19.6.08

ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ


ACROSS
THE UNIVERSE



Σκηνοθεσία: Τζούλι Τέιμορ
Παίζουν: Τζιμ Στάρτζες, Ίβαν Ρέιτσελ Γουντ, Τζο Άντερσον, Ντάνα Φουκς
ΗΠΑ, 2007. Διάρκεια: 131΄


Όχι ένα και δύο, αλλά 33 ολόκληρα τραγούδια των θρυλικών «Σκαθαριών» σε νέες, φρέσκιες εκτελέσεις παρελαύνουν οπτικοποιημένα μπροστά από τα μάτια μας σ’ αυτό το πολύχρωμο, νεανικό μιούζικαλ, που επιχειρεί μια τοιχογραφία της ταραγμένης περιόδου των τελών της δεκαετίας του ’60 βασισμένη πάνω στο έργο των Μπιτλς.

Πρόκειται για μια φιλόδοξη απόπειρα, που στέφεται από απόλυτη επιτυχία τόσο στο οπτικό όσο και στο μουσικό κομμάτι της. Οι νεαροί πρωτοεμφανιζόμενοι πρωταγωνιστές ερμηνεύουν τα τραγούδια με έναν τρόπο που καταφέρνει να συνδυάσει στην κατάλληλη αναλογία τον απαραίτητο σεβασμό στις αρχικές εκτελέσεις από τη μια, με την καινοτομία και την ανάδειξη των τραγουδιών από μια διαφορετική σκοπιά από την άλλη. Εξυπακούεται ότι άπαντες διαθέτουν τα απαραίτητα φωνητικά προσόντα, ενώ και οι υποκριτικές τους ικανότητες είναι κάτι παραπάνω από επαρκείς.

Οπτικά η ταινία θυμίζει πυροτέχνημα φαντασίας, χρώματος και φωτός. Τα τραγούδια ενσωματώνονται οργανικά μέσα στην πλοκή και δεν θυμίζουν επ’ ουδενί βίντεο-κλιπ. Αποκτούν όλα σαφές και καινούριο νόημα, που αναδεικνύει και τα ίδια τα τραγούδια και την ταινία. Αξίζει να σταθούμε ιδιαίτερα στο “I Want you”, που συσχετίζεται με τη διαδικασία στρατολόγησης για τον πόλεμο του Βιετνάμ και εκφράζει με άκρως γλαφυρό και ευφάνταστο τρόπο την αίσθηση παγίδευσης και αποκτήνωσης του νεαρού κληρωτού που καλείται να γίνει το φρέσκο κρέας στην κρεατομηχανή του πολέμου, αλλά και στο “I am the Walrus”, που ερμηνεύεται από τον Μπόνο σε μια εμφάνιση-έκπληξη και παραπέμπει σε ψυχεδελικό όνειρο που εξελίσσεται σε κάποια μαγική υποβρύχια ουτοπία.

Όπως συχνά συμβαίνει με τα μιούζικαλ, το αδύνατο σημείο είναι το σενάριο. Πρόκειται για μια στοιχειώδη, απλοϊκή ιστορία, που τραβάει σε μάκρος αρκετά μεγαλύτερο από τις αντοχές της προσοχής μας, δεν αναδεικνύει επαρκώς τους χαρακτήρες, και διακατέχεται από μια αφελή και επιφανειακή αντίληψη της ιστορίας. Απουσιάζει η εμβάθυνση, ή έστω η διαφορετική ματιά στο αντιπολεμικό κίνημα, τις φοιτητικές εξεγέρσεις και την εναλλακτική κουλτούρα των ’60s. Αυτό που υπάρχει είναι μια τοιχογραφία πλούσια μεν, επιφανειακή δε. Μια σειρά από εικόνες που απλά περνούν, αλλά δεν αγγίζουν τον θεατή.

Η ταινία φαίνεται τελικά πως απευθύνεται κυρίως στο μαθητικό κοινό, για το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει μια ευσύνοπτη εισαγωγή στο έργο των Μπιτλς και την ιστορία των εξεγέρσεων των ’60s. Όσοι θεωρούν εαυτούς ειδήμονες στα ανωτέρω θέματα πιθανόν να νιώσουν ότι παρακολουθούν κάτι παιδιάστικο ή αφελές. Κανείς όμως δεν μπορεί να αρνηθεί ότι πρόκειται για μια πλούσια, φιλόδοξη δουλειά, με εξαιρετικές μουσικές εκτελέσεις και υπέροχες εικόνες. Η ταινία συνοδεύεται μάλιστα κι από δεύτερο dvd, στο οποίο περιέχονται ολόκληρες και οι 33 εκτελέσεις, καθώς και σχόλια της σκηνοθέτιδας και των υπόλοιπων συντελεστών.


***

29.5.08

ΣΚΟΥΡΟ ΜΠΛΕ ΣΧΕΔΟΝ ΜΑΥΡΟ


Azuloscurocasinegro / DARKBLUEALMOSTBLACK


Σκηνοθεσία: Ντάνιελ Σάντσεζ Αρεβάλο
Παίζουν: Κιμ Γκουτιέρεζ, Χέκτορ Κολόμε, Μάρτα Ετούρα, Αντόνιο ντε λα Τόρε
Ισπανία, 2006. Διάρκεια: 105΄


