιστολίδι κρύβονται βέβαια άνδρες με συναισθήματα, που όσο κι αν έχουν μάθει να τα κρύβουν, αυτά ξεγλιστρούν ανεπαίσθητα μέσα απ’ το βλέμμα τους και κατευθύνονται προς τους συντρόφους τους, με τους οποίους τους συνδέει αυτή η μαγική αίσθηση του «κοινού παρελθόντος». Μια γνωστή συνταγή. Πού έγκειται η πρωτοτυπία, λοιπόν; Ίσως απλά στα συστατικά και τις ακριβείς δόσεις του μίγματος. Ο Τζόνι Το παίρνει από τον Σέρτζιο Λεόνε το στήσιμο, το βλέμμα των πιστολέρο, και τους νεκρούς χρόνους που χτίζουν αργά αλλά σταθερά την ένταση που οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στο τελετουργικό ξεκαθάρισμα. Ένα ξεκαθάρισμα που θυμίζει έντονα, μέσα στον καταιγισμό των πυρών του και τη χορογραφική του διευθέτηση το σινεμά του Τζον Γου, ενώ το φάντασμα του Πέκινπα παραμονεύει, για να μας υπενθυμίσει τον τελεολογικό χαρακτήρα της δράσης και τη ληξιπρόθεσμη φύση των σχεδίων της πρωταγωνιστικής παρέας. Προσθέστε σε όλα αυτά ένα ιδιότυπο, απωανατολίτικο χιούμορ που μοιάζει να κλείνει αυτοϋπονομευτικά το μάτι στο θεατή, αλλά και την παιχνιδιάρικη φωτογραφία, που αναμιγνύει στους εσωτερικούς χώρους σωρεία χρωμάτων, ενώ στα εξωτερικά γυρίσματα εκμεταλλεύεται κάποιους χώρους του Μακάο που παραπέμπουν σε κάτι μεταξύ μεσογειακού θέρετρου και κουβανέζικης κακόφημης συνοικίας, κι έχετε μια θαυμάσια πρόταση κατ’ οίκον ψυχαγωγίας.

ΒΑΘΜΟΣ: ***

(δημοσιεύτηκε στον εξώστη, τεύχος 764)

2.3.07

BUBBA HO-TEP


Σκηνοθεσία: Ντον Κοσκαρέλι
Παίζουν: Μπρους Κάμπελ, Όσι Ντέιβις, Έλα Τζόις
ΗΠΑ, 2002. Διάρκεια: 92΄

Υπόθεση: Γηραιός σωσίας του Έλβις Πρίσλεϊ, ο οποίος ισχυρίζεται ότι είναι ο ίδιος ο Έλβις, ζει κατάκοιτος σε οίκο ευγηρίας. Εκεί συνασπίζεται με έτερο τρόφιμο, ο οποίος ισχυρίζεται με τη σειρά του ότι είναι ο Τζακ Κένεντι, και μαζί πολεμούν τη μούμια ενός αιγύπτιου Φαραώ, η οποία θέλει να τους ρουφήξει την ψυχή.

Ο βετεράνος σκηνοθέτης της καλτ σειράς ταινιών “Phantasm” Ντον Κοσκαρέλι επιχειρεί να ανανεώσει την καλτ φήμη του διασκευάζοντας την ομώνυμη βραβευμένη νουβέλα του σημαντικότατου αμερικάνου συγγραφέα Τζόε Λάνσντεϊλ.

Πρόκειται για μια φαινομενικά απλή, αλλά βαθύτερα πολυσύνθετη ταινία, που συνδυάζει στοιχεία ταινίας τρόμου, κωμωδίας και κοινωνικού δράματος, προκειμένου να δημιουργήσει ένα ιδιαίτερο υβρίδιο, το οποίο να χωράει ένα ετερόκλητο σύνολο ιδεών, από το δημοφιλή μύθο ότι «ο Βασιλιάς ζει», μέχρι τη θλίψη και την εγκατάλειψη των γηρατειών. Το αποτέλεσμα είναι, αν μη τι άλλο, ενδιαφέρον και πρωτότυπο, με τον Κοσκαρέλι να κρατάει στιβαρά τα γκέμια της σκηνοθεσίας καταφέρνοντας να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα και τον Μπρους Κάμπελ να παραδίδει μαθήματα υποκριτικής προσέγγισης ενός ζωντανού θρύλου. Η ταινία διακρίνεται για την ιδιότυπη ατμόσφαιρά της, κάπου μεταξύ κωμωδίας του παραλόγου, δράματος και ελλοχεύοντος σπλάτερ, την παιχνιδιάρικη, σατιρική της διάθεση, τους έξοχους κορεσμένους χρωματικούς της τόνους, τα ειδικά εφέ, όπου για άλλη μια φορά αποδεικνύεται ότι το μεράκι, και όχι τα λεφτά, κάνουν το καλό εφέ, αλλά και τον θερμό ανθρωπισμό που αποπνέει η εύστοχη προσέγγιση στον Έλβις. Ο Έλβις της ταινίας είναι ένας παρακμασμένος θρύλος, που έχει καταπέσει στη λησμονιά, έχει χάσει τη λάμψη του, η γοητεία του όμως παραμένει αμείωτη. Ο Κάμπελ τον προσεγγίζει με ανθρωπιά και έμφαση στα βαθύτερα ψυχολογικά του κίνητρα, αποφεύγοντας οποιαδήποτε υπερβολή. Η ταινία από ένα σημείο και μετά χάνει την ορμή της, για να καταλήξει σε ένα όχι ιδιαίτερα πειστικό φινάλε, αλλά το στοιχείο αυτό μάλλον ενισχύει, παρά αποδυναμώνει τελικά τη θέση της μέσα στη σύγχρονη καλτ μυθολογία.

ΒΑΘΜΟΣ: ***

(δημοσιεύτηκε στον εξώστη, τεύχος 763)

23.2.07

ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΚΟΛΕΓΙΟ


BRICK
Σκηνοθεσία: Ράιαν Τζόνσον
Παίζουν: Τζόζεφ Γκόρντον-Λίβιτ, Ματ Ο’ Λίρι, Νόρα Ζίετνερ, Λούκας Χάας
ΗΠΑ, 2005. Διάρκεια: 100΄

Υπόθεση: Ο Μπρένταν, πανέξυπνος, αλλά μονήρης τελειόφοιτος Λυκείου, δέχεται ένα αλλόκοτο τηλεφώνημα από την Έμιλι, κοπέλα του μέχρι πρόσφατα, η οποία ακούγεται άσχημα μπλεγμένη. Αποφασισμένος να τη βοηθήσει, ο Μπρένταν χώνεται με τη βοήθεια του μοναδικού του κολλητού, του «σπασίκλα» Μπρέιν, στον «υπόκοσμο» της σχολικής ζωής, και μπλέκει με παρέες πλούσιων ναρκομανών, με βαποράκια, διακινητές και με λάγνες, «μοιραίες» συμμαθήτριες.

Με μια εντυπωσιακά μελετημένη άσκηση ύφους, ο πρωτοεμφανιζόμενος Ράιαν Τζόνσον μεταφέρει αυτούσια τη μυθολογία του φιλμ νουάρ και της αστυνομικής λογοτεχνίας του Ντάσιελ Χάμετ και του Ρέιμοντ Τσάντλερ στη σημερινή ηλιόλουστη Καλιφόρνια. Τα αποτελέσματα είναι σίγουρα θεαματικά στο επίπεδο του στιλ, αλλά το αν ο θεατής θα «μπει» τελικά στον κόσμο της ταινίας, αποτελεί εν πολλοίς θέμα προσωπικής ιδιοσυγκρασίας, σχέσης με το είδος του νουάρ, αλλά και ηλικίας.

