27.3.08

Η ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΦΥΛΩΝ


THE BATTLE OF SHAKER HEIGHTS


Σκηνοθεσία: Efram Potelle & Kyle Rankin
Παίζουν: Shia LaBeouf, Elden Henson, Amy Smart
ΗΠΑ, 2003. Διάρκεια: 78΄


Υπόθεση: Δεκαεπτάχρονος τελειόφοιτος Λυκείου, που δουλεύει επίσης και σε σούπερ-μάρκετ, έχει τρέλα με τις αναπαραστάσεις ιστορικών μαχών. Συμμετέχοντας σε μια τέτοια, θα γίνει φίλος με έναν συνομήλικό του από εξαιρετικά ευκατάστατη οικογένεια και θα ερωτευτεί την αδελφή του, η οποία όμως είναι κάποια χρόνια μεγαλύτερή του και ήδη αρραβωνιασμένη.


Με μία ματιά: Πολύ οικείες οι καταστάσεις στην ταινία αυτή, και εξίσου οικείος και ο τρόπος της αφήγησης και της κινηματογράφησης. Η ταινία βλέπεται παρόλ’ αυτά με ενδιαφέρον, γιατί καταφέρνει αυτό που είναι συνήθως το ζητούμενο σ’ αυτές τις περιπτώσεις. Να αποδώσει με ειλικρίνεια και πιστότητα λίγη από τη σύγχυση της ταυτότητας, τον ίλιγγο του μέλλοντος και την ερωτική λαχτάρα που χαρακτηρίζουν την εφηβεία.


Το μεγαλύτερο ατού της ταινίας είναι ο πρωταγωνιστής της και ο χαρακτήρας που αυτός ενσαρκώνει. Ένας νέος έξυπνος και ευαίσθητος, με μια ιδιαίτερη φυσιογνωμία, που πίσω από τη φυσική του ευφράδεια και την τελείως προσωπική αίσθηση του χιούμορ που διαθέτει, κρύβει την αγωνιώδη προσπάθειά του να ανακαλύψει τον αληθινό του εαυτό, ποιος είναι και τι πραγματικά θέλει σ’ αυτή τη ζωή. Προερχόμενος από μια έντονα δυσλειτουργική αστική κοινωνία, με έναν πατέρα που προσπαθεί να ξεπεράσει την παλιά εξάρτησή του από ναρκωτικές ουσίες και μια μητέρα που αγωνίζεται να επιβιώσει στο καλλιτεχνικό κύκλωμα, βιώνει την έλλειψη πατρικού προτύπου και μητρικής στοργής, ελλείψεις που επιχειρεί να συγκαλύψει πίσω από ένα «σοφιστικέ» προφίλ που επιδέξια οικοδομεί, κρύβοντας όμως έτσι τον πραγματικό του εαυτό. Οι εμπειρίες φίλιας και έρωτα, αλλά και οι συγκρούσεις και οι έχθρες που θα δημιουργήσει, θα σταθούν πολύτιμα μαθήματα στην πορεία του προς την ωρίμανση.


Αξίζει να προσέξετε τον τρόπο που οι δημιουργοί της ταινίας επιλέγουν να αναπαραστήσουν το αστικό περιβάλλον στο οποίο εξελίσσεται η ταινία, ένα περιβάλλον πραγματικά αψεγάδιαστο, γεμάτο ηλιόλουστα πάρκα και άνετες μονοκατοικίες με κήπο, φαρδείς δρόμους και λειτουργικά δημόσια κτήρια. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο πατέρας του ήρωα νοσηλεύεται σε ένα νοσοκομείο πραγματικό αρχιτεκτονικό κομψοτέχνημα, και μάλιστα σε μονόκλινο δωμάτιο! Μέσα σ’ αυτό το άσπιλο κι αμόλυντο περιβάλλον μοιάζει κάπως αφύσικη η εισχώρηση ατελειών, είτε με τη μορφή της εξάρτησης από τα ναρκωτικά, είτε με τη μορφή ανεπαρκών καθηγητών, ή μοχθηρών συμμαθητών. Προφανώς δεν πρόκειται παρά για άλλη μια απόπειρα αναστήλωσης του ετοιμόρροπου “American Dream”, και ως προς αυτό μπορούμε να την παραλληλίσουμε με το Juno, που παρακολουθήσαμε πρόσφατα στις αίθουσες. Και εκεί υπήρχαν προβλήματα, όπως για παράδειγμα ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες, όλα όμως τελικά επιλύθηκαν και εκεί, όπως κι εδώ, με καλοσύνη κι αισιοδοξία. Φαίνεται λοιπόν πως το κληροδότημα του Φρανκ Κάπρα προς το αμερικάνικο σινεμά δεν εξαντλήθηκε ακόμα.


**

20.3.08

ΑΝΤΙΟ ΦΑΛΚΕΝΜΠΕΡΓΚ


FALKENBERG FAREWELL / FARVAL FALKENBERG

Σκηνοθεσία: Γιέσπερ Γκάνσλαντ
Παίζουν:
Τζον Άξελ Έρικσον, Χόλγκερ Έρικσον, Γιέσπερ Γκάνσλαντ

Σουηδία, 2006. Διάρκεια: 91΄


Να είσαι νέος και να νιώθεις ότι έχεις όλη τη ζωή μπροστά σου. Να έχεις μόλις ενηλικιωθεί και να μπορείς πλέον να εργαστείς, αλλά να προτιμάς να ξοδεύεις το χρόνο σου άσκοπα. Να περιφέρεσαι με τους φίλους σου κάνοντας καλαμπούρια και φιλοσοφώντας. Να έχεις την αίσθηση ενός τέλους εποχής, να συναισθάνεσαι ότι μια περίοδος της ζωής σου κλείνει, και να στρέφεσαι γεμάτος νοσταλγία στο παρελθόν. Στο ξένοιαστο παρελθόν των παιδικών και εφηβικών χρόνων. Τότε που με τους κολλητούς ήσασταν ένα σώμα, μια ψυχή. Και τώρα; Τώρα όλες οι βεβαιότητες έχουν πια συντριβεί. Ένα μεγάλο ερωτηματικό πλανάται στον αέρα της γενέθλιας πόλης. Ένα ερωτηματικό που άλλους τους τρελαίνει, άλλους αφήνει παγερά αδιάφορους, και άλλους τους τρομάζει και τους βαραίνει τόσο, που αποφασίζουν να τραπούν σε μια απέλπιδα φυγή χωρίς επιστροφή...
Αυτός είναι ο κόσμος του Αντίο Φάλκενμπεργκ. Φάλκενμπεργκ είναι ο γενέθλιος τόπος. Μια ήρεμη και γραφική κωμόπολη στις βορειοδυτικές ακτές της Σουηδίας, με περιποιημένα σπιτάκια, φιλήσυχους πολίτες που περνούν τα βράδια τους στα μπαρ συζητώντας για τον καιρό πάνω από ένα μεγάλο ποτήρι μπύρας, και μια σκανδαλιστικά ξελογιάστρα φύση να την περιβάλλει σαν άλλη Εδέμ. Αυτός είναι ο τόπος που ζουν και κινούνται οι ήρωες της ταινίας, όλοι τους νεαροί άνδρες γύρω στα είκοσι. Οι γυναίκες απουσιάζουν χαρακτηριστικά. Δεν χωράνε σ' αυτό το εσωστρεφές σύμπαν της αγοροπαρέας. Εμφανίζονται μόνο με τη μορφή της μάνας. «Μην τρως αγόρι μου τόσο μπέικον, γιατί έχει πολλά λιπαρά». «Δεν με νοιάζει. Εμένα μ' αρέσει». Σ' αυτό το στιλ.
Πάνω απ' όλα είναι μια ταινία για την δυσκολία και την ενστικτώδη άρνηση να ενηλικιωθείς. Κορόιδο είσαι, στο κάτω-κάτω; Στη θέση της προτιμάς τη νοσταλγία. Για τη χαμένη αθωότητα της παιδικής ηλικίας. Είναι πολύ οικείο το θέμα του Αντίο Φάλκενμπεργκ. Το χειρίζεται όμως με αρκετή φρεσκάδα και λεπτή αίσθηση ατμόσφαιρας. Και μόνο τα χρώματα, η υφή των εικόνων αρκεί για να μεταφέρει το θεατή στο παράλληλο σύμπαν όπου εκτυλίσσεται η ταινία. Οι ρυθμοί. Χαλαροί, αργοί, για κάποιους ίσως ενοχλητικά αργοί. Αυτή σίγουρα δεν είναι μια ταινία δράσης. Είναι ένα slacker movie α λα σουηδικά. Κι εδώ ερχόμαστε στην τελευταία παρατήρηση: Απίστευτο πόσο απέχει από μας η σουηδική κουλτούρα! Σαν να βλέπεις επιστημονική φαντασία. Οι ηθοποιοί μονίμως ανέκφραστοι μουρμουρίζουν τις ατάκες με έναν τόνο τελείως επίπεδο. Οι συμπεριφορές. Αυτό το σκανδιναβικό φλέγμα. Δύσκολο, πολύ δύσκολο για τον έλληνα θεατή. Και να φανταστείτε ότι είμαστε κι οι δυο Ευρωπαίοι... Αξίζει όμως τον κόπο η προσπάθεια.
Είναι ένα ταξίδι διαφορετικό και αρκετά γοητευτικό αυτό το ταξίδι για το παράξενο Φάλκενμπεργκ...

Αξιολόγηση: ***

20.2.08

ΦΟΝΟΣ ΕΞ ΑΜΕΛΕΙΑΣ


JINDABYNE


Σκηνοθεσία: Ρέι Λόρενς
Παίζουν: Γκάμπριελ Μπερν, Λόρα Λίνεϊ, Κρις Χέιγουντ
Αυστραλία, 2006. Διάρκεια: 123΄


Μετά την εξαιρετική «Παράνομη Δικαιοσύνη» (The Proposition) του Τζον Χίλκοτ, την οποία σας παρουσιάσαμε πριν από μερικούς μήνες, μια ακόμη σπουδαία ταινία μας έρχεται φέτος από την μακρινή Αυστραλία. Πρόκειται για τον «Φόνο εξ αμελείας» (Jindabyne) του Ρέι Λόρενς, του σκηνοθέτη που μας είχε δώσει πριν από μερικά χρόνια την αριστουργηματική Lantana. Αυτή τη φορά ο Λόρενς βασίζεται σε ένα διήγημα του Ρέιμοντ Κάρβερ, το “So much Water So Close to Home” για να αναπτύξει ένα έργο πολύπλοκο και πολύμορφο, το οποίο διαμορφώνει ένα πλούσιο πλέγμα ιδεών και συναισθημάτων που περιστρέφονται κύρια γύρω από την έννοια της ενοχής.