Βασιζόμενος πάνω στη στέρεα παράδοση του ισπανικού μελοδράματος και του κινηματογράφου του Αλμοδόβαρ, ο πρωτοεμφανιζόμενος Αρεβάλο μας παρουσιάζει μια νεανική ταινία, που καταγράφει με περισσή αυτοπεποίθηση και ιδιαίτερη γλαφυρότητα όλη τη συναισθηματική σύγχυση, το μπέρδεμα, την πίεση και τη δυσκολία της επαγγελματικής αποκατάστασης των σημερινών εικοσιπεντάρηδων. Ο Αρεβάλο, φρονίμως ποιών, επιλέγει έναν εξαιρετικά συμπαθή κεντρικό ήρωα, τον Χόρχε, έναν νεαρό που φροντίζει μόνος του τον κατάκοιτο πατέρα του, ενώ παράλληλα σπουδάζει δι’ αλληλογραφίας διοίκηση επιχειρήσεων και εργάζεται σαν θυρωρός-επιστάτης, μια θέση που με βαριά καρδιά κληρονόμησε από τον πατέρα του. Δύσκολα εντοπίζει κανείς ψεγάδι στον ήρωα αυτόν, που αντεπεξέρχεται με αξιοπρόσεκτη καρτερία σε όλες τις δυσκολίες της ζωής, προσπαθεί να είναι πάντα σε επαφή με τα συναισθήματά του, να είναι ειλικρινής με τους φίλους του, και βοηθά και τον μεγαλύτερο αδελφό του, ο οποίος βρίσκεται έγκλειστος στη φυλακή και του επιφυλάσσει ένα παράξενο, αμιγώς «αλμοδοβαρικό» αίτημα: Ζητάει από τον Χόρχε να αφήσει έγκυο την επίσης έγκλειστη φίλη του, καθώς ο ίδιος είναι στείρος, προκειμένου να μπορέσει να μεταφερθεί στην πτέρυγα των μητέρων, όπου οι συνθήκες κράτησης είναι πολύ καλύτερες. Ο Χόρχε, με βαριά καρδιά είν’ αλήθεια, δέχεται να κάνει το «ψυχικό», κάτι που θα έχει βέβαια σημαντικές συναισθηματικές συνέπειες για όλους. Στην ιστορία εμπλέκονται επίσης η Ναταλία, γειτόνισσα και παιδικός έρωτας του Χόρχε, η οποία επιστρέφει μετά την ολοκλήρωση των σπουδών της στη Γερμανία, καθώς και ο κολλητός του Ίσραελ, ο οποίος περνά την ώρα του στην ταράτσα της πολυκατοικίας, φωτογραφίζοντας με τηλεφακό τα όσα διαδραματίζονται στον απέναντι χώρο μασάζ, ο οποίος προσφέρει ιδιαίτερες υπηρεσίες σε ομοφυλόφιλους άνδρες. Ο Αρεβάλο κινηματογραφεί με σίγουρο χέρι, η φωτογραφία είναι υπέροχη, με ξεκάθαρα περιγράμματα και έντονες αντιθέσεις, χωρίς τις χρωματικές υπερβολές του Αλμοδόβαρ, ενώ το ευφάνταστο μοντάζ ανακατεύει την τράπουλα της αφήγησης, φωτίζοντας την ιστορία από διάφορες οπτικές γωνίες, με ευεργετικό αποτέλεσμα τη διέγερση των εγκεφαλικών μας κυττάρων. Αυτό όμως που εντυπωσιάζει τελικά είναι ο ενδόμυχος συντηρητισμός που εκπέμπει το όλο εγχείρημα. Σκούρο μπλε σχεδόν μαύρο είναι το χρώμα του κουστουμιού που ονειρεύεται πως φοράει ο Χόρχε στην ιδεατή δουλειά στελέχους σε επιχείρηση. Δυστυχώς όμως, θυρωρός είναι και θυρωρός θα παραμείνει. Και το μόνο που μπορεί να κάνει, φαίνεται να μας λέει η ταινία, είναι να συμβιβαστεί με την ιδέα. Προτεραιότητα έχουν οι αξίες της κοινωνικής συνοχής και της οικογένειας, η οποία προστατεύει τη δική της συνοχή εφαρμόζοντας πιστά το αρχαίο ρητό «τα εν οίκω μη εν δήμω», όπως φαίνεται στην εξαιρετική σκηνή του Ίσραελ με τη μητέρα του. Να λοιπόν που έφτασε και ο ευρωπαϊκός κινηματογράφος στο σημείο όπου νεανικότητα και συντηρητισμός θα ταυτίζονται…


***

22.5.08

ΕΝΑΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΕ ΜΙΑ ΚΗΔΕΙΑ


DEATH AT A FUNERAL


Σκηνοθεσία: Φρανκ Οζ
Παίζουν: Μάθιου Μακφέιντεν, Ρούπερτ Γκρέιβς, Άλαν Τάντικ, Άντι Νάιμαν
Βρετανία, 2007. Διάρκεια: 90΄


Σε μια μεγαλοαστική κηδεία στην αγγλική εξοχή, απ’ αυτές που κανείς δεν παρεκτρέπεται σε υπερβολικούς οδυρμούς και όλοι είναι τόσο τυπικά Άγγλοι στον καθωσπρεπισμό τους, μια σειρά από όχι-και-τόσο-καθώς-πρέπει καταστάσεις αρχίζει να ξετυλίγεται. Τα ευτράπελα ξεκινούν με την παράδοση του λάθος πτώματος, για να συνεχιστούν με την εκ παραδρομής κατανάλωση ισχυρών παραισθησιογόνων χαπιών από ένα συγγενή, και να αποκορυφωθούν σε ένα θεότρελο ξέσπασμα, όπου όλες οι αναποδιές και τα προβλήματα συγκλίνουν, περίεργοι ήχοι ακούγονται μέσα από το φέρετρο, γυμνοί άντρες περιφέρονται στη στέγη, ενώ ένας γηραιός θείος σε αναπηρικό καροτσάκι έχει ξεχαστεί στην τουαλέτα.


Όλα αυτά ακούγονται πράγματι πολύ αστεία. Η συνταγή βασίζεται ουσιαστικά στο σύγχρονο, τυπικά αμερικάνικο χιούμορ της χοντροκομμένης φάρσας και των σκατολογικών αστείων, με δόσεις από το εξόχως αγγλικό είδος της κωμωδίας δωματίου, όπου διακωμωδούνται τα ήθη και οι μανιερισμοί της «καλής κοινωνίας». Το σενάριο είναι καλογραμμένο, με αστεία κάθε μορφής και τύπου, λεκτικά, οπτικά, γελοίες γκριμάτσες και περιττώματα που καταλήγουν στα λάθος σημεία. Κι όμως, το τελικό αποτέλεσμα είναι μάλλον άρρυθμο κι αμήχανο, αφήνει μεν μια σχετικά ευχάριστη γεύση, αλλά και ουκ ολίγους πόθους ανεκπλήρωτους.


Ένα βασικό πρόβλημα εντοπίζεται στις ερμηνείες. Όχι πως το καστ δεν είναι καλό, το αντίθετο μάλιστα. Υπάρχει όμως διάχυτη μια αμηχανία, μια σοβαροφάνεια. Με εξαίρεση τον Άλαν Τάντικ, που ερμηνεύει τον «φτιαγμένο» με τα παραισθησιογόνα και αποδύεται σε ένα ρεσιτάλ από αστείους μορφασμούς και σουρεάλ ατάκες (αστείο του οποίου γίνεται όμως μια χονδροειδής υπερεκμετάλλευση και καταλήγει κουραστικό), οι υπόλοιποι πρωταγωνιστές μοιάζουν σαν να αγνοούν ότι παίζουν σε κωμωδία. Περιφέρονται αμήχανοι, ιδιαίτερα ο Μάθιου Μακφέιντεν και ο Ρούπερτ Γκρέιβς, που ερμηνεύουν τους δυο γιούς του μακαρίτη, σαν να πιστεύουν ότι η αντίθεση μεταξύ της φαινομενικής σοβαρότητάς τους και της γελοιότητας των καταστάσεων που βιώνουν θα προκαλέσει το επιθυμητό κωμικό αποτέλεσμα. Δυστυχώς, δεν τους βγαίνει. Γιατί είναι όντως αστείο, έστω και χιλιοπαιγμένο, να διαπιστώνεις ότι το φέρετρο που τοποθετούν ιεροπρεπώς μπροστά σου δεν περιέχει τον πατέρα σου, αν όμως παιχτεί με τη σοβαρότητα, την υποτονικότητα και το φλέγμα του Μακφέιντεν, καταλήγει να έχει υποπολλαπλάσιο κωμικό αποτέλεσμα.