Πράγματι, μας είναι λίγο δύσκολο να φανταστούμε θεατή άνω των δεκαοκτώ να πείθεται από την εικόνα του αναιμικού πρωταγωνιστή με τα γυαλάκια που μεταμορφώνεται σε σκληροτράχηλο ντετέκτιβ, έτοιμο να γρονθοκοπήσει όποιον πληροφοριοδότη δεν πείθεται με άλλο τρόπο, αλλά και πρόθυμο να δεχτεί στωικά και θαρραλέα το δικό του μερίδιο «σωματικής τιμωρίας», όταν οι συνθήκες το επιβάλλουν. Προφανώς έχουμε να κάνουμε με μια ψυχαναλυτική λειτουργία του κινηματογράφου, όπου ο κάθε σπυριάρης μαθητής βρίσκει το παραφουσκωμένο υπερεγώ του στο πρόσωπο του Μπρένταν, που εκτοξεύει τις νουάρ ατάκες με ρυθμό πολυβόλου. Για να ολοκληρωθεί η ψυχαναλυτική προσέγγιση, δεν θα μπορούσε βέβαια να απουσιάζει η εξόχως περιπεπλεγμένη πλοκή, όπου μετά το πρώτο μισάωρο βομβαρδισμού με μονοσύλλαβα ονόματα – Πιν, Ταγκ, Ντοντ, Μπρικ, Τζερ, Τσακ κ.ά. – απαιτείται πλέον να κρατά κανείς σημειώσεις σε αστυνομικό μπλοκάκι για να βγάλει κάποια άκρη. Στο τέλος, τα πάντα βρίσκουν βέβαια μια ευλογοφανή κατάληξη, σύμφωνα τουλάχιστον με τον ιδιοφυή Μπρένταν, οπότε κι εμείς παριστάνουμε ότι καταλάβαμε ό,τι αυτός κατάλαβε, για να μη φανεί ότι υπολειπόμαστε σε εξυπνάδα από τον επί της οθόνης εκπρόσωπό μας. Ας μη θεωρηθεί πάντως ότι με τα σχόλια αυτά ειρωνευόμαστε τους εφήβους, γιατί το γεγονός ότι αρκετοί θα συγκινηθούν από την ταινία αποτελεί συγκλονιστική απόδειξη των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν στις μέρες μας. Η ταινία μπορεί έτσι να ειδωθεί και ως μια μεταφορά-αλληγορία για τα βάσανα της εφηβικής ηλικίας, κατά την οποία κυριαρχούν οι ανάγκες για αναγνώριση, καταξίωση, ένταξη, αλλά και αγάπη και τρυφερότητα. Τέλος, όσοι έχουν αγαπήσει έστω και λίγο το νουάρ, δεν θα καταφέρουν να μείνουν ασυγκίνητοι τουλάχιστον από το σενάριο του Τζόνσον - ειδικά οι διάλογοι αποτελούν κομψοτεχνήματα, έστω κι αν χρειάζεται να τους ακούσει κανείς ξανά και ξανά για να τους καταλάβει.

ΒΑΘΜΟΣ: ***

(δημοσιεύτηκε στον εξώστη, τεύχος 762)

15.2.07

ΟΙ ΣΥΝΗΘΕΙΣ ΕΡΑΣΤΕΣ


LES AMANTS REGULIERS

Σκηνοθεσία: Φιλίπ Γκαρέλ
Παίζουν: Λουί Γκαρέλ, Κλοτίλντ Εσμέ, Ζουλιέν Λουκάς
Γαλλία, 2005. Διάρκεια: 178΄

Μια τρίωρη, ασπρόμαυρη ταινία για τον Μάη του ’68 και τους νέους της εποχής εκείνης. Αυτό μοιάζει να είναι το θέμα της ταινίας που σας παρουσιάζουμε σήμερα. Το εντυπωσιακό όμως είναι ότι, πίσω από την επιφανειακά απλή, μινιμαλιστική της γραφή, την ασπρόμαυρη, μουντή φωτογραφία, την υποτυπώδη πλοκή, το αργό, ρυθμικό μοντάζ και τις λιτές, τελετουργικές κινήσεις της κάμερας, η ταινία κινητοποιεί ένα τεράστιο σύνολο αναφορών, καταφέρνοντας να συνθέσει τελικά μέσα από την δωρική της αφαιρετικότητα ένα πολύπλοκο και πλούσιο χάρτη συναισθημάτων και ιδεών. Προϋπόθεση, βέβαια, για να καταλυθεί η αντίδραση και να γίνουν οι απαραίτητοι συσχετισμοί είναι η ενεργός συμμετοχή του θεατή. Όσοι δεν γνωρίζουν τίποτα για το Μάη του ’68 ή για τη nouvelle vague, ίσως βρεθούν αντιμέτωποι με ένα φαινομενικό κενό. Οι υπόλοιποι θα αναγνωρίσουν τον ελεγειακό τόνο του σκηνοθέτη, θα συγκινηθούν με τον παραλληλισμό των εξεγερμένων φοιτητών με τους γιακοβίνους επαναστάτες του 1789, θα ταυτίσουν το δεικτικά σκληρό κοινωνικό κατεστημένο της εποχής με τον σημερινό επερχόμενο συντηρητικό εσμό, θα ξαναθυμηθούν μέσα από τους ιδιαίτερα πυκνογραμμένους διαλόγους του πρώτου μέρους όλους τους βασικούς πολιτικούς προβληματισμούς της γενιάς που ονειρεύτηκε ν’ αλλάξει τον κόσμο, και θα βουτηχτούν σύγκορμοι στο κλίμα της ταινίας. Ένα κλίμα φευγάτης ανεμελιάς, εύθραυστης ευαισθησίας, διανοητικού οργασμού, ερωτικών αναζητήσεων, ιδεαλιστικών ονείρων, μαστούρικης αναπόλησης, αγωνιστικής αυταπάρνησης, αλλά και ηττοπαθούς παραίτησης. Είναι πραγματικό τριπ αυτή η ταινία, αξίζει να παρατηρήσετε την ρυθμικότητα των εναλλαγών της, το πώς υποβάλλει το θεατή σε μια κατάσταση τρανς - έτσι πρέπει να είναι ο κινηματογράφος, ούτε ψυχρά δοκιμιακός και ψευδοδιανοουμενίστικος, ούτε όμως και να καταχράται τη δύναμή του χειραγωγώντας συναισθηματικά το θεατή. Είναι δε εντυπωσιακός ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζει ο Γκαρέλ την Ιστορία, σαν να πρόκειται για ζώντα οργανισμό, ο οποίος αποτελείται από θραύσματα μνήμης σε μια διαρκή κατάσταση ανασύνθεσης. Απουσιάζει πλήρως οποιαδήποτε διάθεση μανιχαϊσμού, εντυπωσιασμού ή εκμετάλλευσης, ό,τι δηλαδή χαρακτηρίζει μια άλλη σύγχρονη ευρωπαϊκή ταινία που αντιπαρατίθεται, υποτίθεται, στο Χόλιγουντ, τον «Λαβύρινθο του Πάνα». Προσέξτε την ασπρόμαυρη φωτογραφία, όπου εκτός από τα πρόσωπα, δεν δείχνεται σχεδόν τίποτ’ άλλο, κι όμως, με τα παιχνιδίσματα των σκιών, του φωτός και του σκότους, των βασικών συστατικών δηλαδή της έβδομης τέχνης, αναδύεται σταδιακά ένας ολόκληρος κόσμος. Ένα διαμάντι απλού, αμιγούς κινηματογράφου.