Στοιχείο-κλειδί της ταινίας αποτελεί η αυστραλιανή της ταυτότητα. Προκειμένου να την κατανοήσουμε θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι η Αυστραλία είναι μια χώρα που βασίζει τα θεμέλιά της πάνω σε μια γενοκτονία. Τη γενοκτονία των αυτοχθόνων κατοίκων της από τους Αγγλοσάξονες εποίκους. Σήμερα, σχεδόν δύο αιώνες μετά, ο πρωθυπουργός της Αυστραλίας ζήτησε επίσημα συγνώμη από τους Αβοριγίνες, τους ιθαγενείς Αυστραλούς, για την κακομεταχείριση που υπέστησαν, και ιδιαίτερα για το ζήτημα των «χαμένων γενεών», των χιλιάδων παιδιών που αρπάχτηκαν δια της βίας από τις οικογένειές τους για να ανατραφούν από το κράτος μέσα σε ειδικά ιδρύματα. Η Αυστραλία είναι λοιπόν μια χώρα καταστατικά βασισμένη πάνω σε μια ενοχή. Την ενοχή αυτή υπογραμμίζει όχι μόνο η σημερινή εξαθλίωση των λιγοστών Αβοριγίνων που έχουν απομείνει, αλλά και το τοπίο της Αυστραλιανής υπαίθρου. Ένα τοπίο άγριας ομορφιάς, αχανές, έξω από τα ανθρώπινα μέτρα, παραδομένο στην πιο πρωτόγονη φυσικότητα. Πάνω λοιπόν στα δίπολα «φύση-πολιτισμός» και «αθώοι Αβοριγίνες-ένοχοι Αγγλοσάξονες», αξιοποιώντας παράλληλα και την αντίθεση «αρσενικό-θηλυκό», οικοδομεί ο Λόρενς την ιστορία του, η οποία είναι κατά βάση απλή. Μια παρέα τεσσάρων ανδρών πηγαίνει για ψάρεμα σ’ ένα ποτάμι χωμένο βαθιά μέσα σ’ έναν απόμακρο, αλλά πανέμορφο φυσικό δρυμό. Εκεί θα ανακαλύψει το πτώμα μιας νεαρής ιθαγενούς. Η αλλόκοτη αντίδρασή τους θα καταλύσει αντιδράσεις τόσο στον οικογενειακό, όσο και στον κοινωνικό τους περίγυρο. Τόσο οι οικογένειές τους, όσο και οι δυο κοινότητες, των εποίκων και των αυτοχθόνων, θα βρεθούν αντιμέτωπες με δυσάρεστες πραγματικότητες που παρέμεναν καταχωνιασμένες. Ο Λόρενς προσθέτει διάφορες πινελιές: Τα παιδιά, που συμβολίζουν όχι μόνο την αθωότητα, αλλά και το εγγενές Κακό που κρύβουμε μέσα στην ίδια την ανθρώπινή μας φύση, τον δολοφόνο, σύμβολο του διεστραμμένου αδηφάγου Δυτικού πολιτισμού, και κυρίως το θάνατο, που παραμένει πανταχού παρόντας. Τόσο με τη μορφή του πένθους και του αισθήματος της απώλειας, ενός αισθήματος που δεν φεύγει ποτέ από μέσα μας, παρά διαχέεται σιωπηλά και διαποτίζει την ψυχή μας, όσο και με τη μορφή του φόβου για τον ίδιο μας τον αφανισμό που μοιραία επέρχεται. Έναν θάνατο που καθένας από τους ήρωες της ταινίας τον αντιλαμβάνεται διαφορετικά και αντιδρά διαφορετικά σ’ αυτόν.


Εξαιρετική ταινία, δημιουργεί μια πραγματικά στοιχειωμένη ατμόσφαιρα, ανοίγει πάρα πολλά θέματα, και ίσως αυτό να είναι τελικά και το ελάττωμα της, ότι δηλαδή ψαρεύει κάπως υπερβολικά σε θολά νερά. Για όσους όμως είναι πρόθυμοι να κάνουν τους συσχετισμούς, αποτελεί μια εμπειρία που αξίζει τον κόπο και ανταμείβει τον θεατή.


***


15.2.08

ΤΟ ΠΑΓΚΑΚΙ



THE BENCH / BAENKEN


Σκηνοθεσία: Περ Φλι
Παίζουν: Γιέσπερ Κρίστενσεν, Στινε Χολμ Γιόνσεν, Νικολάι Κοπέρνικους, Γιενς Άλμπινους.
Δανία, 2000. Διάρκεια: 89΄


Υπόθεση: Ο Κάι, ένας πενηντάρης πρώην πετυχημένος σεφ και οικογενειάρχης, έχει καταντήσει ένας παραιτημένος αλκοολικός, που σπαταλάει τη ζωή του κατεβάζοντας τη μια μπύρα πίσω από την άλλη, παρέα με άλλα περιθωριακά άτομα σ’ ένα παγκάκι μιας κακόφημης συνοικίας της Κοπεγχάγης. Κάποια μέρα θα μετακομίσει στη γειτονιά του η Λιβ, μια νεαρή γυναίκα με τον μικρό γιο της. Η Λιβ προσπαθεί να ξεφύγει από τον σύζυγό της, ο οποίος της συμπεριφέρεται βίαια. Για τον Κάι, η φυσιογνωμία της Λιβ δεν είναι τελείως άγνωστη…


Με μια ματιά: Μουντών αποχρώσεων δανέζικο δράμα, η πρώτη ταινία μεγάλου μήκους του Περ Φλι, με την οποία εγκαινίασε το 2000 την τριλογία του για τις κοινωνικές τάξεις στη Δανία. Ακολούθησαν το 2003 η Κληρονομιά, μια συνταρακτική ταινία-αποκάλυψη της συναισθηματικής φτώχιας της ανώτερης τάξης, και το 2005 η Ανθρωποκτονία, μια οξυδερκής ματιά στην πολιτικοποίηση της μεσαίας τάξης. Το Παγκάκι ασχολείται με τα προβλήματα της εργατικής τάξης, εστιάζοντας όμως σ’ ένα ζήτημα οικογενειακής φύσεως και στην προσωπική πορεία καθόδου ενός ανθρώπου, ο οποίος δεν βρίσκει πλέον κανένα νόημα στη ζωή.


Ίσως αυτό να είναι και το πρόβλημά μου μ’ αυτή την ταινία: προσεγγίζει την εργατική τάξη από μια ψυχολογική, υπαρξιακή θα λέγαμε, σκοπιά. Ο ήρωάς της εμφανίζει μια ψυχοπαθολογία που δεν έχει κάποια συγκεκριμένα ταξικά χαρακτηριστικά. Στην πραγματικότητα δεν είναι παρά ένας εκπεσών αστός. Στο ένδοξο παρελθόν ήταν ιδιοκτήτης εστιατορίου. Σκαρφιζόταν εξωτικά πιάτα με ορτύκια παραγεμισμένα με ξερά δαμάσκηνα και σάλτσα δεντρολίβανου. Συνέβησαν όμως κάποιες προσωπικές ατυχίες. Ο συνέταιρός του πέθανε. Η γυναίκα του τον εγκατέλειψε. Κι αυτός λύγισε από την πίεση. Και τον πήρε η κάτω βόλτα. Πλέον, στο πρόσωπο κάθε συνανθρώπου του βλέπει την αιτία της προσωπικής του αποτυχίας. Είναι ένας αλλοτριωμένος άνθρωπος. Ανίκανος να σχετιστεί. Ανίκανος να αγαπήσει. Ώσπου το παρελθόν του ξαναναδύεται μπροστά στα μάτια του κι αυτός αναγκάζεται να έρθει αντιμέτωπος με παλιά φαντάσματα. Τι σχέση έχουν όλ’ αυτά με την εργατική τάξη; Σχέση γειτονίας. Απλά ο Κάι ζει σε μια εργατική συνοικία. Και σχετίζεται με όλο το σμάρι των ανθρώπων που αγωνίζονται με νύχια και με δόντια για ένα μεροκάματο. Αντί γι’ αυτό, ο ίδιος προτιμά τις πιο εστέτ συμπεριφορές. Ενοχλημένος από έναν ηλικιωμένο πελάτη, του πέτα χώμα κατάμουτρα, με αποτέλεσμα να τον απολύσουν από την επιδοτούμενη θέση κηπουρού που οι υπόλοιποι της παρέας αγωνίζονται με νύχια και με δόντια να κρατήσουν. Αυτός όμως είναι υπεράνω του αγώνα για επιβίωση. Έχει περηφάνια. Και επιλέγει την αυτοκαταστροφική συμπεριφορά από τον συμβιβασμό. Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο μπαίνει στη ζωή του η Λιβ και τον αναγκάζει εκ των πραγμάτων να αναθεωρήσει τη στάση του. Όχι από ταξική, ή έστω προσωπική, συνειδητοποίηση, αλλά από οικογενειακή αναγκαιότητα. Έχουμε λοιπόν να κάνουμε με ένα επιδέξιο ξόρκισμα της πολιτικής. Τη θέση της καταλαμβάνει ο συνήθης ύποπτος: η ψυχολογία. Σ’ αυτόν τον τομέα πάντως, ο Περ Φλι δεν τα πάει και τόσο άσχημα. Το δράμα του είναι στέρεο, συμπαγές, πειστικό, και υποστηρίζεται σωστά από τους ηθοποιούς του. Όλα ανάγονται στην ψυχολογία. Ακόμα και ο συγκάτοικος της Λιβ τρελαίνεται από την πολύ μελέτη του… Κίργκεγκορ. Μπορεί ίσως να απουσιάζει η πολιτική, η ανθρώπινη όμως γνώση είναι παρούσα.


***

26.1.08

ΞΕΠΑΤΙΝΑΖ


BLADES OF GLORY


Σκηνοθεσία: Josh Gordon & Will Speck
Παίζουν: Will Ferrell, Jon Heder, Will Arnett, Amy Poehler, Jenna Fischer


Ωραίος χαβαλές. Δυο άντρες πρωταθλητές του καλλιτεχνικού πατινάζ, ο Τζίμι ΜακΙλρόι (Τζον Χέντερ), ξανθός, λεπτεπίλεπτος, ευαίσθητος και κάπως θηλυπρεπής, και ο Τσαζ Μάικλ Μάικλς (Γουίλ Φερέλ), το χοντροκομμένο, macho αντίθετό του, που μυρίζει βαρβατίλα, δυο τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους ανταγωνιστές, μισιούνται θανάσιμα. Ώσπου μια μέρα θα αναγκαστούν να συνεργαστούν, για να κερδίσουν τον παγκόσμιο τίτλο σαν… ζεύγος.