Όχι πως και η σκηνοθεσία του βετεράνου Φρανκ Οζ δεν βάζει το χεράκι της. Και εκεί παρατηρούμε μια αμήχανη προσέγγιση, με ένα μοντάζ όχι επαρκώς σβέλτο, ώστε να αναπαράγει τον απαιτούμενο παλμό των κωμικοτραγικών περιστάσεων. Σαν ένα τραγούδι που παίζεται έναν τόνο πιο αργά απ’ ό,τι θά ’πρεπε. Στο τέλος ο συγχρονισμός χάνεται και το αποτέλεσμα φαλτσάρει. Θα ήταν άδικο πάντως να μην αναγνωρίσουμε ότι τελικά η ταινία καταφέρνει να πάρει μπροστά, για να καταλήξει σε ένα αξιομνημόνευτο φινάλε, όπου πλέον ο ρυθμός αποκτά την απαραίτητη σβελτάδα και τα γέλια βγαίνουν αβίαστα. Είχαμε ίσως αυξημένες προσδοκίες απ’ αυτή την κωμωδία, καθημερινά όμως αποδεικνύεται πόσο δύσκολο είδος είναι τελικά.


**

25.4.08

ΑΙΝΙΓΜΑΤΙΚΑ ΜΥΣΤΙΚΑ


CONFESSION OF PAIN / SEUNG SING


Σκηνοθεσία: Andrew Lau & Alan Mak
Παίζουν
: Tony Leung, Takeshi Kaneshiro, Jinglei Xu, Qi Shu
Χονγκ Κονγκ, 2006. Διάρκεια: 109΄


Έχω ακούσει άπειρες φορές λοιδορίες εναντίον των ελλήνων διανομέων για τους αυθαίρετους τίτλους που διαλέγουν για να μας παρουσιάσουν ξένες ταινίες, αλλά σπανίως ακούω μια καλή κουβέντα, όταν καταφέρνουν να βρουν έναν τίτλο καλύτερο κι από τον πρωτότυπο. Ε, λοιπόν, αυτή τη φορά τα κατάφεραν περίφημα. Η ταινία που σας παρουσιάζουμε σήμερα δεν είναι ούτε «πονεμένη εξομολόγηση» (όπως μας πληροφορεί ο τίτλος με τον οποίο εισάγεται σε Ευρώπη και Αμερική), ούτε «θλιμμένη πόλη» (όπως μεταφράζεται ο κινέζικος τίτλος της “Seung Sing”). Είναι μια ταινία με θέμα της κάποια καλά θαμμένα μυστικά, που κάποιοι προσπαθούν να ξεσκεπάσουν και κάποιοι άλλοι να συγκαλύψουν˙ σε κάθε περίπτωση πάντως παραμένουν αινιγματικά. Ακατανόητα. Και δεν αγγίζουν επ’ ουδενί το θεατή. Πώς λέμε «πέρασε και δεν ακούμπησε»; Κάτι τέτοιο.


Ο Μπονγκ είναι ένας ιδιωτικός ντετέκτιβ, πρώην αστυνομικός και νυν αλκοολικός, ο οποίος κατατρύχεται από την αυτοκτονία της εγκύου γυναίκας του. Κάποια στιγμή η Σούζαν, σύζυγος του Χέι, αρχηγού της Αστυνομίας και παλιού φίλου του Μπονγκ, θα του αναθέσει να εξιχνιάσει την υπόθεση της δολοφονίας του πλούσιου πατέρα της, η οποία έχει κλείσει εσπευσμένα ως περίπτωση ληστείας από δυο γνωστούς κακοποιούς οι οποίοι αργότερα βρέθηκαν νεκροί. Ο Μπονγκ καταδύεται στο παρελθόν, προκειμένου να διερευνήσει τα πραγματικά κίνητρα πίσω από έναν τέτοιο φόνο. Κι ανακαλύπτει κάποια «αινιγματικά μυστικά», τα οποία δεν θα διαλευκανθούν, ούτε καν με το τέλος της ταινίας. Θα παραμείνουν εκκρεμή, δείγματα ενός αμήχανου και ασυνάρτητου σεναρίου, που δεν καταφέρνει να αποσπάσει πολύ από το ενδιαφέρον μας…


Τώρα θα αναρωτηθείτε ίσως τι το θετικό βρίσκουμε σ’ αυτή την ταινία, εκτός του γλαφυρού της τίτλου. Λένε, λοιπόν, πως οι διευθυντές φωτογραφίας δεν τα καταφέρνουν σχεδόν ποτέ όταν στρέφονται στη σκηνοθεσία. Ο λόγος είναι ότι αδυνατούν να κατανοήσουν την προτεραιότητα της σημασίας της αφήγησης έναντι της οπτικής ομορφιάς. Εδώ έχουμε μια τέτοια περίπτωση. Ο σκηνοθέτης Άντριου Λάου ξεκίνησε σαν διευθυντής φωτογραφίας, και στράφηκε αργότερα στη σκηνοθεσία, έγινε δε γνωστός με τις διαβόητες «Εσωτερικές υποθέσεις», ριμέικ των οποίων αποτελεί ο «Πληροφοριοδότης» του Μάρτιν Σκορσέζε. Αργότερα γύρισε την “Daisy”, μια καλή ταινία, την οποία σας παρουσιάσαμε από τούτην εδώ τη στήλη τον περασμένο Σεπτέμβριο. Τη φορά αυτή όμως, ο Λάου εγκαταλείπει παντελώς την μέριμνα της αφήγησης και απορροφάται πλήρως από τη σαγήνη της εικονοπλασίας. Μιλάμε για ένα Χονγκ Κονγκ βγαλμένο από κάποιο όνειρο, άδειο, στιλπνό, ημιφωτισμένο, μια μεγαλούπολη γεμάτη φώτα από νέον και ατμοσφαιρικά μπαρ. Η δε σκηνοθεσία είναι εξίσου περίτεχνη, γεμάτη κόλπα και εφέ, με μια κάμερα σε μια διαρκή ανεπαίσθητη κυκλωτική κίνηση και διάφορα ευφάνταστα περάσματα από το παρόν στο παρελθόν και τανάπαλιν. Το πρόβλημα όμως είναι ότι το όλο εγχείρημα απομένει κενόδοξο, καθότι οι χαρακτήρες και τα όσα ακατάληπτα τους συμβαίνουν μας αφήνουν αν όχι τελείως αδιάφορους, πάντως σίγουρα αμήχανους κι απορημένους. Πάντως, το οπτικό κομμάτι τ’ αξίζει τα λεφτά του…