ΒΑΘΜΟΣ: ****

(δημοσιεύτηκε στον εξώστη, τεύχος 761)

7.2.07

ΟΙ ΠΑΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΡΑΣΙΝΗΣ ΟΔΟΥ


GREEN STREET HOOLIGANS

Σκηνοθεσία: Λέξι Αλεξάντερ

Παίζουν: Ελάιτζα Γουντ, Τσάρλι Χάναμ, Λίο Γκρέγκορι, Κλερ Φορλάνι

ΗΠΑ / Βρετανία, 2005. Διάρκεια: 109΄

Υπόθεση: Μετά την άδικη αποβολή του από την ονομαστή Σχολή Δημοσιογραφίας του Χάρβαρντ, ο νεαρός Ματ επισκέπτεται την αδελφή του Σάνον, η οποία ζει στο Λονδίνο. Εκεί ο Ματ θα γνωριστεί με τον Πιτ, αδελφό του συζύγου της Σάνον, ο οποίος είναι ηγετικό στέλεχος της Green Street Elite, ή αλλιώς G.S.E., της γνωστότερης κλίκας χουλιγκάνων της Γουέστ Χαμ. Μέσω του Πιτ ο Ματ θα μυηθεί στον χουλιγκανισμό και στη γοητεία της βίαιας κουλτούρας των «εταιρειών» που διατηρούν οι οπαδοί των διάφορων αγγλικών ποδοσφαιρικών ομάδων για να πλακώνονται μεταξύ τους.

Βία: Ένα από τα μεγαλύτερα ταμπού των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών. Η βία πρώτα δαιμονοποιείται σε υστερικό βαθμό ως το απόλυτο κακό (το κατέβασμα μερικών βιτρινών σε μια διαδήλωση ή το άνοιγμα μιας μύτης σ’ ένα γήπεδο ταυτίζονται με πράξεις υπέρτατης καταστροφής και λογίζονται ως μέγιστοι κοινωνικοί κίνδυνοι) και κατόπιν εξορίζεται από το κοινωνικό γίγνεσθαι, για να βρει προσωρινό καταφύγιο στα ενδότερα «περιθωριακών» ομάδων, όπως οι συμμορίες των χούλιγκανς των γηπέδων, οι οποίοι, αν τουλάχιστον πιστέψουμε την επικρατούσα προπαγάνδα, θα πρέπει να θεωρούνται εγκληματίες χειρότεροι κι απ’ τους δολοφόνους του κοινού ποινικού δικαίου. Φυσικό αποτέλεσμα της πρακτικής αυτής είναι να αδυνατούμε να δούμε κατάματα την πραγματική φύση της βίαιης συμπεριφοράς, ούτε να μπορούμε να εντοπίσουμε τα αληθινά της αίτια, ώστε να τα αντιμετωπίσουμε καταλλήλως. Είναι λοιπόν κάτι παραπάνω από ευχάριστο, ότι μια ιδιαίτερα καλοφτιαγμένη και καλοκουρδισμένη ταινία από την Αγγλία, στηριζόμενη πάνω στη στέρεα βρετανική παράδοση του τηλεοπτικού docudrama, επιχειρεί μια απροκατάληπτη και συμπαγώς τεκμηριωμένη προσέγγιση στο φαινόμενο του χουλιγκανισμού. Οι Green Street Hooligans δεν είναι ούτε αμόρφωτοι, ούτε ανεγκέφαλοι, ούτε υπάνθρωποι. Είναι πολίτες υπεράνω πάσης υποψίας, εργαζόμενοι από όλες τις κοινωνικές τάξεις, οι οποίοι, βασιζόμενοι πάνω στις αμιγώς βρετανικές αρχές της ανδρικής αλληλεγγύης (camaraderie) και τις αξίες της pub culture, αναζητούν μια βαλβίδα εκτόνωσης, ένα τριπ αδρεναλίνης, ένα έντονο αίσθημα έντασης, αλλά και ένταξης. Η ταινία τούς προσεγγίζει με προσεκτική ουδετερότητα και ακριβολογική διάθεση. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους φίλους της αγγλικής γλώσσας παρουσιάζουν οι ευφάνταστες cockney εκφράσεις και εκφορές του λόγου (αν και πρέπει να πούμε ότι ο νεαρός πρωταγωνιστής Τσάρλι Χάναμ επικρίθηκε στη Βρετανία για την ανεπιτυχή cockney προφορά του), ενώ η σατιρική ματιά στις τεταμένες σχέσεις των Άγγλων με τους υπερατλαντικούς ομόγλωσσους Yankees αποτελεί έξτρα μπόνους. Μιλώντας για μπόνους, στα πρόσθετα του dvd σας προτείνουμε το σύντομο, αλλά ιδιαίτερα διαφωτιστικό making of.

ΒΑΘΜΟΣ: ***

(δημοσιεύτηκε στον εξώστη, τεύχος 760)

1.2.07

ΑΠΟΣΤΟΛΗ: «ΠΙΚΑΣΟ» ΕΜΠΙΣΤΕΥΤΙΚΟ


ART SCHOOL CONFIDENTIAL

Σκηνοθεσία: Τέρι Ζουίγκοφ
Παίζουν: Μαξ Μινγκέλα, Σοφία Μάιλς, Τζον Μάλκοβιτς
ΗΠΑ, 2006. Διάρκεια: 98΄

Υπόθεση: Ο 18χρονος Μαξ περνά στη Σχολή Καλών Τεχνών με όνειρό του να γίνει ο Πικάσο του 21ου αιώνα. Κατά βάθος αυτό που έχει στο μυαλό του είναι να αποκτήσει πλούτη, δόξα, και να πάει με όσο το δυνατόν περισσότερα κορίτσια. Στη Σχολή θα μπλέξει με όλο το συρφετό των στερεοτυπικών κουλτουριάρηδων φοιτητών, αλλά και καθηγητών, ενώ θα γνωρίσει τον έρωτα στο πρόσωπο ενός γυμνού μοντέλου. Παράλληλα όμως, στο πανεπιστημιακό κάμπους παραμονεύει και ένας μανιακός που έχει ήδη ξεκάνει τέσσερις φοιτήτριες…

Το γνωστό είδος της νεανικής κωμωδίας με τον παρθένο πρωτοετή που περνά στο πανεπιστήμιο με όνειρό του να ξεφαντώσει και να πηδηχτεί, παρωδείται σε μια πιο σοφιστικέ και εξειδικευμένη εκδοχή, καθώς το κολέγιο μετατρέπεται σε Σχολή Καλών Τεχνών, κάτι που δίνει την ευκαιρία στο σκηνοθέτη Τέρι Ζούιγκοφ (Ο Άι Βασίλης είναι λέρα) να σατιρίσει με ουκ ολίγη καυστικότητα και οξύνοια την επικρατούσα κατάσταση στην ανώτατη καλλιτεχνική παιδεία. Σε μια τελική και λιγότερο πετυχημένη στροφή, η ταινία μετατρέπεται σε παρωδία των νεανικών ταινιών τρόμου με τον μανιακό δολοφόνο στο κολέγιο. Πρόκειται για μια ταινία έξυπνη, ευχάριστη και ανάλαφρη, που καταφέρνει πίσω από μια χαβαλετζίδικη προσέγγιση να θίξει πολύ σημαντικά ζητήματα, που ταλανίζουν όλους όσους ασχολούνται με τις τέχνες, όπως το αν καλλιτέχνης γεννιέσαι ή γίνεσαι, το αν η καλλιτεχνική δημιουργία είναι δυνατόν να διδάσκεται ή όχι, καθώς και το ερώτημα αν πίσω από ένα σπουδαίο καλλιτέχνημα κρύβεται απαραιτήτως ένας σπουδαίος άνθρωπος. Σε μια από τις πλέον αξιομνημόνευτες σκηνές, ένας πετυχημένος απόφοιτος επιστρέφει στη Σχολή για μια συζήτηση με τους φοιτητές. Ξεχειλίζοντας από αλαζονεία, πετάει κατάμουτρα στα παιδιά ότι δεν πρόκειται να πετύχουν στο καλλιτεχνικό στερέωμα, γιατί αν είχαν ταλέντο θα δημιουργούσαν και δε θα έχαναν το χρόνο τους στη Σχολή, ακούγοντας άλλους αποτυχημένους, δηλαδή τους καθηγητές τους. Όταν ένας φοιτητής του φωνάζει από τα ορεινά έδρανα «γιατί είσαι τόσο μαλάκας», εκείνος, προς γενική έκπληξη, απαντά: «Να μια πραγματικά πολύ καλή ερώτηση. Είμαι μαλάκας, γιατί αυτή είναι η πραγματική ανθρώπινη φύση. Αυτή που μόνο οι πετυχημένοι έχουν την ευχέρεια να αποκαλύπτουν. Αντίθετα, όλοι εσείς, είστε αναγκασμένοι να την κρύβετε, γιατί είστε αποτυχημένοι». Σ’ αυτό το κλίμα κινείται ολόκληρη η ταινία, που σίγουρα θα αγγίξει όσους και όσες διατηρούν οποιαδήποτε σχέση με την τέχνη.