Δεν είναι από τις ταινίες που σε κάνουν γενικά να κρατάς την κοιλιά σου από τα γέλια (μου συνέβη μόνο μια φορά, στη σκηνή που ο ξανθούλης Τζίμι τηλεφωνά την καλή του για να της ζητήσει ραντεβού, αλλά και οι δυο τους λένε πράματα που τους τα υπαγορεύουν ψιθυριστά άλλοι, οπότε προκύπτει ένας τελείως αστεία αλλόκοτος διάλογος), αλλά έχει ένα ανάλαφρο, ευχάριστο κλίμα, πολύ γραφικούς τύπους, όπως το ανταγωνιστικό ζευγάρι των «κακών» αδελφών Βαν Ουόλντενμπεργκ, ή τον απίστευτο «γλωσσοκοπάνα» Τζον Χάμιλτον που κάνει τις περιγραφές των αγώνων υποδυόμενος τον… εαυτό του (ο Χάμιλτον, χρυσός ολυμπιονίκης του καλλιτεχνικού πατινάζ στην Ολυμπιάδα του Σαράγιεβο το 1984, αποτελεί μία από τις πολυάριθμες εμφανίσεις πραγματικών αστέρων του πατινάζ στην ταινία), ωραία μουσική, εντυπωσιακές φιγούρες στον πάγο (ειδικά η τελική σκηνή εκτέλεσης του «σιδηρού λωτού», της τόσο επικίνδυνης φιγούρας που είχε εκτελεστεί μέχρι τώρα μόνο στη… Βόρειο Κορέα, κι εκεί με… οικτρή αποτυχία, είναι μια απόλαυση) και καταπληκτικά κουστούμια. Ειδικά στα κοστούμια αξίζει να σταθούμε για λίγο παραπάνω, καθώς σ’ αυτά οφείλει αρκετή από την cult λάμψη της η ταινία, της προσδίδουν μια φανταχτερή γοητεία, αλλά και ένα επιπρόσθετο επίπεδο παρωδίας, καθώς αποτελούν εξαιρετικές μιμήσεις πραγματικών κοστουμιών παγοδρομίας, αλλά τραβηγμένα στο έπακρο της υπερβολής.


Σημαντικό είναι επίσης ότι το dvd αυτό είναι ένα από τα λίγα που μας εισάγονται με όλο το συνοδευτικό υλικό τους, το οποίο σημαίνει πλούσια extras, όπου στο making of μπορείτε να πάρετε μια γεύση από το πόσο δύσκολη και περίπλοκη δουλειά είναι να γυρίσεις ακόμη και την χαζότερη κωμωδία και πόσο σοβαρά την παίρνουν οι Αμερικάνοι. Δείτε επίσης κάποια στιγμιότυπα από τις πρόβες και θαυμάστε την κωμική δεινότητα στους αυτοσχεδιασμούς όχι μόνο του Γουίλ Φερέλ, αλλά και του Νικ Σουάρντσον, που υποδύεται τον Χέκτορ, τον φανατικό θαυμαστή του Τζίμι, που τον ακολουθεί παντού, προσφέροντάς μας ένα σύντομο, εύστοχο, αστείο, αλλά και τραγικό πορτρέτο του ανθρώπου-θύματος, που γεννήθηκε για να ζήσει όχι τη δική του ζωή, αλλά μέσα από τη ζωή κάποιου άλλου.


Have fun!


Αξιολόγηση: ***

13.12.07

ΛΕΟΝΤΕΣ ΑΝΤΙ ΑΜΝΩΝ


LIONS FOR LAMBS

Σκηνοθεσία: Ρόμπερτ Ρέντφορντ
Παίζουν
: Τομ Κρουζ, Μέριλ Στριπ, Ρόμπερτ Ρέντφορντ


Μπορείς να κάνεις μια κακή ταινία με ένα καλό μήνυμα; Φυσικά και μπορείς. Απόδειξη ετούτη εδώ η ταινία του προοδευτικού Ρόμπερτ Ρέντφορντ, με τις αγαθές, δημοκρατικές και φιλειρηνικές προθέσεις, ο οποίος όμως μας παραδίδει ένα εξάμβλωμα. Από πού ν’ αρχίσει και πού να τελειώσει κανείς; Από την στατικότητα που κυριαρχεί από την αρχή μέχρι το τέλος, ξεπερνώντας ακόμη και τις σαπουνόπερες της τηλεόρασης, καθώς όλη η ταινία αποτελείται ουσιαστικά από κεφάλια που μιλάνε, χωρίς καθόλου δράση, χωρίς τίποτα να κινείται, να εξελίσσεται, να προχωρά; Από τους αφελέστατους διαλόγους, ή μάλλον μονολόγους, τόσο του Τομ Κρουζ, ο οποίος υποδύεται έναν Ρεπουμπλικάνο Γερουσιαστή, όσο και του Ρόμπερτ Ρέντφορντ, ο οποίος υποδύεται έναν προοδευτικό καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης; Λουζόμαστε έναν μονόλογο του Κρουζ τετριμμένο ως εκεί που δεν πάει άλλο, και σαν να μην έφτανε αυτό, έχουμε να υπομείνουμε και τα reaction shots, τα πλάνα αντίδρασης, της Μέριλ Στριπ, η οποία υποδύεται μια επιφανή δημοσιογράφο που του παίρνει συνέντευξη και το μόνο που κάνει διαρκώς είναι να γέρνει το κεφάλι της έμπλεη ενδιαφέροντος. Κι ύστερα επιστρέφει στα γραφεία της εφημερίδας κι επακολουθεί ένας διάλογος με τον αρχισυντάκτη της, που ούτε πρωτοετείς φοιτητές Δημοσιογραφίας δεν θα κάνανε. Αμ ο Ρέντφορντ, που έχει βάλει κάτω έναν φοιτητάκο, πραγματικά το μόνο πιστευτό και συμπαθές πλάσμα όλης της ταινίας, και προσπαθεί να τον «αφυπνίσει» με ένα κοινότοπο λογίδριο που καταλήγει σε εκβιασμό («δραστηριοποιήσου στο αντιπολεμικό κίνημα αν θες καλό βαθμό» – μα την αλήθεια, πολύ προοδευτική πρακτική); Όσο για τις ερμηνείες, ο Τομ Κρουζ αναμασάει για νιοστή φορά την ίδια μανιέρα του φουσκωμένου διάνου, η Μέριλ Στριπ σπαταλιέται στα στοιχειώδη, κι ο Ρέντφορντ μάλλον βαριέται, αλλά σίγουρα δεν είναι ο μόνος, αφού, στο κάτω-κάτω, από την ταινία απουσιάζουν παντελώς οι αιχμές. Το όποιο αντιπολεμικό μήνυμα προκύπτει μόνον εμμέσως και συγκεκαλυμμένα, μην τυχόν και στενοχωρήσουμε κανέναν Ρεπουμπλικάνο και χάσουμε εισιτήρια. Κρατηθείτε μακριά!

6.12.07

SUGARTOWN: ΟΙ ΓΑΜΠΡΟΙ


Σκηνοθεσία: Κίμων Τσακίρης
Ελλάδα, 2006. Διάρκεια: 82΄


Υπόθεση: Ζαχάρω Ηλείας, λίγα χρόνια πριν τις καταστροφικές πυρκαγιές. Η κωμόπολη ξανααπασχολεί τα ΜΜΕ, αυτή τη φορά χάρη σε μια πρωτότυπη ιδέα του γνωστού δημάρχου της, Πανταζή Χρονόπουλου. Προκειμένου να εξασφαλίσει την επανεκλογή του, ο δήμαρχος προτείνει μια ριζοσπαστική λύση στο πρόβλημα των ανδρών της Ζαχάρως, οι οποίοι δεν βρίσκουν γυναίκες να παντρευτούν, καθώς οι νεαρές ντόπιες προτιμούν να μεταναστεύουν στις πόλεις. Τους υπόσχεται ένα ταξίδι σε χώρα της τέως Σοβιετικής Ένωσης προς ανεύρεση… νυφών. Στην ταινία παρακολουθούμε τις προετοιμασίες, το ταξίδι, το οποίο πραγματοποιήθηκε όντως τον Αύγουστο του 2005, τελικά προς την πόλη Κλιν της Ρωσίας, καθώς και τα επακόλουθά του…


Με μια ματιά: Εξαιρετικό ντοκιμαντέρ του Κίμωνα Τσακίρη, βραβευμένο στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, ξεφεύγει από τη συνήθη σοβαροφάνεια, το διδακτισμό και τη δημοσιογραφική λογική των ταινιών τεκμηρίωσης και, εκκινώντας από ένα «πιασάρικο» θέμα, τολμά μια βαθιά, ψύχραιμη, μα συνάμα και ευαίσθητη τομή στη χαίνουσα πληγή της ελληνικής επαρχίας, χωρίς μάλιστα σε καμία στιγμή να χάσει το χιούμορ του.


Παρόλο το «αβανταδόρικο» θέμα, τα πράγματα δεν ήταν καθόλου εύκολα για τον νεαρό Τσακίρη, κάτοχο διδακτορικού στις Διεθνείς Οικονομικές Σχέσεις από το Πανεπιστήμιο του Μάαστριχτ. Έπρεπε να αποφύγει μια σειρά από παγίδες: Πρώτα απ’ όλα να μην προκαλέσει γέλιο εις βάρος των ηρώων του. Ύστερα, να μην σχηματοποιήσει ή απλοποιήσει το πρόβλημά τους. Να προσπαθήσει αντίθετα να αναδείξει όσο γίνεται περισσότερες από τις πτυχές του. Να αποφύγει τέλος το διδακτισμό, τον καταγγελτικό τόνο, αλλά και, σημαντικότερο ίσως όλων, τη βαρεμάρα. Κι όλ’ αυτά προσπαθώντας παράλληλα να υιοθετήσει μια μοντέρνα κινηματογραφική γλώσσα, έξω από τα κλισέ και τις γνώριμες φόρμες των συμβατικών ντοκιμαντέρ. Ε, λοιπόν, τα κατάφερε σε όλα!


Ο Τσακίρης, μετά από σκληρή προετοιμασία χρόνων, κατά την οποία παρέμεινε επί μακρόν στη Ζαχάρω, ζώντας από πρώτο χέρι τα προβλήματα των κατοίκων της και κερδίζοντας την εμπιστοσύνη τους, μας παρουσίασε ένα «διαμαντάκι», μια ταινία γεμάτη χιούμορ, ανθρωπιά και πολύ βαθιά αντίληψη του τι πραγματικά συμβαίνει στην ελληνική επαρχία. Είναι μια ταινία ευχάριστη, με παιχνιδιάρικο τόνο, παίζει με τις συμβάσεις του γουέστερν, καθώς εκκινεί από το εύρημα μιας Ζαχάρως-"Sugartown" της Άγριας Δύσης, της οποίας οι κάτοικοι, με μπροστάρη τον δήμαρχο-σερίφη, εκκινούν για μια αποστολή στην άγνωστη Ανατολή. Κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον, ακριβώς γιατί ο Τσακίρης κατάφερε να αποκτήσει άμεση πρόσβαση στις ψυχές των ηρώων του, ενώ κορυφώνεται με τις συνέπειες του ταξιδιού, το οποίο από κωμωδία μετατρέπεται σε δράμα, ίσως μάλιστα και σε τραγωδία, καθώς αναγκάζει τους ήρωές του να αντικρίσουν ορισμένες αλήθειες. Αλήθειες δυσάρεστες για όλους μας, κι ίσως αυτός να είναι κι ένας από τους λόγους που η ταινία δεν κατάφερε να κόψει και πολλά εισιτήρια στις αίθουσες. Η κυκλοφορία της όμως σε dvd είναι μια πολύ καλή ευκαιρία για όλους μας να την απολαύσουμε.