**

17.4.08

ΦΤΑΝΕΙ ΝΑ ’ΜΑΣΤΕ ΜΑΖΙ


ENSEMBLE, CEST TOUT


Σκηνοθεσία: Κλοντ Μπερί
Παίζουν: Οντρέι Τοτού, Γκιγιόμ Κανέ

Γαλλία, 2007. Διάρκεια: 97΄


Όσοι από σας τυχόν ταυτίζετε τον γαλλικό κινηματογράφο με τις λεγόμενες «κουλτουριάρικες», ή «καλλιτεχνικές» ταινίες, να ξέρετε ότι πλανάσθε πλάνη οικτρά. Η Γαλλία διαθέτει μια από τις μεγαλύτερες κινηματογραφικές βιομηχανίες του κόσμου, μετά τις ΗΠΑ και την Ινδία, με τεράστιες ικανότητες να αναγεννάται από τις στάχτες της και να κατασκευάζει θελκτικά προϊόντα, σε διάφορες μορφές και μεγέθη, για το ευρύ κοινό. Μια τέτοια ταινία σας παρουσιάζουμε σήμερα. Κοινώς, μια ταινία για «ξεμπούκωμα». Τι εστί ξεμπούκωμα; Διευκρινίζουμε: «Ο πνευματικός αυνανισμός είναι κάποιες φορές απαραίτητος για να ξεμπουκώσει το μυαλό από ένα πλήθος νόρμες, συνήθως άχρηστες, που έχουν σωρευτεί μέσα του». Τάδε έφη Τριαντάφυλλος Μποστάντζης στο Videodrome του εξώστη, τεύχος 807. Πιστοί λοιπόν σ’ αυτή τη γραμμή, σας παρουσιάζουμε σήμερα το “ultimate ksempoukoma movie”, μια ταινία του γερο-Κλοντ Μπερί, άξιου συνεχιστή της παράδοσης του Ζαν Ρενουάρ (δε θέλω ειρωνικά χαμόγελα – ο Μπερί έχει Όσκαρ, ο Ρενουάρ όχι), με πρωταγωνιστή τον αρρενωπό σταρ Γκιγιόμ Κανέ. Ο περί ου ο λόγος παίδαρος είναι το αγόρι που πρωταγωνιστούσε στο Αγάπαμε αν τολμάς, που είχε προβληθεί με επιτυχία στις αίθουσες της πόλης μας πριν από μερικά χρόνια. Εκείνο το γλυκό αγόρι, λοιπόν, μεγάλωσε και έγινε ένα είδος Απόστολου Γκλέτσου της Γαλλίας. Μιλάμε για πολύ νταβρατίλα. Τα κορίτσια κάνουν ουρά έξω απ’ την κρεβατοκάμαρά του. Κι αυτός δίνει εντολές. «Σκύψε», «πιο γρήγορα», τέτοια πράγματα. Η καλύτερη όμως ατάκα που εκστομίζει, και που και μόνο εξαιτίας της η ταινία αξίζει να ανακηρυχθεί σε αδιαφιλονίκητο αριστούργημα της παγκόσμια φιλμογραφίας, είναι η εξής: «Αν είσαι καλό κορίτσι, την Τρίτη θα σε πηδήξω». Και δεν τη λέει σε καμιά τυχαία γκόμενα. Στην Οντρέι Τοτού τη λέει, την γλυκιά μας «Αμελί». Έτσι είναι, όμως. Κάτι τέτοια θέλουν να ακούνε κατά βάθος οι γυναίκες. Αν λοιπόν θέλετε να ξεμπουκώσετε από ένα πλήθος politically correct, δηλαδή άχρηστες, νόρμες που έχουν σωρευτεί μέσα σας, υποκύψτε στη γοητεία του φινετσάτου, μπρουτάλ αισθησιασμού του Γκιγιόμ Κανέ, αλλά και στη χαριτωμενιά της Τοτού, που τελικά καταφέρνει βεβαίως, ως είθισται σ’ αυτές τις περιπτώσεις, να δαμάσει το ατίθασο ετούτο αρσενικό. Τώρα, βέβαια, από σενάριο μην περιμένετε και πολλά πράγματα. Υπόθεση ουσιαστικά δεν υφίσταται. Υπάρχουν απλώς αυτός, αυτή, και η… γιαγιά του. Α, ναι, και ο συγκάτοικος. Και περιφέρονται ασκόπως, εκστομίζοντας ενίοτε κάποιες υπέροχες ατάκες. Γενικά όμως δεν συμβαίνει τίποτε. Όσο για τη σκηνοθεσία, ο Μπερί το ξέρει καλά το κόλπο: Ένα γενικό πλάνο, ένα κοντινό στον πρωταγωνιστή, ένα κι απ’ την απέναντι γωνία και ξεμπερδέψαμε. Όχι θα κάτσει να σκάσει. Έτσι βγαίνουν τα λεφτά. Και είχε εισπρακτική επιτυχία η ταινία, μη νομίζετε ότι σας προτείνουμε σαβούρα. 2,2 εκατομμύρια εισιτήρια έκοψε στη Γαλλία και 800 χιλιάδες στη Γερμανία, παρακαλώ…


Αξιολόγηση: *
Αξιολόγηση για ξεμπούκωμα: *****

13.4.08

Ο ΑΔΕΛΦΟΣ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΑΧΟΠΑΙΔΙ


MIO FRATELLO E FIGLIO UNICO/
MY BROTHER IS AN ONLY CHILD


Σκηνοθεσία: Ντανιέλε Λουκέτι
Παίζουν: Έλιο Τζερμάνο, Ρικάρντο Σκαμάρτσιο, Ντιάνε Φλέρι, Άντζελα Φινοκιάρο
Διάρκεια: 104'


Εξαιρετική ταινία, που συστήνουμε ανεπιφύλακτα, το «Ο αδελφός μου είναι μοναχοπαίδι» μας παραπέμπει άμεσα στον πολιτικό κινηματογράφο της δεκαετίας του ’70, στον Μπερτολούτσι και τους αδελφούς Ταβιάνι, για να επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα της διαπλοκής της προσωπικής μοίρας του ατόμου με την ευρύτερη κοινωνική του ένταξη και της σχέσης ατομικότητας και συλλογικής δράσης. Και αυτός ο κατ’ εξοχήν πολιτικός προβληματισμός, όσο και αν παραπέμπει σε κάποιο ένδοξο παρελθόν που γεννά ίσως μια κενόδοξη, γλυκανάλατη νοσταλγική διάθεση, είναι άκρως επίκαιρος, απαραίτητος και επείγον, σε μια εποχή που ο κινηματογράφος, αλλά και η κοινωνία, έχουν άνευ όρων παραδοθεί στην κυριαρχία του πλέον ρηχού ατομισμού.

Ο ήρωας της ταινίας αυτής, ένας νεαρός που μεγαλώνει ως στερνοπαίδι μιας φτωχικής εργατικής οικογένειας του ιταλικού νότου, πνεύμα ανήσυχο και ασυμβίβαστο, βρίσκεται σε μια διαρκή διαλεκτική σχέση με το περιβάλλον του. Δεν θέλει να το αγνοήσει, δεν θέλει να το ισοπεδώσει, παρά αναζητά διαρκώς κι εναγωνίως την ένταξή του σε κάποιας μορφής συλλογικότητα. Ξεκινά με τη ρωμαιοκαθολική εκκλησία, την οποία ξεγυμνώνει εν ριπή οφθαλμού. Συνεχίζει με το φασιστικό κόμμα, του οποίου επίσης αποκαλύπτει την κενότητα, για να καταλήξει, στα βήματα του αδελφού του, στα αριστερά κινήματα του ιταλικού Μάη του ’68, όπου κι εκεί τα πράγματα δεν είναι ρόδινα, και θα οδηγήσουν σε ένα δραματικό φινάλε, που παραπέμπει στην αδιέξοδη δράση των «Ερυθρών Ταξιαρχιών».