ΒΑΘΜΟΣ: ***

(δημοσιεύτηκε στον εξώστη, τεύχος 759)

26.1.07

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΙΣ ΕΡΑΣΤΩΝ



CONVERSATIONS WITH OTHER WOMEN

Σκηνοθεσία: Χανς Κανόζα
Παίζουν: Χέλενα Μπόναμ Κάρτερ, Άαρον Έκχαρτ
ΗΠΑ, 2005. Διάρκεια: 84΄

Υπόθεση: Ένας άντρας και μια γυναίκα που πλησιάζουν τα σαράντα, συναντιούνται στη δεξίωση ενός γάμου και παίζουν ένα ολονύχτιο παιχνίδι φλερταρίσματος, γεμάτο ευφυολογήματα, φιλοσοφικές ενατενήσεις περί ζωής και έρωτα, και αποκαλύψεις σχετικά με το παρελθόν και το παρόν τους.

Μια ταινία που μιλά για τη ματαίωση του εφηβικού έρωτα, τους αναγκαίους συμβιβασμούς της ενηλικίωσης, αλλά και την αναπόφευκτη αγκύλωση στην ανωριμότητα που συνεπάγεται η άρνηση των συμβιβασμών αυτών. Μια ταινία για την ανεξήγητη ερωτική χημεία ενός άνδρα και μιας γυναίκας, για τον εγγενώς παράλογο χαρακτήρα του ερωτικού πόθου, και για τα παιχνίδια του χρόνου, που τρέχει στους δικούς του ρυθμούς και μας αναγκάζει, θέλοντας και μη, να προσαρμοζόμαστε, ο καθένας με το δικό του τρόπο, στις επιταγές του.

Ταινία που εμφανώς υπάγεται στο παραδοσιακό αγγλοσαξονικό είδος της ερωτικής κομεντί με τους σπινθηροβόλους διαλόγους, τις διαρκείς ανατροπές στις σχέσεις και τις υπόγειας έντασης ερμηνείες, οι «Εξομολογήσεις εραστών» διαθέτουν έναν ακόμη άσο στο μανίκι. Πρόκειται για την σκηνοθετική επιλογή να γυριστεί όλη η ταινία σε split-screen, πράγμα που σημαίνει ότι η οθόνη διαιρείται σε ένα δεξιό και ένα αριστερό τμήμα και παρακολουθούμε ταυτοχρόνως δύο πλάνα σε παράλληλη δράση, συνήθως ένα πλάνο του άντρα και ένα της γυναίκας. Ο σκηνοθέτης δοκιμάζει βέβαια και άλλες εκδοχές, όπως για παράδειγμα συνδυασμό πλάνων παροντικής-παρελθοντικής δράσης, ή πραγματικότητας-φαντασίας. Το αποτέλεσμα είναι άκρως ενδιαφέρον, μόνον όμως για θεατές με φορμαλιστικές ανησυχίες, γιατί τους υπόλοιπους τους φανταζόμαστε να προσπαθούν να μπουν στην ταινία για να διώξουν αυτή την ενοχλητική γραμμή, αν και η δράση σε κάθε περίπτωση απορροφά τόσο, ώστε να την ξεχνά κανείς. Όσο για όλους εμάς, που γνωρίζουμε ότι είναι αδύνατον να ειπωθεί οτιδήποτε αξιόλογο ή πρωτότυπο σε μια γλώσσα φθαρμένη από την υπερβολική και στρεβλή χρήση, και συμφωνούμε με τη Τζούλια Κριστέβα ότι «η γλώσσα είναι για το υποκείμενο ό,τι η επανάσταση για την κοινωνία», δεν μπορούμε παρά να νιώθουμε ενθουσιασμένοι με τη συγκεκριμένη ταινία. Το dvd έρχεται μάλιστα με όλα του τα extras, όπου θα σας προτείναμε να μη χάσετε τα σχόλια του σκηνοθέτη περί split-screen και διαδικασίας παραγωγής της ταινίας. Όχι μόνο πρόκειται για μάθημα κινηματογράφου πρώτης τάξεως, αλλά καταδεικνύει και τον υψηλό βαθμό γνώσης και συγκρότησης που απαιτείται για να γυρίσει κάποιος μια ταινία.

ΒΑΘΜΟΣ: ****

(δημοσιεύτηκε στον εξώστη, τεύχος 758)

18.1.07

ΡΑΠ ΚΑΙ ΧΙΠ-ΧΟΠ ΣΤΗΝ ΑΤΛΑΝΤΑ


ATL

Σκηνοθεσία: Κρις Ρόμπινσον
Παίζουν: Τιπ Χάρις (Τ.Ι.), Έβαν Ρος, Λορίν Λόντον, Τζάκι Λονγκ
ΗΠΑ, 2006. Διάρκεια: 105΄

Υπόθεση: Ο 17χρονος Ρασάντ μεγαλώνει μαζί με το μικρό του αδελφό και το θείο του στην Mechanicsville, γειτονιά των μαύρων της Ατλάντα. Παράλληλα με τα γνωστά βιώματα της ηλικίας (έρωτες, μαθήματα, παρέες), ο Ρασάντ πρέπει παράλληλα και να δουλεύει σκληρά στην εταιρεία καθαρισμού που κληρονόμησε από τους πρόωρα χαμένους γονείς του.