Αξιολόγηση: ****

4.12.07

ΠΡΙΝ Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΚΑΤΑΛΑΒΕΙ ΟΤΙ ΠΕΘΑΝΕΣ


BEFORE THE DEVIL KNOWS YOU ’RE DEAD


Σκηνοθεσία: Σίντνεϊ Λουμέτ

Παίζουν: Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν, Ίθαν Χοκ, Άλμπερτ Φίνεϊ, Μαρίσα Τομέι


Αστυνομική περιπέτεια, αλλά και οικογενειακό μελόδραμα, η τελευταία δημιουργία του 84χρονου Λουμέτ, ο οποίος συμπληρώνει αισίως 50 χρόνια στο «κουρμπέτι» του Χόλιγουντ, είναι μια καλή ταινία, που καταλήγει όμως να προκαλεί περισσότερο πάταγο απ’ όσο της αρμόζει, επιδιδόμενη σε μια εντυπωσιοθηρία βολική μεν για όσους αναζητούν μια ταινία που θα τους καθηλώσει για δυο ώρες, παραπλανητική δε για όσους πρόσκαιρα πιστέψουν ότι βρίσκονται ενώπιον ενός αριστουργήματος. Όσο για τον Λουμέτ, χαρά στο κουράγιο του, που παρά το Όσκαρ για το σύνολο της προσφοράς του το 2005, ξαναβρίσκει την όρεξη και το κίνητρο να τσιτώσει έτσι το γκάζι, προκειμένου να μας δώσει ένα δράμα τραβηγμένο στη νιοστή του δύναμη. Με μια αφήγηση μη γραμμική, που επιστρέφει και ξαναεπιστρέφει στις ίδιες σκηνές για να φωτίσει από διαφορετική οπτική γωνία δράση και χαρακτήρες, με διαλόγους έντονα φορτισμένους, που συχνά κραυγάζουν αυτό που έτσι κι αλλιώς υπονοείται, και με ερμηνείες τονισμένες μέχρι υπερβολής, ο Λουμέτ μετέρχεται κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσο (εξαίρετα τα γυμνά περιφερόμενα στήθη της Μαρίσα Τομέι) προκειμένου να θέλξει τον θεατή του και να τον παρασύρει στον ίλιγγο της περιδίνησης των ηρώων του στην άβυσσο του τυφλού πάθους για το χρήμα, των ενοχών και των φόβων τους. Είναι ένα στιλ που ίσως ενοχλήσει τους πιο εκλεπτυσμένους, σίγουρα όμως εγγυάται ένα δράμα δυνατό, που ακολουθεί τον θεατή για αρκετές ώρες μετά το τέλος της προβολής.

23.11.07

4 ΜΗΝΕΣ, 3 ΕΒΔΟΜΑΔΕΣ ΚΑΙ 2 ΜΕΡΕΣ


4 MONTHS, 3 WEEKS AND 2 DAYS


Σκηνοθεσία: Κριστιάν Μουνγκίου

Παίζουν: Αναμαρία Μαρίνκα, Λάουρα Βασιλίου, Βλαντ Ιβάνοφ


Δεν ξέρω κατά πόσο αυτή η ταινία προσφέρεται για δύο ώρες «ευχάριστης» ψυχαγωγίας. Πόσο ευχάριστη μπορεί να είναι άλλωστε η ιστορία μιας παράνομης έκτρωσης στην απολυταρχική Ρουμανία του ’80; Δεν ξέρω επίσης αν έχει κάποιο «μήνυμα» να μας αφήσει. Ίσως κάτι για την αλληλεγγύη των ανθρώπων στους δύσκολους καιρούς, και ιδιαίτερα των γυναικών. Υπάρχει όμως και πολύ παλιανθρωπιά στην ταινία, όπως και πολύ αδιαφορία. Βέβαια, θα μου πείτε, τι άλλο να περίμενε κανείς να συναντήσει στα χρόνια του τύραννου Τσαουσέσκου; Η κοινωνία πλάθει τον άνθρωπο, όχι ο άνθρωπος την κοινωνία. Ίσως αυτή να είναι κι η σοφία της ταινίας. Αναπλάθει με τόση ακρίβεια και φυσικότητα την εποχή, που νιώθεις σαν να έχεις ζήσει εκεί τουλάχιστον δέκα χρόνια, έστω κι αν δεν έχεις ξαναπατήσει ποτέ σου στη Ρουμανία, ούτε την κομμουνιστική, ούτε τη μεταγενέστερη. Κατόπιν αυτού δεν αντιμετωπίζεις ιδιαίτερες δυσκολίες να αντιληφθείς τα κίνητρα των ηρώων. Η ανθρώπινη κατάσταση φανερώνεται κρύσταλλο μπροστά στα μάτια σου. Ίσως αυτή η αμεσότητα να αποτελεί το κύριο επίτευγμα της ταινίας. Μέσα από έναν απατηλά απλό τρόπο αφήγησης, μέσα από έναν κατά τα φαινόμενα ωμό, ξερό νατουραλισμό, ανανεώνει ριζικά τις εκφραστικές δυνατότητες του κινηματογραφικού μέσου. Ας δώσω ένα–δυο παραδείγματα. Στη σκηνή στο σαλόνι του φίλου της ηρωίδας μένουμε για ώρα παγιδευμένοι σ’ ένα ασυνήθιστο πλάνο τεσσάρων ατόμων. Μια ολόκληρη οικογένεια στριμώχνεται σε ένα κάδρο επί μακρόν, εκφράζοντας έτσι με τον γλαφυρότερο τρόπο το αίσθημα καταπίεσης που αναδύεται από παντού. Αργότερα, καθώς η ηρωίδα μπαίνει στο ξενοδοχείο, ο φακός πιάνει φευγαλέα ένα ασθενοφόρο παρκαρισμένο εκεί έξω. Η εικόνα μόλις που προλαβαίνει να καταγραφεί στον εγκέφαλό μας, είναι όμως περισσότερο από επαρκής για να δημιουργήσει αισθήματα σασπένς και αγωνίας που κι ο ίδιος ο Χίτσκοκ θα χρειαζόταν μια ολόκληρη σκηνή για να οικοδομήσει. Ακρίβεια, οικονομία, απόλυτη ευστοχία. Ο Κριστιάν Μουνγκίου ανανέωσε την πίστη μας στις δυνατότητες του μέσου. Μια ταινία για να διδάσκεται στις κινηματογραφικές σχολές.


*****

19.11.07

ΤΟ ΜΙΚΡΟΒΙΟ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ


BUG


Σκηνοθεσία: Ουίλιαμ Φρίντκιν
Παίζουν: Άσλι Τζαντ, Μαίκλ Σάνον, Χάρι Κόνικ Τζ.
ΗΠΑ, 2005. Διάρκεια: 107΄


Υπόθεση: Η Άγκνες, που ζει σ’ ένα φτηνό μοτέλ στη μέση του πουθενά κι εργάζεται σερβιτόρα σε παρακμιακό μπαρ, γνωρίζεται με τον μοναχικό, γοητευτικά αινιγματικό Πίτερ, βετεράνο του πολέμου του Κόλπου, που μοιάζει να κατατρύχεται από κάποιες έμμονες ιδέες. Οι δυο τους θα ερωτευτούν παράφορα και θα βουλιάξουν μαζί στο κλειστοφοβικό, συνωμοσιολογικό σύμπαν του Πίτερ…


Με μια ματιά: Παράξενο, δύσκολο να ταξινομηθεί θρίλερ, που φέρει την υπογραφή του βετεράνου δημιουργού του «Εξορκιστή» Ουίλιαμ Φρίντκιν, θα απογοητεύσει ίσως τους εθισμένους στην ωμή βία των πρόσφατων αιματοβαμμένων ταινιών τρόμου, μα μπορεί να ενθουσιάσει όσους είναι πρόθυμοι να κάνουν τις αναγωγές στη σημερινή κοινωνική, και μάλιστα ελληνική, πραγματικότητα.


Η ταινία χωρίζεται σε δύο ευκρινώς διακριτά μέρη – κάτι μάλιστα που δεν συμβάλλει στην έτσι κι αλλιώς επισφαλή ομοιογένειά της. Το πρώτο μέρος αποτελεί ένα έξοχο μεταφορικό, ατμοσφαιρικό σχόλιο για τη σημερινή «κατάσταση των πραγμάτων»: μοναξιά, απομόνωση, φτώχεια, απελπισία και μιζέρια. Οι όποιες ευτυχισμένες στιγμές ανήκουν οριστικά στο παρελθόν και δεν αποτελούν παρά μια οδυνηρή ανάμνηση. Για την Άγκνες, η απώλεια του παιδιού της, που χάθηκε μυστηριωδώς μέσα σ’ ένα σούπερ-μάρκετ πριν από μερικά χρόνια, αποτελεί ουσιαστικά και το τέλος της ζωής της. Περιφέρεται πλέον σαν το φάντασμα, μια ζωντανή-νεκρή, δίχως πνοή, δίχως ελπίδα, δίχως στήριγμα. Ο άντρας της, άτομο με εγκληματική συμπεριφορά, την έχει εγκαταλείψει και την επισκέπτεται μόνο για να την τρομοκρατήσει.


Το δεύτερο μέρος αποτελεί ένα αμιγώς ψυχολογικό σχόλιο πάνω στην παράνοια της συνωμοσιολογικής εμμονής. Η Άγκνες και ο Πίτερ, δυο απελπισμένα άτομα που αρπάζονται το ένα απ’ το άλλο, βυθίζονται μαζί σ’ ένα αυτόνομο σύμπαν, όπου τα πάντα, από την τυχαία διέλευση ενός ελικοπτέρου μέχρι το χτύπημα του τηλεφώνου, ερμηνεύονται με βάση έναν αυτοεκπληρούμενο κώδικα ανατροφοδοτούμενης λογικής ως σημάδια της γενικής συνωμοσίας των πάντων εναντίον τους. Θεωρούμε πως πρόκειται για ένα θέμα εξαιρετικά επίκαιρο, καθώς ο συνωμοσιολογικός τρόπος σκέψης ρίχνει στις μέρες μας βαριά τη σκιά του πάνω από την ελληνική κοινωνία, και βέβαια δύσκολα καταρρίπτεται, εφόσον αποτελεί κλειστό σύστημα φτιαγμένο έτσι ώστε με διαρκείς κυκλικές κινήσεις να αποδεικνύει τον εαυτό του. Δείτε την ταινία και θα καταλάβετε.


Τέλος, η ταινία μπορεί να ειδωθεί και σαν ένα σχόλιο πάνω στην αναγκαιότητα, αλλά και το ανέφικτο της ανθρώπινης επικοινωνίας. Η Άγκνες και ο Πίτερ, δυο άτομα λαβωμένα από την έλλειψη επικοινωνίας και ανθρώπινης επαφής, με το αντάμωμά τους θα επιχειρήσουν να κατακτήσουν αυτό που τόσο στερήθηκαν, η κατάληξη όμως θα είναι τραγική. Η επικοινωνία θα ματαιωθεί λόγω της έλλειψης επαφής με την (σκληρή) πραγματικότητα, για ν’ απομείνει μοναχά ο σπασμός της τρέλας. Εξαιρετικά δυνατή ταινία, θεωρούμε πως ο Φρίντκιν άφησε σε μεγάλο βαθμό ανεκμετάλλευτο το δυναμικό της, αποτελεί όμως θαυμάσια πρόταση για κατ’ οίκον θέαση.