Συγκινητική, ανθρώπινη, αλλά όχι μελό, η ταινία ξαναβάζει την πολιτική στο επίκεντρο του προβληματισμού και μας υπενθυμίζει το βαρύ ιστορικό μας χρέος να σταθούμε αντάξιοι της ιστορίας μας, αντάξιοι του ονειροπόλου, νεανικού μας εαυτού (όπως χαρακτηριστικά μας δείχνει το τελευταίο πλάνο της ταινίας) και να αγωνιστούμε συλλογικά για ένα καλύτερο αύριο.


****

8.4.08

LITTLE ATHENS


Σκηνοθεσία: Τομ Ζούμπερ
Παίζουν: Σον Χατόσι, Έρικα Λέερσεν, Μάικλ Πένια
ΗΠΑ, 2005. Διάρκεια: 103'

Ο σκηνοθέτης Τομ Ζούμπερ διατείνεται ότι όσα συμβαίνουν στη φιλμική του «μικρή Αθήνα» θα μπορούσαν να είχαν συμβεί οπουδήποτε. Η αναγωγή σε γενικότητα μάλλον δείχνει την προσπάθεια του Ζούμπερ να καλύψει τις αδυναμίες του σε εκφραστικά μέσα και πρωτοτυπία. Η ταινία μιλά για ένα μάτσο εικοσάρηδες και προσπαθεί απελπιστικά να πρωτοτυπήσει, επαναλαμβάνει άστοχα όμως όλα τα κλισέ της αμερικάνικης κινηματογραφίας, κακεκτυπικά και κάποιες φορές βαρετά. Με λίγα λόγια, τα ‘χουμε δει όλα αυτά που μας δείχνετε κύριε Ζούμπερ. Κι άντε, ας πούμε ότι τα ‘χουμε δει όλα. Ο τρόπος που μας τα λέτε κύριε Ζούμπερ ή μάλλον ο μη-τρόπος που μας τα λέτε, είναι ανιαρός και δήθεν. Όλα είναι προβλέψιμα ή παρωχημένα σ' αυτό το φιλμ. Εκτός από το τέλος του.

Για να ρίξουμε μια ματιά σ' αυτό το μάτσο των απροσάρμοστων εικοσάρηδων: Ο Τζίμι είναι ένας ασυνήθιστος βαποράκης που χρωστάει λεφτά σε στοιχήματα και προσπαθεί να ξελασπώσει. Οι δύο φίλες, η Χέδερ και η Άλισον οδηγούν με στυλ Σουμάχερ ένα νοσοκομειακό ασθενοφόρο. Η Τζέσικα είναι μια απαράδεκτη μπείμπι-σίτερ που εγκαταλείπει τα παιδιά που προσέχει κι ο Πέντρο ένας αποτυχημένος που δεν έχει να πληρώσει το νοίκι. Σ' αυτούς έρχεται να προστεθεί κι ο καθαριστής πισινών με τα κόμπλεξ του και η ομάδα φτιάχτηκε...
Κι όμως... ακόμα και στο πιο ανούσιο φιλμ - έργο τέχνης - διαφημιστικό σποτ μπορεί να βρει κανείς κάποιο νήμα που ψάχνει (ή δεν ψάχνει). Η αμηχανία του σκηνοθέτη, του σεναρίου και των πρωταγωνιστών του αντικατοπτρίζει τη γενική αμηχανία του μετα-αμερικάνικου ονείρου. Η Αμερική πέθανε αλλά τώρα πια δεν μπορεί κανείς να φωνάξει «ζήτω η Αμερική». Το φανταστικό χωριό που ονομάζεται «μικρή Αθήνα» και βρίσκεται κάπου στην Αριζόνα, είναι εξαιρετικό παράδειγμα της διάβρωσης του πολιτισμού και μάλιστα του δυτικού. Ήδη το όνομα της κωμόπολης επικαθορίζει την αναντιστοιχία που προκύπτει από το ένδοξο παρελθόν ενός δυτικού πολιτισμού που ξεκίνησε από τις παρυφές της Ακρόπολης και κατέληξε σε ένα τροχόσπιτο της Αριζόνα όπου συχνάζουν βαποράκια. Είναι προφανές ότι ο Ζούμπερ έχει κάτι να πει αλλά ή δεν δούλεψε αρκετά ή απλά το μόνο που θέλει ή μπορεί, είναι να διεκπεραιώσει ένα σενάριο. Που κάτω από κάποια άλλη φορμαλιστική επεξεργασία θα μπορούσε να «γράψει». Το φιλμ του Ζούμπερ όμως δεν «γράφει», δεν «λέει». Μπορεί να ειδωθεί μόνο σαν παρακμιακό απόσταγμα φιλμικής αμηχανίας και θα ‘ναι και λαμπρό παράδειγμα ως τέτοιο ή σαν καταναλωτικό προϊόν προς πνευματικό αυνανισμό. Δεν είμαστε σκληροί. Ο πνευματικός αυνανισμός είναι κάποιες φορές απαραίτητος για να ξεμπουκώσει το μυαλό από ένα πλήθος νόρμες, συνήθως άχρηστες που έχουν σωρευτεί μέσα του. Κάτω από ένα τέτοιο πρίσμα, το φιλμ του Ζούμπερ είναι ιδανικό.

Αξιολόγηση: *
Αξιολόγηση για ξεμπούκωμα: *****

Τριαντάφυλλος Μποσταντζής

27.3.08

Η ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΦΥΛΩΝ


THE BATTLE OF SHAKER HEIGHTS


Σκηνοθεσία: Efram Potelle & Kyle Rankin
Παίζουν: Shia LaBeouf, Elden Henson, Amy Smart
ΗΠΑ, 2003. Διάρκεια: 78΄


Υπόθεση: Δεκαεπτάχρονος τελειόφοιτος Λυκείου, που δουλεύει επίσης και σε σούπερ-μάρκετ, έχει τρέλα με τις αναπαραστάσεις ιστορικών μαχών. Συμμετέχοντας σε μια τέτοια, θα γίνει φίλος με έναν συνομήλικό του από εξαιρετικά ευκατάστατη οικογένεια και θα ερωτευτεί την αδελφή του, η οποία όμως είναι κάποια χρόνια μεγαλύτερή του και ήδη αρραβωνιασμένη.


Με μία ματιά: Πολύ οικείες οι καταστάσεις στην ταινία αυτή, και εξίσου οικείος και ο τρόπος της αφήγησης και της κινηματογράφησης. Η ταινία βλέπεται παρόλ’ αυτά με ενδιαφέρον, γιατί καταφέρνει αυτό που είναι συνήθως το ζητούμενο σ’ αυτές τις περιπτώσεις. Να αποδώσει με ειλικρίνεια και πιστότητα λίγη από τη σύγχυση της ταυτότητας, τον ίλιγγο του μέλλοντος και την ερωτική λαχτάρα που χαρακτηρίζουν την εφηβεία.