Ταινία που έχει αρκετά να δώσει, το «Ραπ και χιπ-χοπ στην Ατλάντα» δεν πρόκειται πάντως να σας δώσει αυτό που λέει ο τίτλος της: Ραπ και χιπ-χοπ. Αν περιμένετε κάποιο μιούζικαλ, ή ένα είδος ντοκιμαντέρ για την μουσική σκηνή της πόλης που έκλεψε τους Ολυμπιακούς απ’ την Αθήνα το 1996, ψάξτε αλλού. Αυτό που μπορείτε να περιμένετε από το “ATL”, όπως είναι ο αρχικός του τίτλος (σύντμηση του “Atlanta”), είναι μια νεανική κομεντί, στην οποία πρωταγωνιστεί ένας ράπερ, ο Τ.Ι., μ’ ένα σενάριο τίγκα στο κλισέ, αλλά με πολύ ενδιαφέρουσα προσαρμογή στην κουλτούρα, την αισθητική και τις αξίες των ντόπιων αφροαμερικάνων. Ο σκηνοθέτης προέρχεται από το χώρο των βίντεο-κλιπ, κάτι που φαίνεται ιδιαίτερα στην πολύχρωμη αισθητική που επιλέγει να δώσει στην ταινία, αλλά τα καταφέρνει πολύ καλά και σε τομείς που δεν θεωρούνται ως η σπεσιαλιτέ των βίντεο-κλιπ, όπως για παράδειγμα οι ερμηνείες, οι οποίες είναι σίγουρα καλύτερες από άλλες αφροαμερικάνικες ταινίες που έχουμε παρουσιάσει απ’ αυτή τη στήλη. Ιδιαίτερα οι σκηνές με τις δίδυμες και τη μαμά τους, αλλά και το τελικό τετ-α-τέτ του πρωταγωνιστή με το θείο του, διαθέτουν μια ξεχωριστή αυθεντικότητα. Γνήσια αυθεντικότητα, αλλά και μια αχλύ εξωραϊσμένης νοσταλγίας, εκπέμπουν επίσης και οι σκηνές στο skating club “Cascade”, όπου όλη η Mechanicsville, μαζεύεται κάθε Κυριακή βράδυ για να χορέψει κάνοντας πατίνια. Οι χορευτικές σκηνές, οι περιπέτειες των θαμώνων, τα συναισθήματά τους, όλα συντελούν ώστε το κλαμπ να προσλάβει στα μάτια μας μυθικές διαστάσεις. Πολύ χαρακτηριστικά διαγράφεται επίσης και η κοινωνική κατάσταση των μαύρων με τους οποίους καταπιάνεται η ταινία. Δεν είναι οι απέλπιδοι υποπρολετάριοι που έχουμε δει αλλού, είναι άνθρωποι αφομοιωμένοι, που αγωνίζονται να ανέβουν όσο μπορούν στην κοινωνική κλίμακα, ακριβώς γιατί ξέρουν ότι μπορούν. Αυτό βγαίνει πολύ ανάγλυφα, και νομίζω ότι σαν κοινωνική ανατομία μιας ολόκληρης γειτονιάς, η ταινία αξίζει. Γενικά, παρόλα τα κλισέ, η προσπάθεια των συντελεστών να βγάλουν κάποια αλήθεια και να μην κοροϊδέψουν το θεατή είναι εμφανής.

ΒΑΘΜΟΣ: ***

(δημοσιεύτηκε στον εξώστη, τεύχος 757)

12.1.07

ΕΝΑ ΑΤΑΚΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ



MONDO MEYER UPAKHAN / A TALE OF A NAUGHTY GIRL

Σκηνοθεσία: Μπουνταντέφ Ντασγκούπτα
Παίζουν: Σαμάτα Ντας, Ριτουπάρνα Σενγκούπτα, Αρπάν Μπασάρ
Ινδία, 2002. Διάρκεια: 90΄

Υπόθεση: Η Λάτι, ένα δεκατετράχρονο κορίτσι που μεγαλώνει σ’ ένα χωριό της Δυτικής Βεγγάλης, έχει ιδιαίτερη κλίση στα γράμματα, και ονειρεύεται να σπουδάσει. Η μητέρα της, όμως, που εργάζεται στο πορνείο της περιοχής, της επιφυλάσσει ένα τελείως διαφορετικό μέλλον. Την ιστορία της Λάτι παρακολουθούμε παράλληλα και με άλλες ιστορίες που συμβαίνουν γύρω της, όπως αυτή του ταξιτζή που δεν καταφέρνει να πληρωθεί ποτέ για τις κούρσες του και αυτή με τις τρεις πόρνες που ονειρεύονται μια διαφορετική, κοινή μοίρα.

Παρότι η ινδική κινηματογραφική παραγωγή ποσοτικά μόνο με αυτή του Χόλιγουντ μπορεί να συγκριθεί, σπάνια φτάνουν στις οθόνες μας ταινίες από την Ινδία. Η συγκεκριμένη, ισορροπεί επιδέξια μεταξύ των αμείλικτων εμπορικών απαιτήσεων μιας καλολαδωμένης βιομηχανικής μηχανής και της καλλιτεχνικής ευαισθησίας ενός γνήσιου ποιητή. Το αποτέλεσμα είναι μια ταινία που καταφέρνει να αποτελεί ταυτόχρονα μια συνταρακτική καταγγελία για τη θέση της γυναίκας στην ινδική κοινωνία, ένα νοσταλγικό ειδύλλιο για την αγροτική ζωή και έναν ποιητικό και συνάμα αισιόδοξο ρεμβασμό περί βίου γενικώς. Μην περιμένετε, επομένως, την ωμή καταγγελτική διάθεση ενός «Έθνους χωρίς γυναίκες», φερ’ ειπείν, ούτε κάποια σκοτεινή, νεορεαλιστική προσέγγιση. Τα έντονα χρώματα του Μπόλιγουντ κυριαρχούν, η διάθεση είναι γενικώς γαλήνια και κατά τόπους ρομαντική, ελαφρές δόσεις χιούμορ πλανώνται στην ατμόσφαιρα, ενώ κυρίαρχη είναι η αισιόδοξη (και ελαφρώς αβάσιμη, θα προσθέταμε εμείς) πίστη ότι οι γυναίκες αυτές μπορούν, επικουρούμενες από δυνάμεις τις οποίες θα αντλήσουν κύρια από μέσα τους, να βρουν ένα καλύτερο μέλλον. Εντύπωση μας έκανε το ιδεολογικό μοντάζ που χρησιμοποίησε αρκετές φορές ο σκηνοθέτης, ένα μοντάζ που έχει εγκαταλειφθεί εδώ και δεκαετίες στη Δύση, και που μας πήγε κατευθείαν πίσω στα χρόνια του Σεργκέι Αϊζενστάιν. Προσέξτε για παράδειγμα τη σκηνή στο τέλος, όπου η αναχώρηση του τρένου «δένει» με την εκτόξευση του πυραύλου για τη σελήνη, ή πώς δένουν τα πλάνα με τα σκουλήκια να σιγοτρώνε τον κορμό του δένδρου. Άλλο στοιχείο της ταινίας που μας έκανε αρκετή εντύπωση ήταν τα υπονοούμενα που αφήνει για μια δυνατότητα γυναικείας χειραφέτησης μέσω της ριζικής απελευθέρωσης από την ανάγκη για ανδρική παρουσία. Γενικά μια ενδιαφέρουσα και καλογυρισμένη ταινία.

ΒΑΘΜΟΣ: ***

(δημοσιεύτηκε στον εξώστη, τεύχος 756)

6.1.07

ΤΑ ΠΑΘΗ ΜΙΑΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ


MARY

Σκηνοθεσία: Έιμπελ Φεράρα
Παίζουν: Φόρεστ Γουίτακερ, Ζιλιέτ Μπινός, Μάθιου Μοντίν
ΗΠΑ-Ιταλία, 2005. Διάρκεια: 86΄

Υπόθεση: Ο παρουσιαστής μιας πετυχημένης θρησκευτικής εκπομπής παρακολουθεί την πρεμιέρα μιας ταινίας με θέμα τη σχέση του Χριστού με τη Μαρία Μαγδαληνή, και αποφασίζει να καλέσει το σκηνοθέτη και την πρωταγωνίστρια στην εκπομπή του. Διαπιστώνει όμως ότι η ηθοποιός που ενσάρκωνε τη Μαρία Μαγδαληνή έχει εγκαταλείψει την καριέρα της και παραμένει στους Άγιους Τόπους, ακολουθώντας το προσωπικό της πνευματικό μονοπάτι. Την ίδια ώρα, ο τηλεπαρουσιαστής περνά τη δική του οικογενειακή κρίση…