Αξιολόγηση: ***

8.11.07

PAPRIKA


Σκηνοθεσία: Σατόσι Κον
Ιαπωνία, 2006. Διάρκεια: 90΄
Διανομή:
Sony


Με μια ματιά: Γιαπωνέζικο manga (ταινία κινουμένων σχεδίων), αυστηρά για ενήλικες, όχι λόγω του «τολμηρού» περιεχομένου του, κάθε άλλο, αλλά εξαιτίας του πολυσύνθετου χαρακτήρα του, της αφηγηματικής του πολυπλοκότητας και της φιλόδοξης προσπάθειάς του να προσεγγίσει τον κόσμο του υποσυνειδήτου.


Υπόθεση: Γιαπωνέζοι επιστήμονες έχουν εφεύρει μια συσκευή, το DC-Mini, με την οποία μπορούν να διεισδύουν και να καταγράφουν τα όνειρα ασθενών με ψυχικές διαταραχές. Κάποια στιγμή το DC-Mini θα πέσει στα χέρια αγνώστων τρομοκρατών, που θα το χρησιμοποιήσουν για να επηρεάσουν τα όνειρα των ανθρώπων και να τους οδηγήσουν σε μια μαζική υστερία. Η σοβαρή και συγκροτημένη ψυχίατρος Δρ. Ατσούκο Τσίμπα, η οποία στον κόσμο των ονείρων παίρνει τη μορφή του alter-ego της, τής κεφάτης και άκρως ερωτεύσιμης Πάπρικα, και ο νεαρός υπέρβαρος μεγαλοφυής εφευρέτης Τοκίτα αναλαμβάνουν να λύσουν το μυστήριο.


Ο Φρόιντ συνήθιζε να λέει ότι το όνειρο είναι «η βασιλική οδός για το ασυνείδητο». Αυτήν ακριβώς την οδό επιχειρεί να διανοίξει η «Πάπρικα», εγχείρημα περίπλοκο και πολυσχιδές, που στέφεται όμως από απόλυτη επιτυχία. Μεταπηδώντας διαρκώς ανάμεσα σε διάφορα επίπεδα πραγματικότητας, ανακαλύπτοντας ολοένα κι από έναν άλλο κόσμο που κρυβόταν μέσα στον προηγούμενο, ακριβώς όπως οι ρωσικές κούκλες, μπερδεύοντας πραγματικότητα και φαντασία, πραγματικότητα και όνειρο, η «Πάπρικα» διαβρώνει επίμονα κάθε τοίχο, κάθε φράγμα που υψώνουμε μπροστά στα όνειρά μας, μπροστά στις υποσυνείδητες επιθυμίες και φοβίες μας, καταδεικνύοντας τη σχετικότητα των διαχωρισμών κι εγκαταλείποντάς μας έκθετους μπροστά στο χειμαρρώδες, ασταμάτητο ρεύμα του ασυνειδήτου. Παράλληλα, επιχειρεί να αρθρώσει έναν λόγο αμιγώς κινηματογραφικό, έξω και πέρα από τις ορθολογικές συμβάσεις της κλασικής αφήγησης, έναν λόγο ταυτοχρόνως μη ρηματικό και άρρητο (έξω δηλαδή από τα όρια του λόγου και της λογικής), που αναδεικνύει τη δύναμη της αμιγούς εικόνας, αλλά και της λειτουργίας των συνειρμών. Το όλο εγχείρημα εμπλουτίζεται με τις απαραίτητες δόσεις αυτοαναφορικότητας και κινηματογραφοφιλίας, καθώς ο κινηματογράφος δίνει βροντερό παρόν, τόσο στα όνειρα, όσο και στις μύχιες επιθυμίες των ηρώων. Παρούσα είναι τέλος στον ονειρικό κόσμο της «Πάπρικα» και η κοινωνική κριτική. Όχι βέβαια μέσα σε ατάκες ή σε αφηγηματικές τροπές, αλλά στην εικονοπλασία της ταινίας. Το συλλογικό όνειρο στο οποίο μεταπίπτουν τα θύματα των τρομοκρατών είναι μια αλλοπρόσαλλη, ασυντόνιστη παρέλαση από καταναλωτικά αγαθά, παιχνίδια, φιγούρες καρτούν και ένα… άγαλμα της Ελευθερίας. Αργότερα, η τελική σκηνή του δράματος θα δοθεί μέσα στα χαλάσματα ενός ερημωμένου λούνα-παρκ στο οποίο κυριαρχεί ένας παραμορφωτικός καθρέπτης. Είναι πολλά τα ευρήματα της «Πάπρικα», όσα και τα επίπεδά της, το «κλειδί» όμως του δράματος σίγουρα δεν κρύβεται στην υπόθεση και τα λόγια των χαρακτήρων, ιδιαιτέρως όταν είναι τόσο κακομεταφρασμένα όσο στο συγκεκριμένο dvd, στο οποίο σας προτείνουμε να αποφύγετε πάση θυσία τους ελληνικούς υποτίτλους.


Αξιολόγηση: ****

2.11.07

ΜΙΚΡΕΣ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΕΡΩΤΙΚΩΝ ΠΑΡΕΞΗΓΗΣΕΩΝ


SCENES OF A SEXUAL NATURE

Σκηνοθεσία: Εντ Μπλουμ
Παίζουν: Γιούαν Μακ Γκρέγκορ, Τζίνα Μακ Κι, Κάθριν Τέιτ

Βρετανία, 2006. Διάρκεια: 90΄
Διανομή: Private

Υπόθεση: Επτά μικρές ερωτικές ιστορίες που εκτυλίσσονται σχεδόν ταυτόχρονα μια ηλιόλουστη καλοκαιρινή μέρα στο αχανές πάρκο Χάμπστεντ Χιθ του Λονδίνου. Μια γυναίκα επιπλήττει τον άντρα της όταν διαπιστώνει ότι αυτός κοιτάζει τα… μπούτια της διπλανής. Ένας άντρας και μια γυναίκα που υπήρξαν ερωτευμένοι στην εφηβεία τους ξανανταμώνουν μετά από πενήντα χρόνια, ένα άλλο ζευγάρι συναντιέται για να υπογράψει το διαζύγιό του, ένα ζευγάρι γκέι ονειρεύεται παιδιά, κάποιοι άλλοι έχουν ραντεβού στα τυφλά, ένας νεαρός επείγεται να βρει γυναίκα και ερωτοτροπεί με οποιαδήποτε βρει μπροστά του…

Με μια ματιά: Ζευγάρια ερωτευμένα, ζευγάρια μαλωμένα, ζευγάρια που ξαναβρίσκονται μετά από χρόνια και άλλα που προσπαθούν τώρα να συνευρεθούν για πρώτη φορά συνθέτουν ένα χαριτωμένο καλειδοσκόπιο των παραδοξοτήτων της σύγχρονης ερωτικής συμπεριφοράς, σε μια ταινία που ακολουθεί την παράδοση των αγγλοσαξονικών κομεντί με τους πνευματώδεις διαλόγους.

Αυτό που μας άρεσε περισσότερο στην ταινία είναι ότι επιδιώκει συνειδητά να εκπλήξει, να αιφνιδιάσει, να ξεφύγει από την πεπατημένη και τα προβλεπόμενα. Κρατάει λοιπόν σοφά πάντα κι από κάποιον άσο στο μανίκι, κάποια τροπή στην πλοκή που να μας παραξενέψει, να μας ξαφνιάσει, να μας κάνει να σκεφτούμε. Το στοιχείο αυτό, σε συνδυασμό με κάποιους από τους διαλόγους – όχι όλους, η ταινία είναι αρκετά άνιση – κάνουν την κομεντί αυτή να χαρακτηρίζεται από μια αρκετά μεγάλη καμπύλη απόσβεσης και να μένει στο μυαλό του θεατή για αρκετό καιρό. Πολύ ενδιαφέρον στοιχείο επίσης αποτελεί η λανθάνουσα, αλλά πανταχού παρούσα σεξουαλικότητα που υφέρπει σε όλες τις ιστορίες. Ο ερωτισμός δεν εκφράζεται μόνο μέσω των διαλόγων, ούτε παρουσιάζεται απλώς ως συναισθηματικό φαινόμενο. Είναι ο σωματικός πόθος αυτός που δίνει πάντα το παρόν, εμμέσως πλην σαφώς, και είναι αυτός που προσδίδει στην ταινία το επιπρόσθετο καρύκευμα που χρειάζεται για να ξεχωρίσει, αλλά και για να αποκτήσει ένα πρόσθετο υλικό βάρος, μια βαρύνουσα σημασία.

Σκηνοθετικά η ταινία καταφέρνει να διατηρεί τη φρεσκάδα της, παρά το κάπως στατικό θέμα της, με μια κάμερα ευέλικτη, αλλά και με μια θαυμάσια αξιοποίηση του φυσικού περιβάλλοντος, που υπερβαίνει την τυποποιημένη εικόνα που έχουμε για ένα πάρκο και υπαινίσσεται την ύπαρξη μιας φύσης σχεδόν ανέγγιχτης από τον πολιτισμό. Ευχάριστη, ανάλαφρη ταινία, που κατορθώνει να υπονοεί πολύ περισσότερα απ’ όσα ρητά λέει.

Αξιολόγηση: ***

25.10.07

ΟΡΓΙΣΜΕΝΗ ΕΦΗΒΕΙΑ


TURNING GREEN

Σκηνοθεσία: Μάικλ Έιμετ, Τζον Χόφμαν
Παίζουν: Ντόναλ Γκάλερι, Τίμοθι Χάτον, Κολμ Μίνεϊ
ΗΠΑ / Ιρλανδία, 2005. Διάρκεια: 85΄
Διανομή:
AudioVisual

Υπόθεση: Ιρλανδία, τέλη δεκαετίας του ’70. Μετά το θάνατο της μητέρας τους, ο πατέρας του δεκαεξάχρονου Τζέιμς και του ενδεκάχρονου Πιτ στέλνει τα δύο αδέλφια από την Αμερική να ζήσουν με τις τρεις ιδιόρρυθμες θείες τους σε μια επαρχιακή κωμόπολη της πατρογονικής Ιρλανδίας. Εκεί ο Τζέιμς περνάει τα γνωστά εφηβικά συμπτώματα: Μοναξιά, σχέδια για φυγή στην αμερικανική γη των ονείρων και άπειρες ώρες στην τουαλέτα, κάτι που οι θείες του ερμηνεύουν σαν σημάδι δυσκοιλιότητας…

Με μια ματιά: Ειρωνική και πνευματώδης ταινία με θέμα την εφηβεία, η οποία στην πραγματικότητα δεν παρουσιάζεται και τόσο οργισμένη όσο μας λέει ο (ελληνικός) τίτλος, αλλά περισσότερο αποστασιοποιημένη, παραιτημένη και καυστική, βασίζεται σε μια σειρά από πανέξυπνα γραμμένες σκηνές, που όμως δεν συναθροίζονται και σε ένα εξίσου ολοκληρωμένο σενάριο. Σκηνοθετική γραμμή από το πρωτοεμφανιζόμενο δίδυμο Έιμετ-Χόφμαν με πολλές φρέσκιες ιδέες, που αξίζουν μία θέαση.