Το μεγαλύτερο ατού της ταινίας είναι ο πρωταγωνιστής της και ο χαρακτήρας που αυτός ενσαρκώνει. Ένας νέος έξυπνος και ευαίσθητος, με μια ιδιαίτερη φυσιογνωμία, που πίσω από τη φυσική του ευφράδεια και την τελείως προσωπική αίσθηση του χιούμορ που διαθέτει, κρύβει την αγωνιώδη προσπάθειά του να ανακαλύψει τον αληθινό του εαυτό, ποιος είναι και τι πραγματικά θέλει σ’ αυτή τη ζωή. Προερχόμενος από μια έντονα δυσλειτουργική αστική κοινωνία, με έναν πατέρα που προσπαθεί να ξεπεράσει την παλιά εξάρτησή του από ναρκωτικές ουσίες και μια μητέρα που αγωνίζεται να επιβιώσει στο καλλιτεχνικό κύκλωμα, βιώνει την έλλειψη πατρικού προτύπου και μητρικής στοργής, ελλείψεις που επιχειρεί να συγκαλύψει πίσω από ένα «σοφιστικέ» προφίλ που επιδέξια οικοδομεί, κρύβοντας όμως έτσι τον πραγματικό του εαυτό. Οι εμπειρίες φίλιας και έρωτα, αλλά και οι συγκρούσεις και οι έχθρες που θα δημιουργήσει, θα σταθούν πολύτιμα μαθήματα στην πορεία του προς την ωρίμανση.


Αξίζει να προσέξετε τον τρόπο που οι δημιουργοί της ταινίας επιλέγουν να αναπαραστήσουν το αστικό περιβάλλον στο οποίο εξελίσσεται η ταινία, ένα περιβάλλον πραγματικά αψεγάδιαστο, γεμάτο ηλιόλουστα πάρκα και άνετες μονοκατοικίες με κήπο, φαρδείς δρόμους και λειτουργικά δημόσια κτήρια. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο πατέρας του ήρωα νοσηλεύεται σε ένα νοσοκομείο πραγματικό αρχιτεκτονικό κομψοτέχνημα, και μάλιστα σε μονόκλινο δωμάτιο! Μέσα σ’ αυτό το άσπιλο κι αμόλυντο περιβάλλον μοιάζει κάπως αφύσικη η εισχώρηση ατελειών, είτε με τη μορφή της εξάρτησης από τα ναρκωτικά, είτε με τη μορφή ανεπαρκών καθηγητών, ή μοχθηρών συμμαθητών. Προφανώς δεν πρόκειται παρά για άλλη μια απόπειρα αναστήλωσης του ετοιμόρροπου “American Dream”, και ως προς αυτό μπορούμε να την παραλληλίσουμε με το Juno, που παρακολουθήσαμε πρόσφατα στις αίθουσες. Και εκεί υπήρχαν προβλήματα, όπως για παράδειγμα ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες, όλα όμως τελικά επιλύθηκαν και εκεί, όπως κι εδώ, με καλοσύνη κι αισιοδοξία. Φαίνεται λοιπόν πως το κληροδότημα του Φρανκ Κάπρα προς το αμερικάνικο σινεμά δεν εξαντλήθηκε ακόμα.


**

20.3.08

ΑΝΤΙΟ ΦΑΛΚΕΝΜΠΕΡΓΚ


FALKENBERG FAREWELL / FARVAL FALKENBERG

Σκηνοθεσία: Γιέσπερ Γκάνσλαντ
Παίζουν:
Τζον Άξελ Έρικσον, Χόλγκερ Έρικσον, Γιέσπερ Γκάνσλαντ

Σουηδία, 2006. Διάρκεια: 91΄


Να είσαι νέος και να νιώθεις ότι έχεις όλη τη ζωή μπροστά σου. Να έχεις μόλις ενηλικιωθεί και να μπορείς πλέον να εργαστείς, αλλά να προτιμάς να ξοδεύεις το χρόνο σου άσκοπα. Να περιφέρεσαι με τους φίλους σου κάνοντας καλαμπούρια και φιλοσοφώντας. Να έχεις την αίσθηση ενός τέλους εποχής, να συναισθάνεσαι ότι μια περίοδος της ζωής σου κλείνει, και να στρέφεσαι γεμάτος νοσταλγία στο παρελθόν. Στο ξένοιαστο παρελθόν των παιδικών και εφηβικών χρόνων. Τότε που με τους κολλητούς ήσασταν ένα σώμα, μια ψυχή. Και τώρα; Τώρα όλες οι βεβαιότητες έχουν πια συντριβεί. Ένα μεγάλο ερωτηματικό πλανάται στον αέρα της γενέθλιας πόλης. Ένα ερωτηματικό που άλλους τους τρελαίνει, άλλους αφήνει παγερά αδιάφορους, και άλλους τους τρομάζει και τους βαραίνει τόσο, που αποφασίζουν να τραπούν σε μια απέλπιδα φυγή χωρίς επιστροφή...
Αυτός είναι ο κόσμος του Αντίο Φάλκενμπεργκ. Φάλκενμπεργκ είναι ο γενέθλιος τόπος. Μια ήρεμη και γραφική κωμόπολη στις βορειοδυτικές ακτές της Σουηδίας, με περιποιημένα σπιτάκια, φιλήσυχους πολίτες που περνούν τα βράδια τους στα μπαρ συζητώντας για τον καιρό πάνω από ένα μεγάλο ποτήρι μπύρας, και μια σκανδαλιστικά ξελογιάστρα φύση να την περιβάλλει σαν άλλη Εδέμ. Αυτός είναι ο τόπος που ζουν και κινούνται οι ήρωες της ταινίας, όλοι τους νεαροί άνδρες γύρω στα είκοσι. Οι γυναίκες απουσιάζουν χαρακτηριστικά. Δεν χωράνε σ' αυτό το εσωστρεφές σύμπαν της αγοροπαρέας. Εμφανίζονται μόνο με τη μορφή της μάνας. «Μην τρως αγόρι μου τόσο μπέικον, γιατί έχει πολλά λιπαρά». «Δεν με νοιάζει. Εμένα μ' αρέσει». Σ' αυτό το στιλ.
Πάνω απ' όλα είναι μια ταινία για την δυσκολία και την ενστικτώδη άρνηση να ενηλικιωθείς. Κορόιδο είσαι, στο κάτω-κάτω; Στη θέση της προτιμάς τη νοσταλγία. Για τη χαμένη αθωότητα της παιδικής ηλικίας. Είναι πολύ οικείο το θέμα του Αντίο Φάλκενμπεργκ. Το χειρίζεται όμως με αρκετή φρεσκάδα και λεπτή αίσθηση ατμόσφαιρας. Και μόνο τα χρώματα, η υφή των εικόνων αρκεί για να μεταφέρει το θεατή στο παράλληλο σύμπαν όπου εκτυλίσσεται η ταινία. Οι ρυθμοί. Χαλαροί, αργοί, για κάποιους ίσως ενοχλητικά αργοί. Αυτή σίγουρα δεν είναι μια ταινία δράσης. Είναι ένα slacker movie α λα σουηδικά. Κι εδώ ερχόμαστε στην τελευταία παρατήρηση: Απίστευτο πόσο απέχει από μας η σουηδική κουλτούρα! Σαν να βλέπεις επιστημονική φαντασία. Οι ηθοποιοί μονίμως ανέκφραστοι μουρμουρίζουν τις ατάκες με έναν τόνο τελείως επίπεδο. Οι συμπεριφορές. Αυτό το σκανδιναβικό φλέγμα. Δύσκολο, πολύ δύσκολο για τον έλληνα θεατή. Και να φανταστείτε ότι είμαστε κι οι δυο Ευρωπαίοι... Αξίζει όμως τον κόπο η προσπάθεια.
Είναι ένα ταξίδι διαφορετικό και αρκετά γοητευτικό αυτό το ταξίδι για το παράξενο Φάλκενμπεργκ...