Μετά από κάμποσες αποτυχίες, ο αμφιλεγόμενος δημιουργός του θρυλικού Bad Lieutenant επιστρέφει στη φόρμα με μια νευρώδη, δραματική ταινία θρησκευτικών αναζητήσεων. Μη φανταστείτε κάτι που μπαίνει σε καμιά κρυμμένη ουσία, ή προβαίνει σε αποκαλύψεις περί της πραγματικής ζωής του Ιησού. Όλα στην ταινία είναι θέμα ατμόσφαιρας. Ο Φεράρα, άκρως επιδέξια, δημιουργεί ένα κλίμα έντασης κι επικείμενων αποκαλύψεων, ενώ μια τάση διαρκούς αναζήτησης και αναθεωρητισμού αιωρείται στην ατμόσφαιρα. Σε όλους τους ήρωές του καλλιεργεί μια αίσθηση υπαρξιακού κενού, αίσθηση που καταφέρνει να μεταδώσει και στους θεατές, ενώ η αναγκαιότητα επείγουσας κάλυψης του κενού αυτού με κάποια θρησκευτική πίστη φαντάζει αδήριτη. Η Ζιλιέτ Μπινός στο ρόλο της ηθοποιού περιφέρεται ως κεραυνοβολημένη μέσα σε ένα τοπίο που βγάζει καπνούς από την πολιτική ένταση, έτσι ώστε η θρησκεία να συσχετίζεται με το ταραχώδες πολιτικό της περιβάλλον. Ο Μάθιου Μοντίν ενσαρκώνει τον σκληροτράχηλο σκηνοθέτη, ως άλτερ έγκο – παρωδία του Φεράρα, που σπαράσσεται από το πάθος της καλλιτεχνικής έκφρασης, αλλά και της με κάθε μέσο επιτυχίας, ενώ ο Γουίτακερ, πολύ πιο εσωτερικός στην ερμηνεία του, χαρίζει πειθώ και βάθος στον φιλόδοξο τηλεπαρουσιαστή που σιγά-σιγά συνεπαίρνεται από το θέμα του και οδηγείται στην ανάπτυξη της προσωπικής του σχέσης με το θείο στοιχείο. Στην τελική σούμα, μπορεί κανείς να κατηγορήσει τον Φεράρα ότι δεν μας λέει και τίποτα καινούριο, αλλά τι θα μπορούσε στο κάτω-κάτω να πει, πέρα από το αναδείξει το ζήτημα της αναγκαιότητας της ειλικρινούς θρησκευτικής αναζήτησης σ’ έναν κόσμο που ταλανίζεται από τις πολιτικές συγκρούσεις και την έλλειψη νοήματος; Όπως πολύ σωστά παρατήρησε και ο Τέλλος Φίλης του Seven Film Gallery, πρόκειται για μια άσκηση σκηνοθετικής δεξιοτεχνίας με ένα αρκετά φτωχό σενάριο. Η τελική σκηνή του ξεσπάσματος του Γουίτακερ είναι πάντως συλλεκτική.

ΒΑΘΜΟΣ: ***

(δημοσιεύτηκε στον εξώστη, τεύχος 755)

29.12.06

DÉJÀ VU


Σκηνοθεσία: Τόνι Σκοτ

Παίζουν: Ντένζελ Ουάσινγκτον, Βαλ Κίλμερ, Τζιμ Καβίζελ


Τυπική χολιγουντιανή αστυνομική ταινία, το Déjà vu κερδίζει την προσοχή του θεατή όχι μόνο χάρη στους σβέλτους και καλοκουρδισμένους ρυθμούς του, αλλά και εξαιτίας της πινελιάς τεχνολογικού φουτουρισμού που το χαρακτηρίζει. Συγκεκριμένα, η πλοκή αναφέρεται στις προσπάθειες ενός επίλεκτου αστυνομικού σώματος να εξιχνιάσει μια τρομοκρατική επίθεση σε ποταμόπλοιο, χρησιμοποιώντας μια νέα εφεύρεση, η οποία αξιοποιεί δεδομένα από δορυφόρους, τις πολυάριθμες κάμερες παρακολούθησης που βρίσκονται στους δημόσιους χώρους, αλλά και μετρήσεις των μεταβολών των διάφορων ηλεκτρομαγνητικών πεδίων, για να ανασυνθέσει ψηφιακά την εικόνα του παρελθόντος, και συγκεκριμένα 4 μέρες και 6 ώρες πριν από το παρόν. Χάρη στους κλασσικούς μηχανισμούς άρσης της δυσπιστίας, οι οποίοι λειτουργούν άψογα για άλλη μια φορά, το εύρημα μοιάζει τόσο πιστευτό, που ο θεατής αρχίζει ν’ αναρωτιέται ανήσυχος μήπως οι Αμερικάνοι έχουν ήδη στα σκαριά κάποιο παρόμοιο σύστημα παρακολούθησης. Κατά τ’ άλλα, ο Ντένζελ Ουάσινγκτον ερμηνεύει τον μοναχικό δαιμόνιο αστυνομικό με φλέγμα και αέρα, η ατμόσφαιρα διακρίνεται από μια αύρα μελαγχολίας και φιλοσοφικού ρεμβασμού, ενώ ένας αδιόρατος ερωτισμός συμβάλλει κι αυτός στην επιτυχία του όλου εγχειρήματος, το οποίο, αν και δύσκολα θα συμπεριληφθεί στις λίστες με τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς, σέβεται και ικανοποιεί απόλυτα τον συνειδητοποιημένο θεατή.

24.12.06

WORLD TRADE CENTER


ΔΙΔΥΜΟΙ ΠΥΡΓΟΙ

Σκηνοθεσία: Όλιβερ Στόουν
Παίζουν: Νίκολας Κέιτζ, Μάικλ Πένια, Μαρία Μπέλο, Στίβεν Ντορφ


Ο Όλιβερ Στόουν είναι ένας σπουδαίος σκηνοθέτης, ο οποίος βάσισε τη φήμη του όχι τόσο στις αδιαμφισβήτητες σκηνοθετικές του ικανότητες, όσο στους αμφιλεγόμενους χειρισμούς πολιτικών και κοινωνικών θεμάτων. Επειδή, όμως, «ου γαρ έρχεται μόνον», ο 66χρονος πλέον δεξιοτέχνης του Talk Radio και του U-Turn και ο κοινωνικός ταραξίας του Natural Born Killers και του JFK, έχει δώσει τη θέση του στον γλυκανάλατο νοσταλγό του Αλέξανδρου και τον άνευρο αισθηματία των Δίδυμων Πύργων.

Δεν ισχυριζόμαστε, βέβαια, ότι η παρούσα ταινία έχει τα χάλια του Αλέξανδρου, όχι, είναι σκηνοθετικά τουλάχιστον επαρκής, βλέπεται άνετα, αλλά ο Στόουν χειρίζεται το θέμα του με μια απογοητευτική έλλειψη πρωτοτυπίας. Από το όλο σύνολο των συνταρακτικών συμβάντων της ενδεκάτης Σεπτεμβρίου επιλέγει να εστιάσει αποκλειστικά σε δυο αστυνομικούς οι οποίοι εγκλωβίζονται στα χαλάσματα των Δίδυμων Πύργων, στις προσπάθειες των σωστικών συνεργείων να τους απεγκλωβίσουν, καθώς και στην αγωνία και τα προβλήματα των οικογενειών τους. Το τελικό μήνυμα; Πολύ πρωτότυπο: «Ενωμένοι μπορούμε να αντέξουμε τα πάντα».

Εντυπωσιάζει η απουσία οποιασδήποτε αναφοράς στους δράστες, το όλο περιστατικό αντιμετωπίζεται σαν φυσική καταστροφή, με αποτέλεσμα την πλήρη συσκότιση των κοινωνικοπολιτικών αιτίων, ενώ εκεί που δίνει ρέστα ο Στόουν είναι στην σε βαθμό γελοιότητας αγιογραφική απεικόνιση ενός βετεράνου πεζοναύτη ο οποίος εμφανίζεται από το πουθενά σε αποστολή από την Παναγία (!) να σώσει τους εγκλωβισμένους. God Save the Marines!