Για τους φαν αυτής της αλλόκοτης περιόδου της ανθρώπινης ζωής που λέγεται εφηβεία, η ταινία είναι must. Το ίδιο και για τους φαν της Ιρλανδίας. Αυτός ο 16χρονος Τζέιμς αναδεικνύεται σε σύμβολο του larger than life εφήβου, που έχει έτοιμο κι από ένα καυστικό σχόλιο για κάθε περίσταση. Και πάνω απ’ όλα για την Ιρλανδία και τον πολιτισμό της, για την οποία αναδεικνύεται σε πραγματικό κόλαφο. Από συλλεκτικές σκηνές άλλο τίποτα. Τι να πρωτοαναφέρουμε; Το οικογενειακό τραπέζι με τις τρεις θείες και τον παπά τον οποίο ο Τζέιμς αποκαλεί με το μικρό του όνομα και τον προειδοποιεί ότι εκπροσωπεί μία νεκρή θρησκεία και ότι σύντομα θα μείνει άνεργος; Τον μικρό αδελφό που δεν μπορεί να προφέρει το σίγμα και βρίσκει από μία υποκατάστατη λέξη για κάθε μία που περιέχει το γράμμα αυτό; Τη σκηνή που η θεία τον «πιάνει στα πράσα»; Τις εξομολογήσεις του; («Δεκαοχτώ φορές, πάτερ». «Δεκατέσσερις φορές, πάτερ». «Από την προηγούμενη φορά, τέκνο μου;» «Όχι, πάτερ. Από την Παρασκευή»). Και βέβαια, σαν καλός Αμερικάνος, ανακαλύπτει το επικερδέστερο εμπόριο: Διακινεί πορνογραφικά περιοδικά στην πουριτανική ιρλανδική επαρχία και πιάνει την καλή. Το πρόβλημα της ταινίας είναι ότι η ιστορία με τα παράνομα στοιχήματα και τους τοπικούς γκάνγκστερ δεν επαρκεί για να κρατήσει το ενδιαφέρον, και στο τέλος ο θεατής απομένει λίγο μετέωρος. Είναι σύντομη ταινία πάντως, και αν λάβουμε υπόψη και τα πρωτότυπα αφηγηματικά ευρήματα - κάνουν διάφορους πειραματισμούς οι σκηνοθέτες, ακόμα και με υποτίτλους που γράφουν άλλα απ’ αυτά που λένε οι ήρωες – μπορούμε να τη θεωρήσουμε σαν μια καλή πρόταση κατ’ οίκον ψυχαγωγίας.

Αξιολόγηση: ***

24.10.07

ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΤΟΥ ΗΛΑ


IN THE VALLEY OF ELAH

Σκηνοθεσία: Πολ Χάγκις
Παίζουν: Τόμι Λι Τζόουνς, Σαρλίζ Θερόν, Τζέισον Πάτρικ, Σούζαν Σαράντον


Πολύ πρωτότυπο μήνυμα μας κομίζει τούτη η ταινία . Ο πόλεμος, μας λέει, είναι ένα κακό πράγμα, που κάνει κακό στους ανθρώπους. Ναι, καλά διαβάσατε. Ο πόλεμος είναι κακός! Ευτυχώς που υπάρχει και ο Πολ Χάγκις να μας το πει, γιατί δεν το ξέραμε. Τι να υποθέσει κανείς; Ότι η ταινία απευθύνεται σε σκληροπυρηνικούς ρεπουμπλικάνους τυφλωμένους από τον άκρατο μιλιταρισμό; Πιθανόν. Εμάς πάντως δεν μας αφορά. Υπάρχει όμως και μια δεύτερη σκέψη. Ότι πίσω από τα εμφανή «αντιπολεμικά» της μηνύματα, κρύβονται κάποια άλλα, λιγότερο εμφανή, που περνιούνται υπογείως. Αξίζει να διερευνήσουμε λίγο αυτή την εκδοχή: Ο ήρωας με τον οποίο η ταινία μας καλεί να ταυτιστούμε είναι ένας απόστρατος στρατόκαβλος στρατονόμος, τον οποίο ενσαρκώνει όχι μόνο με απόλυτη πειθώ, αλλά και με αδιόρατη συμπάθεια ένας εξαίρετος Τόμι Λι Τζόουνς. Από την αρχή μέχρι το τέλος της ταινίας ο ήρωας αυτός παραμένει άκαμπτος. Οι μιλιταριστικές του αξίες δεν κλονίζονται ποτέ. Η «αποκάλυψη» στην οποία προβαίνει είναι ότι ο αμερικανικός στρατός στο Ιράκ, με την απάνθρωπη συμπεριφορά του, αποκτηνώνει τα ίδια του τα μέλη. Το πρόβλημα δηλαδή είναι ότι, πρώτον, ο πόλεμος αυτός δεν παίζεται με τους σωστούς όρους (λες και θα μπορούσε ποτέ να γίνει ένας τέτοιος πόλεμος με «ανθρωπιστικούς» όρους) και, δεύτερον, ότι καταστρέφονται ψυχικά τα ίδια τα παιδιά «μας», δηλαδή τα παιδιά των αμερικανών στρατοκρατών με τους οποίους καλούμαστε να ταυτιστούμε. Αν επομένως δεν συνέβαινε ούτε αυτό, τότε θα ήταν όλα μέλι-γάλα. Για τους Ιρακινούς ποιος νοιάζεται. Άρα λοιπόν, φούμαρα τα σοβαροφανή αντιπολεμικά μηνύματα. Η ουσία δεν είναι παρά μια συγκεκαλυμμένη απολογία του μιλιταρισμού. Ταμάμ για Όσκαρ, δηλαδή …

*

18.10.07

ΜΟΝΟΣ ΜΑΖΙ ΤΗΣ


ALONE WITH HER

Σκηνοθεσία: Έρικ Νίκολας
Παίζουν: Κόλιν Χανκς, Άνα Κλόντια Ταλανκόν, Τζορντάνα Σπάιρο
ΗΠΑ, 2006. Διάρκεια: 78΄
Διανομή:
Odeon

Υπόθεση: Νεαρός που έχει εμμονή με τις παρακολουθήσεις και την ηδονοβλεψία εντοπίζει σ’ ένα πάρκο το νέο του στόχο, μια νεαρή και όμορφη λατινοαμερικάνα, και αποφασίζει να διαρρήξει το σπίτι της για να τοποθετήσει και εκεί κρυφές κάμερες και μικρόφωνα. Στη συνέχεια, εκμεταλλευόμενος τις πληροφορίες που αποσπά, επιχειρεί να διεισδύσει στη ζωή της και να την κάνει να τον ερωτευτεί…

Με μια ματιά: Μικρή και φτηνή ταινία, στοιχειώδης όχι μόνο τεχνικά, αλλά και αισθητικά, χρησιμοποιεί κυρίως ως υλικό ό,τι υποτίθεται ότι τραβούν οι κρυφές κάμερες, για να κατασκευάσει ένα θρίλερ σχετικά με τους κινδύνους των νέων τεχνολογιών παρακολούθησης.

Την προηγούμενη βδομάδα σας παρουσιάσαμε μια ταινία η οποία αντλούσε το υλικό της από τις κασέτες της προσωπικής βιντεοκάμερας του πρωταγωνιστή της. Αυτή τη φορά περνάμε σε μια άλλη παραλλαγή: το υλικό της ταινίας προέρχεται – υποτιθέμενα – από όσα κατέγραψαν οι κρυφές κάμερες που τοποθέτησε ο πρωταγωνιστής. Και στις δύο περιπτώσεις μία από τις πρώτες συνέπειες είναι ότι βρισκόμαστε ενώπιον ενός πολύ καλού άλλοθι για απεμπόληση οποιασδήποτε κινηματογραφικής αισθητικής προς όφελος του ωμού, άτεχνου και ακαλαίσθητου χαρακτήρα του πρωτογενούς αυτού «γνήσιου» υλικού. Μια δεύτερη συνέπεια είναι ένας τονισμός, μία υπογράμμιση του στοιχείου της ηδονοβλεψίας, της παρακολούθησης της προσωπικής ζωής ενός άλλου ανθρώπου. Το βάρος μετατίθεται από την αφηγούμενη ιστορία και τον αναστοχασμό επί των δρώμενων στην πράξη της θέασης καθαυτό. Ο κινηματογράφος ως κλειδαρότρυπα και άλλοθι για να βγάλουμε τον ηδονοβλεψία που κρύβουμε μέσα μας. Τρίτο παρεπόμενο είναι ότι την αισθητική της ωμότητα η ταινία την αποζημιώνει με μια φορμαλιστική προβληματική σχετικά με τις νέες οπτικές δυνατότητες αφήγησης: Αν και σαν πλοκή το «Μόνος μαζί της» δεν αποτελεί παρά το πλέον στοιχειώδες θρίλερ, είναι ακριβώς ο τρόπος αφήγησης αυτός που το κάνει να διεκδικεί το ενδιαφέρον μας ως ένας καινοτόμος ανανεωτής του είδους του θρίλερ. Το αποτέλεσμα το κατατάσσει σίγουρα στα ενδιαφέροντα και αξιοθέατα πειράματα, σκηνοθετικά όμως δεν εκμεταλλεύεται όσο κι όπως θα ’πρεπε το εύρημά του, οι δε χειρισμοί του είναι αρκετά επιπόλαιοι και επιδερμικοί, για παράδειγμα δεν εκμεταλλεύεται επαρκώς ούτε τη διάσταση «μπανιστηριού» μέσα στο διαμέρισμα της ηρωίδας (αρκεί να θυμηθούμε σκηνοθετικούς χειρισμούς μεγάλων δημιουργών σε παρόμοιες καταστάσεις, π.χ. το "Μπλε Βελούδο" του Ντέιβιντ Λιντς), ούτε το γεγονός ότι η ταυτότητα και κυρίως η εμφάνιση του ήρωα μάς είναι κατ’ αρχήν άγνωστη (οπότε και πάλι υπάρχει χώρος για πολλά σκηνοθετικά παιχνίδια χιτσκοκικού τύπου).

Αξιολόγηση: **

11.10.07

TV JUNKIE


Σκηνοθεσία: Μάικλ Κέιν, Ματ Ραντέτσκι
ΗΠΑ, 2006. Διάρκεια: 89΄.
Διανομή:
Artfree

Υπόθεση: Ο Ρικ Κίρκχαμ έδειξε από μικρή ηλικία την κλίση του προς τον λαμπερό κόσμο των μίντια. Ήδη στα δώδεκα χρόνια του εμφανίστηκε με επιτυχία σε τηλεοπτικό χορευτικό σόου, ενώ λίγο μετά την ενηλικίωσή του τού προτάθηκε καριέρα τηλεοπτικού ρεπόρτερ και παρουσιαστή. Ο Ρικ όμως διέθετε το ίδιο πάθος για επίδειξη μπροστά στην κάμερα και στην προσωπική του ζωή. Με μια μικρή βιντεοκάμερα κατέγραψε πάνω από τρεις χιλιάδες ώρες όχι μόνο επαγγελματικών, αλλά και άκρως προσωπικών και οικογενειακών στιγμών. Από αυτή την πληθώρα υλικού προέκυψε η ταινία “TV Junkie”, η οποία καταγράφει την μετεωρική άνοδο του Ρικ Κίρκχαμ στον τηλεοπτικό χώρο, την πετυχημένη οικογένεια που δημιούργησε, αλλά και τα όσα δυσάρεστα επακολούθησαν λόγω της εξάρτησής του από την κοκαΐνη.