Αξιολόγηση: ***

20.2.08

ΦΟΝΟΣ ΕΞ ΑΜΕΛΕΙΑΣ


JINDABYNE


Σκηνοθεσία: Ρέι Λόρενς
Παίζουν: Γκάμπριελ Μπερν, Λόρα Λίνεϊ, Κρις Χέιγουντ
Αυστραλία, 2006. Διάρκεια: 123΄


Μετά την εξαιρετική «Παράνομη Δικαιοσύνη» (The Proposition) του Τζον Χίλκοτ, την οποία σας παρουσιάσαμε πριν από μερικούς μήνες, μια ακόμη σπουδαία ταινία μας έρχεται φέτος από την μακρινή Αυστραλία. Πρόκειται για τον «Φόνο εξ αμελείας» (Jindabyne) του Ρέι Λόρενς, του σκηνοθέτη που μας είχε δώσει πριν από μερικά χρόνια την αριστουργηματική Lantana. Αυτή τη φορά ο Λόρενς βασίζεται σε ένα διήγημα του Ρέιμοντ Κάρβερ, το “So much Water So Close to Home” για να αναπτύξει ένα έργο πολύπλοκο και πολύμορφο, το οποίο διαμορφώνει ένα πλούσιο πλέγμα ιδεών και συναισθημάτων που περιστρέφονται κύρια γύρω από την έννοια της ενοχής.


Στοιχείο-κλειδί της ταινίας αποτελεί η αυστραλιανή της ταυτότητα. Προκειμένου να την κατανοήσουμε θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι η Αυστραλία είναι μια χώρα που βασίζει τα θεμέλιά της πάνω σε μια γενοκτονία. Τη γενοκτονία των αυτοχθόνων κατοίκων της από τους Αγγλοσάξονες εποίκους. Σήμερα, σχεδόν δύο αιώνες μετά, ο πρωθυπουργός της Αυστραλίας ζήτησε επίσημα συγνώμη από τους Αβοριγίνες, τους ιθαγενείς Αυστραλούς, για την κακομεταχείριση που υπέστησαν, και ιδιαίτερα για το ζήτημα των «χαμένων γενεών», των χιλιάδων παιδιών που αρπάχτηκαν δια της βίας από τις οικογένειές τους για να ανατραφούν από το κράτος μέσα σε ειδικά ιδρύματα. Η Αυστραλία είναι λοιπόν μια χώρα καταστατικά βασισμένη πάνω σε μια ενοχή. Την ενοχή αυτή υπογραμμίζει όχι μόνο η σημερινή εξαθλίωση των λιγοστών Αβοριγίνων που έχουν απομείνει, αλλά και το τοπίο της Αυστραλιανής υπαίθρου. Ένα τοπίο άγριας ομορφιάς, αχανές, έξω από τα ανθρώπινα μέτρα, παραδομένο στην πιο πρωτόγονη φυσικότητα. Πάνω λοιπόν στα δίπολα «φύση-πολιτισμός» και «αθώοι Αβοριγίνες-ένοχοι Αγγλοσάξονες», αξιοποιώντας παράλληλα και την αντίθεση «αρσενικό-θηλυκό», οικοδομεί ο Λόρενς την ιστορία του, η οποία είναι κατά βάση απλή. Μια παρέα τεσσάρων ανδρών πηγαίνει για ψάρεμα σ’ ένα ποτάμι χωμένο βαθιά μέσα σ’ έναν απόμακρο, αλλά πανέμορφο φυσικό δρυμό. Εκεί θα ανακαλύψει το πτώμα μιας νεαρής ιθαγενούς. Η αλλόκοτη αντίδρασή τους θα καταλύσει αντιδράσεις τόσο στον οικογενειακό, όσο και στον κοινωνικό τους περίγυρο. Τόσο οι οικογένειές τους, όσο και οι δυο κοινότητες, των εποίκων και των αυτοχθόνων, θα βρεθούν αντιμέτωπες με δυσάρεστες πραγματικότητες που παρέμεναν καταχωνιασμένες. Ο Λόρενς προσθέτει διάφορες πινελιές: Τα παιδιά, που συμβολίζουν όχι μόνο την αθωότητα, αλλά και το εγγενές Κακό που κρύβουμε μέσα στην ίδια την ανθρώπινή μας φύση, τον δολοφόνο, σύμβολο του διεστραμμένου αδηφάγου Δυτικού πολιτισμού, και κυρίως το θάνατο, που παραμένει πανταχού παρόντας. Τόσο με τη μορφή του πένθους και του αισθήματος της απώλειας, ενός αισθήματος που δεν φεύγει ποτέ από μέσα μας, παρά διαχέεται σιωπηλά και διαποτίζει την ψυχή μας, όσο και με τη μορφή του φόβου για τον ίδιο μας τον αφανισμό που μοιραία επέρχεται. Έναν θάνατο που καθένας από τους ήρωες της ταινίας τον αντιλαμβάνεται διαφορετικά και αντιδρά διαφορετικά σ’ αυτόν.


Εξαιρετική ταινία, δημιουργεί μια πραγματικά στοιχειωμένη ατμόσφαιρα, ανοίγει πάρα πολλά θέματα, και ίσως αυτό να είναι τελικά και το ελάττωμα της, ότι δηλαδή ψαρεύει κάπως υπερβολικά σε θολά νερά. Για όσους όμως είναι πρόθυμοι να κάνουν τους συσχετισμούς, αποτελεί μια εμπειρία που αξίζει τον κόπο και ανταμείβει τον θεατή.


***


15.2.08

ΤΟ ΠΑΓΚΑΚΙ



THE BENCH / BAENKEN


Σκηνοθεσία: Περ Φλι
Παίζουν: Γιέσπερ Κρίστενσεν, Στινε Χολμ Γιόνσεν, Νικολάι Κοπέρνικους, Γιενς Άλμπινους.
Δανία, 2000. Διάρκεια: 89΄


Υπόθεση: Ο Κάι, ένας πενηντάρης πρώην πετυχημένος σεφ και οικογενειάρχης, έχει καταντήσει ένας παραιτημένος αλκοολικός, που σπαταλάει τη ζωή του κατεβάζοντας τη μια μπύρα πίσω από την άλλη, παρέα με άλλα περιθωριακά άτομα σ’ ένα παγκάκι μιας κακόφημης συνοικίας της Κοπεγχάγης. Κάποια μέρα θα μετακομίσει στη γειτονιά του η Λιβ, μια νεαρή γυναίκα με τον μικρό γιο της. Η Λιβ προσπαθεί να ξεφύγει από τον σύζυγό της, ο οποίος της συμπεριφέρεται βίαια. Για τον Κάι, η φυσιογνωμία της Λιβ δεν είναι τελείως άγνωστη…


Με μια ματιά: Μουντών αποχρώσεων δανέζικο δράμα, η πρώτη ταινία μεγάλου μήκους του Περ Φλι, με την οποία εγκαινίασε το 2000 την τριλογία του για τις κοινωνικές τάξεις στη Δανία. Ακολούθησαν το 2003 η Κληρονομιά, μια συνταρακτική ταινία-αποκάλυψη της συναισθηματικής φτώχιας της ανώτερης τάξης, και το 2005 η Ανθρωποκτονία, μια οξυδερκής ματιά στην πολιτικοποίηση της μεσαίας τάξης. Το Παγκάκι ασχολείται με τα προβλήματα της εργατικής τάξης, εστιάζοντας όμως σ’ ένα ζήτημα οικογενειακής φύσεως και στην προσωπική πορεία καθόδου ενός ανθρώπου, ο οποίος δεν βρίσκει πλέον κανένα νόημα στη ζωή.