21.12.06

Ο ΗΡΩΑΣ ΜΟΥ


ERES MI HEROE / MY HERO

Σκηνοθεσία: Αντόνιο Κουάντρι
Παίζουν: Μανουέλ Λοζάνο, Τόνι Κάντο, Φέλιξ Λόπεζ
Ισπανία, 2003. Διάρκεια: 97΄

Υπόθεση: Σαραγόσα, 1975. Ο 13χρονος Ραμόν είναι υποχρεωμένος να αλλάζει περιβάλλον κάθε χρόνο, λόγω των συχνών μεταθέσεων του πατέρα του. Σε κάθε καινούριο σχολείο, όμως, έχει να δαμάσει μια κόλαση από εχθρικούς συμμαθητές, οι οποίο βγάζουν πάνω του τα επιθετικά και εξουσιαστικά τους ένστικτα. Την ώρα που το καθεστώς του Φράνκο κλονίζεται και οι πολιτικές διαμάχες οξύνονται, ο Ραμόν αγωνίζεται για μια ακόμη φορά να κάνει φίλους, να αποδείξει την αξία του και να κερδίσει την προσοχή του κοριτσιού που κάνει, για πρώτη φορά στη ζωή του, την καρδιά του να χτυπά δυνατά.

Ισπανική κοινωνική ταινία, που παρότι δεν αποφεύγει τα κλισέ, καταφέρνει αισθητικά να τους προσδώσει ένα φρέσκο λουκ, ενώ η τιμιότητα της ματιάς της, σε συνδυασμό με τις άψογες ερμηνείες των έφηβων πρωταγωνιστών της, κερδίζει συναισθηματικά 100% τον θεατή.

Μερικοί περάσαν τόσο δυσάρεστη εφηβεία, που δεν θέλουν καν να τη θυμούνται. Δεν μπορώ να πω πως κι η δική μου ήταν ο ορισμός της ευτυχίας. Ασκεί όμως από τότε πάνω μου μια γοητεία έντονη και παράξενη. Η ένταση των συναισθημάτων που ένιωσα τότε με καθόρισαν. Κάθε ευκαιρία που μου δίνεται να τα ξαναθυμηθώ είναι για μένα μια μικρή απόλαυση. Και υποπτεύομαι πως δεν είμαι ο μόνος. Φαίνεται, τελικά, πως η εφηβεία αποτελεί μια πανανθρώπινη ιεροτελεστία με περιεχόμενο νομοτελειακά καθορισμένο. Όλοι μας θα ερωτευθούμε, όλοι μας θα κάνουμε φιλίες τις οποίες θα πιστέψουμε για ισόβιες, όλοι μας θα κληθούμε να αποδείξουμε τον εαυτό μας και την αξία μας ενώπιον των άλλων. Ίσως, τελικά, η εφηβεία να μην είναι τίποτα άλλο παρά η συμπύκνωση όλων των κλισέ της ανθρώπινης ζωής. Γι’ αυτό και οι ταινίες με θέμα την εφηβεία πάσχουν πολύ συχνά από το ίδιο σύμπτωμα: Συσσώρευση όλων αυτών των κλισέ και απόλυτη προβλεψιμότητα. Η συγκεκριμένη ταινία, αν και δεν αποφεύγει πλήρως την μπανανόφλουδα, καταφέρνει, θα λέγαμε, να κρατήσει μια λεπτή ισορροπία. Και, το κυριότερο, καταφέρνει άνετα κι αθόρυβα να ανακαλέσει τα συναισθήματα που νιώθει κανείς στην εφηβεία, την αίσθηση που έχει, τις διαμάχες που διεξάγονται μέσα του. Για μένα, αυτή και μόνο η ανάκληση έχει μεγάλη αξία. Μακάρι όλοι μας να μην λησμονούσαμε ποτέ τον έφηβο εαυτό μας. Τον ιδεαλιστή, τον αμφισβητία, τον ευαίσθητο, τον αισθηματία. Ίσως τότε ο κόσμος να ήταν λίγο καλύτερος…

ΒΑΘΜΟΣ: ***


(δημοσιεύτηκε στον εξώστη, τεύχος 754)

20.12.06

MY SUPER EX-GIRLFRIEND


Σκηνοθεσία: Άιβαν Ράιτμαν

Παίζουν: Ούμα Θέρμαν, Λιουκ Ουίλσον, Άννα Φάρις, Έντι Ίζαρντ


Το πρόβλημα με τις κωμωδίες είναι ότι σχεδόν κανένας δεν τις παίρνει σοβαρά. Ακούγεται οξύμωρο, χρειάζεται όμως να κάτσεις να σκεφτείς, να κάνεις τους συσχετισμούς, ώστε να πιάσεις το υπονοούμενο, αυτό που κρύβεται από πίσω, για να γελάσεις. Σε αντίθετη περίπτωση θα σου απομείνουν μόνο τα οπτικά γκαγκ τύπου «τουρτοπόλεμος», «γλιστράει και πέφτει σε βαρέλι με νέφτι», και τα συναφή. Περιέργως, το λεπτό αυτό σημείο δεν φαίνεται να το έχει πιάσει η πλειονότητα των κριτικών, η οποία αντιμετώπισε την ταινία του Ράιτμαν σαν μια κωμωδιούλα για μια νευρωτική υπερηρωίδα. Αυτό όμως δεν είναι παρά το προφανές θέμα. Η κορυφή του παγόβουνου. Και θα συμφωνήσω ότι δεν είναι και πολύ αστείο. Το ενδιαφέρον κομμάτι αρχίζει από τη στιγμή που παίρνουν μπροστά οι συσχετισμοί: Πόσοι από μας τους άντρες δεν ονειρεύτηκαν μια γυναικάρα στο πλευρό τους, και πόσοι από μας δεν απέρριψαν μια τέτοια σκέψη ως ανεδαφική; Πόσες γυναίκες δεν ευχήθηκαν να ήταν δυνατότερες από τους άντρες, και πόσες δεν θα ήθελαν να στρέψουν μια τέτοια δύναμη εναντίον των αντρών που τις απέρριψαν; Η ταινία είναι λοιπόν αστεία ακριβώς επειδή ενσωματώνει δημοφιλείς φαντασιώσεις σε καθημερινές καταστάσεις. Ο δε σεναριογράφος της Νταν Πέιν προέρχεται από το επιτελείο των Simpsons, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Ο Ράιτμαν σκηνοθετεί σαν κολλημένος στα περασμένα μεγαλεία των Ghostbusters, οι ερμηνείες όμως έχουν πολύ ενδιαφέρον, με τον Ουίλσον να πασχίζει να αναπαραστήσει όσο το δυνατόν καλύτερα τον άχρωμο και άτολμο μέσο ανθρωπάκο και την Ούμα Θέρμαν, αρχέτυπο της σύγχρονης γυναικάρας, να προσθέτει σταλάγματα σεξουαλικής νεύρωσης τύπου Μάρως Κοντού σε ταινία του ’60 στο ατσαλένιο πανυπερτέλειο προφίλ της. Trés magnifique!