Με μια ματιά: Ντοκιμαντέρ, ψευδοντοκιμαντέρ ή οικοτεχνικό βίντεο-ημερολόγιο, το “TV Junkie” ακολουθεί επίμονα και εγωλατρικά τον πρωταγωνιστή του σε ένα ταξίδι που περιλαμβάνει λίγο από το γυαλιστερό κόσμο της τηλεόρασης, αρκετές οικογενειακές στιγμές κυμαινόμενου ενδιαφέροντος, και πολύ από την αγωνία ενός ανθρώπου που βλέπει να βυθίζεται στη χρήση σκληρών ναρκωτικών, ανίκανος να κρατηθεί μακριά και αναζητά τη λύτρωση στην απαθανάτιση του μαρτυρίου του στο βίντεο.

Αν υπάρχει ένας λόγος που σας προτείνουμε αυτή την άκρως αντισυμβατική και μάλλον δύσκολη στη θέασή της ταινία, που συχνά μοιάζει με οικιακό βίντεο τραβηγμένο με web-camera, δεν είναι τόσο η μάλλον επιφανειακή καταγραφή της κατάδυσης στη χρήση της κοκαϊνης-κρακ και στον αγώνα της απεξάρτησης από αυτήν, όσο η προβληματική αλήθειας και αναπαράστασης. Ο Ρικ Κίρκχαμ είναι όντως υπαρκτό πρόσωπο, όπως επίσης και η τηλεοπτική του καριέρα. Από κει και πέρα, η ταινία συχνά μοιάζει περισσότερο με αναπαράσταση, με απομίμηση, παρά με καταγραφή αληθινών συμβάντων. Πώς όμως θα ορίζαμε ένα «αληθινό» συμβάν; Θα μπορούσαμε ίσως να θυμηθούμε έναν παλιό ορισμό του ντοκιμαντέρ ως το κινηματογραφικό είδος που καταγράφει γεγονότα τα οποία θα συνέβαιναν ακόμα κι αν η κάμερα δεν ήταν παρούσα για να τα καταγράψει. Αληθινά γεγονότα είναι λοιπόν αυτά που θα συνέβαιναν κατά τον τρόπο που συνέβησαν ακόμη κι αν δεν υπήρχε η βιντεοκάμερα. Συμβαίνει όμως αυτό στην περίπτωση του Κίρκχαμ; Δύσκολο να το πούμε. Η συμπεριφορά του, η ψυχρή του αποστασιοποίηση από τα δρώμενα, η εμμονή του να χειρίζεται την κάμερα και να φροντίζει για την κατάλληλη γωνία λήψης ακόμα κι όταν τα πράγματα μοιάζουν να βρίσκονται εκτός ελέγχου, δημιουργούν υπόνοιες ότι κατασκευάζει την ίδια τη ζωή του ως ένα κοινό δημόσιο θέαμα και φέρνουν μια αύρα ανατριχίλας στο όλο έργο. Μήπως αντιλαμβάνεται την οικογενειακή του ζωή σαν ένα είδος σαπουνόπερας προς λαϊκή κατανάλωση; Θα ενεργούσε άραγε κατά τον ίδιο τρόπο αν δεν κρατούσε την κάμερα; Και οι τελευταίες αμφιβολίες ως προς αυτό διαλύονται όταν πλέον εμφανιστούν και τα δυο γλυκύτατα παιδάκια του να κλαίνε γοερά μπροστά στο θέαμα των δύο γονιών τους που αλληλοσπαράσσονται χωρίς να τους δίνουν την παραμικρή σημασία: Φαίνεται πως υπάρχει κάτι στον Κίρκχαμ ακόμα πιο νοσηρό και από τη χρήση του κρακ, και δεν είναι άλλο από το πάθος του για δημοσιότητα. Εξού και ο τίτλος της ταινίας: Δεν μιλάμε για “junky”, αλλά για “TV Junky”, για ένα γνήσιο δημιούργημα της εποχής του φαίνεσθαι και της πλήρους σύγχυσής του με το είναι, με την οποιαδήποτε βαθύτερη αλήθεια υπάρχει ίσως στη ζωή μας και μπορεί να μας κρατήσει, αν και εφόσον την ανακαλύψουμε, μακριά από κακοτοπιές όπως η χρήση ναρκωτικών ουσιών...

Αξιολόγηση: **

7.10.07

ΑΓΓΕΛΟΙ ΕΞΟΛΟΘΡΕΥΤΕΣ



LES ANGES EXTERMINATEURS / THE EXTERMINATING ANGELS

Σκηνοθεσία: Ζαν-Κλοντ Μπρισό
Παίζουν: Frederic Van Den Driessche, Maroussia Dubreuil, Lise Bellynck, Marie Allan

Γαλλία, 2006. Διάρκεια: 98΄
Διανομή:
Odeon

Υπόθεση: Μεσήλιξ σκηνοθέτης αποφασίζει να γυρίσει μια ταινία με θέμα τη γυναικεία σεξουαλικότητα και τη σχέση του οργασμού με τα ταμπού και τις απαγορεύσεις. Αρχίζει λοιπόν τα δοκιμαστικά γυρίσματα, αναζητώντας νεαρές ηθοποιούς, πρόθυμες να υλοποιήσουν μπροστά στον φακό τα σεξουαλικά τους απωθημένα…

Με μια ματιά: Ακολουθώντας τη στέρεα γαλλική παράδοση ελευθεριότητας του Ντε Σαντ, του Μπατάιγ, του Μπουνιουέλ και του Κοκτό, ο Μπρισό φτιάχνει μια προκλητική, τολμηρή ταινία, αρκετά γριφώδη, αν και λίγο αμήχανη, που τελικά, μάλλον με την ανδρική, παρά με τη γυναικεία σεξουαλικότητα ασχολείται.

Αν και ο φακός του Μπρισό, όπως και η φορητή κάμερα του πρωταγωνιστή-άλτερ έγκο του, εστιάζουν επίμονα στη γυναίκα και την υπαρξιακού τύπου, θα έλεγε κανείς, ανάγκη της να εμπλακεί σε σεξουαλικές αναζητήσεις και περιπέτειες που υπερβαίνουν τις κοινωνικές συμβάσεις, είναι η ματιά του άντρα αυτή μέσα από την οποία φιλτράρονται τα πάντα. Πρόκειται για ένα βλέμμα χαρακτηριστικά έμφυλο, που δεν περιορίζεται απλά στην ηδονοβλεψία, αλλά προχωρά βαθύτερα στην έκφραση μιας ιδιαζόντως ανδρικής ανάγκης για άσκηση ελέγχου και εξουσίας. Η ανάγκη αυτή, συγκαλυμμένη άλλοτε πίσω από το πάθος της καλλιτεχνικής δημιουργίας, και άλλοτε πίσω από μια επιστημονικοφανή περιέργεια, αποτελεί και την κινητήριο δύναμη της δράσης. Η όλη ιστορία μπορεί τελικά να ιδωθεί σαν μια αλληγορία ψυχαναλυτικού τύπου:

Ο άντρας-ήρωας της ταινίας παραμένει καθηλωμένος στην επικράτεια του βλέμματος, στην Τάξη του Φανταστικού, σύμφωνα με την ορολογία του Λακάν, αρνούμενος να μεγαλώσει, να ωριμάσει, να ενταχθεί δηλαδή στον κόσμο της δράσης, του νόμου και της ενεργού σεξουαλικότητας. Παρότι προσφέρει ως υποκατάστατο το καλλιτεχνικό του έργο, η φυσική του απουσία νομοτελειακά πολλαπλασιάζει τη γυναικεία επιθυμία, η οποία ορίζεται ακριβώς ως απουσία του φαλλού. Τελικά, η μη ανάληψη του ρόλου του και των ευθυνών του τον οδηγεί στην τιμωρία από τον Νόμο, δηλαδή την κοινωνία, την λακανική Τάξη του Συμβολικού, στην οποία ο ήρωας αρνήθηκε να ενταχθεί. Παραπέμπουμε ιδιαίτερα στη σκηνή με τον μοναδικό άντρα που εμφανίζεται στην ταινία πέρα από τον ήρωα, και ο οποίος αποδεικνύεται αστυνομικός, καθώς και στην δαιμονιοπληξία που καταλαμβάνει την μία από τις ηθοποιούς, σύμπτωμα του ασυνείδητου τρόπου με τον οποίο αντιμετωπίζει ο ήρωας τη γυναικεία σεξουαλικότητα και των βαθύτερων αιτιών της αποχής του. Τελικά, η γνώση αποκλειστικά και μόνο διά της παρατήρησης αποδεικνύεται αδύνατη, όπως άλλωστε και η καλλιτεχνική έκφραση δίχως ρίσκο. Χωρίς να σπάσεις αυγά ομελέτα δεν γίνεται…

Αξιολόγηση: ***

28.9.07

ΚΛΙΜΑΤΑ ΑΓΑΠΗΣ



IKLIMLER / CLIMATES

Σκηνοθεσία: Νουρί Μπιλγκέ Τσεϊλάν
Παίζουν: Νουρί Μπιλγκέ Τσεϊλάν, Εμπρού Τσεϊλάν, Ναζάν Κιριλμίς
Διάρκεια: 98΄.
Τουρκία, 2006
Διανομή: Private

Υπόθεση: Ο Ιζά, σαραντάρης που διδάσκει αρχιτεκτονική στο πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης (τον υποδύεται ο ίδιος ο σκηνοθέτης), έχει δεσμό με τη νεότερή του Μπαχάρ, καλλιτεχνική διευθύντρια σε τηλεοπτικά σήριαλ (στο ρόλο η πραγματική σύζυγος του Τσεϊλάν). Κατά τη διάρκεια καλοκαιρινών διακοπών στις ακτές του Αιγαίου, το ζευγάρι θα οδηγηθεί σ’ έναν οδυνηρό χωρισμό. Ο Ιζά περνά μόνος το φθινόπωρο στην Πόλη, μέχρι που μαθαίνει πως η Μπαχάρ δουλεύει σε μια παραγωγή στα βάθη της Ανατολίας…


Με μία ματιά: Μετά το βραβευμένο στις Κάνες «Μακριά», ο τούρκος δημιουργός Νουρί Μπιλγκέ Τσεϊλάν συνεχίζει στην παράδοση του «καλλιτεχνικού σινεμά του δημιουργού» με μια ποιητική, χαμηλών τόνων ταινία-ελεγεία μιας ερωτικής σχέσης που φθίνει.