13.12.06

ΠΑΘΟΣ ΓΙΑ ΖΩΗ


RIZE

Σκηνοθεσία: Ντέιβιντ Λασαπέλ
Παίζουν: Τόμι ο Κλόουν, Ντράγκον, Λα Νίνια, Μις Πρίσι
ΗΠΑ, 2005. Διάρκεια: 86΄


Ντοκιμαντέρ για ένα χορευτικό κίνημα που αναπτύχθηκε στις φτωχογειτονιές του Λος Άντζελες τα τελευταία χρόνια. Πρόκειται για το clowning και το συγγενή του επίγονο krumping, παραφυάδες του hip-hop, που εντυπωσιάζουν για το νεύρο, την ταχύτητα και την τελετουργική διάσταση στις χορευτικές τους φιγούρες.

Οι ρίζες του κινήματος εντοπίζονται στον απόηχο των ταραχών που επακολούθησαν τον μέχρι θανάτου ξυλοδαρμό του Ρόντνι Κινγκ από αστυνομικούς το 1992. Ο πρόσφατα αποφυλακισθείς Τομ Τζόνσον, προκειμένου να εξασφαλίσει τα προς το ζειν, εργάζεται ως κλόουν σε παιδικά πάρτι. Εκεί επινοεί το νέο χορευτικό είδος, το οποίο συνδυάζεται με βάψιμο του προσώπου και ενίοτε και με αμφίεση κλόουν. Το είδος μεταλαμπαδεύεται από τα παιδιά στους εφήβους κι από κει στους νεαρούς ενήλικες των streetgangs, πολλοί από τους οποίους ανακαλύπτουν μια νέα «αθωότητα» και μετατρέπουν την οργή και την απογοήτευση από τη ζωή τους στο γκέτο σε τολμηρές χορευτικές φιγούρες. Το clowning μετατρέπεται έτσι στην πιο «ενήλικη» εκδοχή του, το krumping, όπου η έμφαση μετατοπίζεται πλέον σε ένα τελετουργικό που θυμίζει μάχες μεταξύ αντίπαλων συμμοριών και σε κινήσεις που παραπέμπουν έντονα σε βίαιες σώμα με σώμα συγκρούσεις.

Ο σκηνοθέτης διαφημίσεων και βίντεο-κλιπ Ντέιβιντ Λασαπέλ επιτρέπει στην κάμερά του να καταγράψει όλες τις εντυπωσιακές φιγούρες των νεαρών χορευτών, επιχειρεί όμως να διεισδύσει και λίγο βαθύτερα: Συσχετίζει το κίνημα με το βίαιο παρελθόν της ζωής στα γκέτο των μαύρων, αλλά και με παγανιστικές τελετές της «μητέρας» Αφρικής. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι δείχνει με σαφήνεια πως η τέχνη μπορεί να είναι κάτι διαφορετικό από τρόπος έκφρασης των βαριεστημένων ελίτ, πως μπορεί να πηγάζει από τον απλό κόσμο και όχι να υπαγορεύεται από τα ΜΜΕ, και πως όταν εκφράζει γνήσια αυτόν τον κόσμο, τότε μπορεί δυνητικά να αποτελεί πραγματικό διέξοδο από προβλήματα όπως η βιαία συμπεριφορά, τα ναρκωτικά, ή η έλλειψη νοήματος. Ακούγεται βαρύγδουπο, αν όμως δείτε το ντοκιμαντέρ θα πειστείτε!

ΒΑΘΜΟΣ: ***

(δημοσιεύτηκε στον εξώστη, τεύχος 753)

8.12.06

ΤΑΞΙΔΙΑΡΙΚΑ ΣΥΝΝΕΦΑ



TIAN BIAN YI DUO YUN / THE WAYWARD CLOUD

Σκηνοθεσία: Τσάι Μινγκ-Λιάν
Παίζουν: Λι Κανγκ-Σενγκ, Τσεν Σιάνγκ-Τσίι, Σουμόμο Γιοζακούρα
Ταϊβάν, 2005. Διάρκεια: 114΄

Σκηνή Νο1: Ένας άντρας, μια γυναίκα και ένα… καρπούζι κάνουν έρωτα. Σκηνή Νο2: Ο πρωταγωνιστής, φορώντας ένα καπέλο σε σχήμα… βάλανου, τραγουδά μέσα στα δημόσια ουρητήρια συνοδευόμενος από ένα πολύχρωμο γυναικείο μπαλέτο για τις… δύσκολές του στύσεις. Σκηνή Νο3: Το καπάκι ενός πλαστικού μπουκαλιού σφηνώνεται μέσα στο αιδοίο μιας πορνοστάρ που αυνανίζεται κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων και ένα μέλος του συνεργείου προσπαθεί να το… εντοπίσει. Αυτές είναι εν συντομία μερικές από τις εικόνες που θα αντιμετωπίσετε σε μια από τις πιο αλλόκοτες και δυσερμήνευτες ταινίες που έχουμε δει ποτέ.


Πρόκειται για την τελευταία ταινία του 49χρονου ταϊβανέζου, με καταγωγή από τη Μαλαισία, Τσάι Μινγκ-Λιάν, ο οποίος είχε πρωτοπαρουσιαστεί στο κοινό της πόλης μας στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου το 2001, με το έργο του «Τι ώρα είναι εκεί». Στα «Ταξιδιάρικα Σύννεφα» (η ακριβής μετάφραση του κινέζικου τίτλου είναι «Ένα σύννεφο στην άκρη του ουρανού») χρησιμοποιεί το ίδιο πρωταγωνιστικό ζευγάρι της ταινίας εκείνης προκειμένου να εμβαθύνει στη μόνιμη προβληματική του σχετικά με την αποξένωση, την αλλοτρίωση, και την απουσία νοήματος από τη σύγχρονη αστική ζωή και να επεκτείνει τις αισθητικές του αναζητήσεις, οι οποίες χαρακτηρίζονται από μεγάλες, μακρινές λήψεις υπό γωνία, απουσία διαλόγων, μινιμαλιστική αφήγηση και μεγενθυμένη, συμβολική χρήση διαφόρων αντικειμένων. Σε συνέχεια, λοιπόν, του «Τι ώρα είναι εκεί», η ηρωίδα επιστρέφει από το Παρίσι εν μέσω θέρους και ανομβρίας σε μια ερημωμένη και ξερή Ταϊπέι και συναντά τον παλιό της φίλο, ο οποίος δεν είναι πλέον πλανόδιος πωλητής ρολογιών, αλλά ηθοποιός σε πορνό, κάτι όμως που δεν της αποκαλύπτει. Η σχέση τους προχωρά με ρυθμούς σημειωτόν, ο εμφανής μεταξύ τους ερωτισμός παραμένει εν πολλοίς ανεπίδοτος, σε αντίθεση με τα πορνό γυρίσματα, τα οποία συνεχίζονται ακάθεκτα, σε πείσμα παροδικών προσκομμάτων, όπως το μάγκωμα του μπουκαλιού στο αιδοίο, οι δυσκολίες στύσης του πρωταγωνιστή, αλλά και η… ημιθανής πρωταγωνίστρια. Η ταινία διαθέτει και έναν φαινομενικά παράταιρο χαρακτήρα μιούζικαλ, καθώς διακόπτεται από πέντε συνολικά μουσικά ιντερλούδια, εξόχως χαριτωμένα, που φέρνουν στο νου κάτι από Ζακ Ντεμί, και ενίοτε Μπάσμπι Μπέρκλεϊ. Η σημασία τους είναι ομιχλώδης, όπως άλλωστε και το διά ταύτα ολόκληρης της ταινίας. Η τελική σκηνή πάντως, πραγματική σκηνή ανθολογίας για γερά στομάχια, ξεκαθαρίζει εν μέρει τα πράγματα. Ένας αριστουργηματικός κινηματογραφικός γρίφος.
Προσεχώς στο blog μια απόπειρα ερμηνευτικής ανάλυσης της ταινίας.

ΒΑΘΜΟΣ: ****

(δημοσιεύτηκε στον εξώστη, τεύχος 752)