Η ταινία χωρίζεται σε τρία ευκρινώς διακριτά μέρη: Το πρώτο εξελίσσεται το καλοκαίρι στο παραθαλάσσιο τοπίο των ακτών του Αιγαίου και παρουσιάζει την επίπονη διάλυση της ερωτικής σχέσης του πρωταγωνιστή Ιζά με την εσωστρεφή, ολιγομίλητη Μπαχάρ. Παρόλη την κυριαρχία του οικείου μας μεσογειακού φωτός, επικρατεί η ασυνεννοησία και η συναισθηματική ματαίωση. Το δεύτερο μέρος εξελίσσεται φθινόπωρο στο αστικό βροχερό τοπίο της Πόλης και αναπαριστά την μοναχική καθημερινότητα του Ιζά. Πρόκειται στην ουσία για ένα ιντερλούδιο, στο οποίο μεσουρανεί η ερωτική σκηνή, από τις πλέον πρωτότυπες και δυσερμήνευτες του έργου. Το τρίτο, και συναισθηματικά εντονότερο μέρος, μας μεταφέρει στα χιονισμένα όρη της τουρκικής ενδοχώρας, όπου μέσα σ’ ένα ψυχρό κι αφιλόξενο περιβάλλον, ο Ιζά κι η Μπαχάρ ξανασυναντιούνται. Το βουβό φινάλε αφήνει το θεατή μετέωρο, να βασανίζεται από εκκρεμή ερωτήματα για την αναγκαιότητα της ερωτική επικοινωνίας, τη δυνατότητα των ανθρώπων να έρθουν πραγματικά κοντά και την αδυναμία τους να ξεπεράσουν τα ελαττώματά τους.
Πρόκειται για μια ταινία αργών ρυθμών και λεπτών αποχρώσεων. Πολύ λίγα συμβαίνουν και πολλά αποσιωπούνται. Ο θεατής καλείται να λειτουργήσει σαν ερευνητής συναισθημάτων, αλλά και να αναγνωρίσει μια σειρά συμβολισμών, από τις αρχαίες ιωνικές κολώνες και τις χιονισμένες βουνοκορφές, μέχρι το στραγάλι που κυλιέται στο πάτωμα ενώ οι δύο εραστές συνευρίσκονται και το συρτάρι στο οποίο συνηθίζει να ακουμπά ο Ιζά το κεφάλι του (σύμφωνα με έναν αναλυτή αυτό σημαίνει πως πάσχει από κάποιας μορφή αυχενικό σύνδρομο, το οποίο συμβολίζει βεβαίως τη βαθύτερη συναισθηματική του παράλυση). Παρά τον κάπως βαρύγδουπο αυτό τρόπο συμβολικής έκφρασης, η ταινία μοιάζει να μένει πιστή σε κάποια βαθύτερα αισθήματα που αφουγκράζεται πίσω από τα τοπία, τα πρόσωπα και τις (λιγοστές) λέξεις. Καταφέρνει έτσι να εμπλέξει τον θεατή όχι μόνο εγκεφαλικά, αλλά και συναισθηματικά, και εκεί κερδίζει το παιχνίδι.

Αξιολόγηση: ***

20.9.07

ΠΑΡΑΝΟΜΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ


THE PROPOSITION

Σκηνοθεσία: John Hillcoat
Παίζουν: Guy Pearce, Ray Winstone, Danny Huston, Richard Wilson, Emily Watson, John Hurt
Αυστραλία
, 2005. Διάρκεια: 104΄. Sony.

Υπόθεση: Βρισκόμαστε στα βάθη της βορειοδυτικής Αυστραλίας στα τέλη του 19ου αιώνα. Μετά από σφοδρή ανταλλαγή πυρών, ο Λοχαγός του Βρετανικού Στρατού Στάνλεϊ καταφέρνει να αιχμαλωτίσει τους δυο μικρούς ιρλανδούς αδελφούς Μπερνς, τον Τσάρλι και τον Μίκι, ως βασικούς υπόπτους για την αποτρόπαια δολοφονία μιας οικογένειας εποίκων. Ο βασικός του στόχος, όμως, είναι ο μεγάλος αδελφός Άρθουρ, ένας κακούργος φημισμένος για τη ασυγκράτητη, αμείλικτη βιαιότητά του, ο οποίος ζει μόνιμα στα βουνά, σε περιοχές που ελέγχονται από τους ιθαγενείς πληθυσμούς των Αβοριγίνων. Ο λοχαγός Στάνλεϊ συλλαμβάνει τον μικρό Μίκι και αφήνει ελεύθερο τον Τσάρλι, μεσαίο και πιο λογικό αδελφό από τους τρεις, υπό έναν όρο: Να βρει και να σκοτώσει τον Άρθουρ. Σε αντίθετη περίπτωση, ο μικρός Μίκι θα κρεμαστεί εντός εννέα ημερών, ανήμερα των Χριστουγέννων...

Με μια ματιά: Αξιοποιώντας την πλατφόρμα του γουέστερν για να επιστρέψει όχι μόνο στις ρίζες του αυστραλιανού κινηματογράφου, δηλαδή στο “Last New Wave” της δεκαετίας του ’70, αλλά πολύ περισσότερο στις ρίζες του ίδιου του αυστραλιανού έθνους και τις συγκρούσεις των Άγγλων εποίκων με τις συμμορίες των περιπλανώμενων Ιρλανδών και τις τοπικές φυλές των Αβοριγίνων, ο σκηνοθέτης Τζον Χιλκοτ, συνεπικουρούμενος από ένα σενάριο του διάσημου αυστραλού μουσικού Νικ Κέιβ, μας παραδίδει μια ταινία βίαιη αλλά και λυρική, ένα βαθυστόχαστο έργο που διερευνά τα πιο σκοτεινά σημεία όχι μόνο της αυστραλιανής εθνικής ταυτότητας, αλλά και της ίδιας της ανθρώπινης φύσης.

Το δίδυμο Χίλκοτ-Κέιβ, γνώριμο και από παλαιότερες συνεργασίες τους στα βίντεο-κλιπς των Bad Seeds, θέτει στο προσκήνιο της προσοχής του την αμείλικτη σχετικότητα της ανθρώπινης φύσης: κανείς δεν είναι αυτό που φαίνεται, αλλά ούτε και τίποτε άλλο, λιγότερο εμφανές. Όλοι οι χαρακτήρες πλέουν σε έναν αχανή ωκεανό σχετικότητας, μεταβάλλοντας συνεχώς πρόσωπο και θέση. Ακόμη και το φυσικό τοπίο ταλαντεύεται, άλλοτε άγριο κι απωθητικό κάτω από το καυτό, ξερό φως του αυστραλιανού ήλιου, κι άλλοτε σαγηνευτικό όταν ο ίδιος αυτός ήλιος αρχίζει να δύει προσφέροντας πανέμορφα ηλιοβασιλέματα. Σ’ αυτό το μυθολογικό περιβάλλον, όπου ο άνθρωπος μοιάζει να έχει φτάσει στα υπέρτατα όριά του, η ταινία διατυπώνει έναν κινηματογραφικό στοχασμό για τον ρόλο του περιβάλλοντος στη συμπεριφορά των ανθρώπων, αλλά και για τις εγγενείς ατέλειες της ανθρώπινης ψυχής. Το τελικό αποτέλεσμα αποτελεί μια ευθεία επίθεση στα θεμέλια του αυστραλιανού έθνους, αλλά και ολόκληρου του σύγχρονου πολιτισμού μας.

Αξιολόγηση: ****


14.9.07

DAISY


Σκηνοθεσία:
Wai Keung Lau
Παίζουν:
Woo-sung Jung, Gianna Jun, Sung-jae Lee
Κορέα, 2006. Διάρκεια: 100΄.
Odeon.

Υπόθεση: Νεαρή κορεάτισα ζωγράφος, που βγάζει τα προς το ζειν σχεδιάζοντας πορτρέτα σε κεντρική πλατεία του Άμστερνταμ, ερωτεύεται έναν πελάτη της κορεάτη αστυνομικό, νομίζοντας πως αυτός είναι ο μυστηριώδης άγνωστος που της στέλνει καθημερινά λουλούδια. Στην πραγματικότητα όμως, τα λουλούδια στέλνει έτερος ομοεθνής της, ένας επαγγελματίας δολοφόνος ο οποίος είναι κρυφά ερωτευμένος μαζί της…

Με μια ματιά: Συνδυάζοντας τα κινηματογραφικά είδη του κορεατικού ρομαντικού μελοδράματος και της αστυνομικής περιπέτειας του Χονγκ-Κονγκ, η Daisy, που θα μπορούσε να μεταφραστεί ως «Μαργαρίτες», καταπιάνεται με όλο της το πείσμα και το πάθος με το προαιώνιο θέμα του απόλυτου έρωτα και το εγγενώς αδύνατο της πραγμάτωσής του. Αποτέλεσμα μια ταινία συγκινητική, ρεμβαστική, οπτικά όμορφη και αθεράπευτα ρομαντική.

Ο έρωτας συγκαταλέγεται στα ιδανικά, κι όπως κάθε ιδανικό είναι αδύνατο να πραγματωθεί σε όλη του την πληρότητα στον ατελή, υλικό κόσμο που ζούμε. Το αποτέλεσμα είναι να απωθείται στα βάθη του ασυνειδήτου, προκειμένου να μην μας ενοχλεί στην διεκπεραίωση της πεζής καθημερινότητάς μας, για να ανασυρθεί στη συνέχεια από φιλόδοξους καλλιτέχνες που τον μετουσιώνουν σε καλλιτεχνική δημιουργία η οποία μας υπενθυμίζει τον χαμένο αυτό παράδεισο. Κι απ’ όλες τις τέχνες, η καταλληλότερη ίσως για να εκφράσει το Απόλυτο του έρωτα είναι ο κινηματογράφος. Όπως ο έρωτας, έτσι κι ο κινηματογράφος μοιάζει με όνειρο. Όπως ο έρωτας, έτσι κι ο κινηματογράφος δεν αποτελεί παρά έναν μηχανισμό εξιδανίκευσης. Όπως στον έρωτα, έτσι και στον κινηματογράφο, κάποια στιγμή πέφτουν οι τίτλοι του τέλους, για να απομείνουμε και πάλι μόνοι, να αναλογιζόμαστε την ελλειμματική μας φύση. Όλα αυτά τα στοιχεία αξιοποιεί η ταινία που σας παρουσιάζουμε σήμερα, η οποία οικοδομείται έτσι πάνω στο στέρεο υλικό μιας αμιγούς τραγωδίας. Μιας τραγωδίας που ξετυλίγεται αργά, ατμοσφαιρικά, υπό τους ήχους ενός θαυμάσιου, μελωδικού σάουντρακ. Αξιόλογη δουλειά, συνδυάζει μια αρκετά σύνθετη αφηγηματική τεχνοτροπία απωανατολίτικου τύπου με μια φολκλορική ολλανδική τοπιογραφία η οποία παραπέμπει άμεσα στην εξίσου ευρωπαϊκή ιδέα του ρομαντικού έρωτα.

ΒΑΘΜΟΣ: ***