Ίσως αυτό να είναι και το πρόβλημά μου μ’ αυτή την ταινία: προσεγγίζει την εργατική τάξη από μια ψυχολογική, υπαρξιακή θα λέγαμε, σκοπιά. Ο ήρωάς της εμφανίζει μια ψυχοπαθολογία που δεν έχει κάποια συγκεκριμένα ταξικά χαρακτηριστικά. Στην πραγματικότητα δεν είναι παρά ένας εκπεσών αστός. Στο ένδοξο παρελθόν ήταν ιδιοκτήτης εστιατορίου. Σκαρφιζόταν εξωτικά πιάτα με ορτύκια παραγεμισμένα με ξερά δαμάσκηνα και σάλτσα δεντρολίβανου. Συνέβησαν όμως κάποιες προσωπικές ατυχίες. Ο συνέταιρός του πέθανε. Η γυναίκα του τον εγκατέλειψε. Κι αυτός λύγισε από την πίεση. Και τον πήρε η κάτω βόλτα. Πλέον, στο πρόσωπο κάθε συνανθρώπου του βλέπει την αιτία της προσωπικής του αποτυχίας. Είναι ένας αλλοτριωμένος άνθρωπος. Ανίκανος να σχετιστεί. Ανίκανος να αγαπήσει. Ώσπου το παρελθόν του ξαναναδύεται μπροστά στα μάτια του κι αυτός αναγκάζεται να έρθει αντιμέτωπος με παλιά φαντάσματα. Τι σχέση έχουν όλ’ αυτά με την εργατική τάξη; Σχέση γειτονίας. Απλά ο Κάι ζει σε μια εργατική συνοικία. Και σχετίζεται με όλο το σμάρι των ανθρώπων που αγωνίζονται με νύχια και με δόντια για ένα μεροκάματο. Αντί γι’ αυτό, ο ίδιος προτιμά τις πιο εστέτ συμπεριφορές. Ενοχλημένος από έναν ηλικιωμένο πελάτη, του πέτα χώμα κατάμουτρα, με αποτέλεσμα να τον απολύσουν από την επιδοτούμενη θέση κηπουρού που οι υπόλοιποι της παρέας αγωνίζονται με νύχια και με δόντια να κρατήσουν. Αυτός όμως είναι υπεράνω του αγώνα για επιβίωση. Έχει περηφάνια. Και επιλέγει την αυτοκαταστροφική συμπεριφορά από τον συμβιβασμό. Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο μπαίνει στη ζωή του η Λιβ και τον αναγκάζει εκ των πραγμάτων να αναθεωρήσει τη στάση του. Όχι από ταξική, ή έστω προσωπική, συνειδητοποίηση, αλλά από οικογενειακή αναγκαιότητα. Έχουμε λοιπόν να κάνουμε με ένα επιδέξιο ξόρκισμα της πολιτικής. Τη θέση της καταλαμβάνει ο συνήθης ύποπτος: η ψυχολογία. Σ’ αυτόν τον τομέα πάντως, ο Περ Φλι δεν τα πάει και τόσο άσχημα. Το δράμα του είναι στέρεο, συμπαγές, πειστικό, και υποστηρίζεται σωστά από τους ηθοποιούς του. Όλα ανάγονται στην ψυχολογία. Ακόμα και ο συγκάτοικος της Λιβ τρελαίνεται από την πολύ μελέτη του… Κίργκεγκορ. Μπορεί ίσως να απουσιάζει η πολιτική, η ανθρώπινη όμως γνώση είναι παρούσα.


***

26.1.08

ΞΕΠΑΤΙΝΑΖ


BLADES OF GLORY


Σκηνοθεσία: Josh Gordon & Will Speck
Παίζουν: Will Ferrell, Jon Heder, Will Arnett, Amy Poehler, Jenna Fischer


Ωραίος χαβαλές. Δυο άντρες πρωταθλητές του καλλιτεχνικού πατινάζ, ο Τζίμι ΜακΙλρόι (Τζον Χέντερ), ξανθός, λεπτεπίλεπτος, ευαίσθητος και κάπως θηλυπρεπής, και ο Τσαζ Μάικλ Μάικλς (Γουίλ Φερέλ), το χοντροκομμένο, macho αντίθετό του, που μυρίζει βαρβατίλα, δυο τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους ανταγωνιστές, μισιούνται θανάσιμα. Ώσπου μια μέρα θα αναγκαστούν να συνεργαστούν, για να κερδίσουν τον παγκόσμιο τίτλο σαν… ζεύγος.


Δεν είναι από τις ταινίες που σε κάνουν γενικά να κρατάς την κοιλιά σου από τα γέλια (μου συνέβη μόνο μια φορά, στη σκηνή που ο ξανθούλης Τζίμι τηλεφωνά την καλή του για να της ζητήσει ραντεβού, αλλά και οι δυο τους λένε πράματα που τους τα υπαγορεύουν ψιθυριστά άλλοι, οπότε προκύπτει ένας τελείως αστεία αλλόκοτος διάλογος), αλλά έχει ένα ανάλαφρο, ευχάριστο κλίμα, πολύ γραφικούς τύπους, όπως το ανταγωνιστικό ζευγάρι των «κακών» αδελφών Βαν Ουόλντενμπεργκ, ή τον απίστευτο «γλωσσοκοπάνα» Τζον Χάμιλτον που κάνει τις περιγραφές των αγώνων υποδυόμενος τον… εαυτό του (ο Χάμιλτον, χρυσός ολυμπιονίκης του καλλιτεχνικού πατινάζ στην Ολυμπιάδα του Σαράγιεβο το 1984, αποτελεί μία από τις πολυάριθμες εμφανίσεις πραγματικών αστέρων του πατινάζ στην ταινία), ωραία μουσική, εντυπωσιακές φιγούρες στον πάγο (ειδικά η τελική σκηνή εκτέλεσης του «σιδηρού λωτού», της τόσο επικίνδυνης φιγούρας που είχε εκτελεστεί μέχρι τώρα μόνο στη… Βόρειο Κορέα, κι εκεί με… οικτρή αποτυχία, είναι μια απόλαυση) και καταπληκτικά κουστούμια. Ειδικά στα κοστούμια αξίζει να σταθούμε για λίγο παραπάνω, καθώς σ’ αυτά οφείλει αρκετή από την cult λάμψη της η ταινία, της προσδίδουν μια φανταχτερή γοητεία, αλλά και ένα επιπρόσθετο επίπεδο παρωδίας, καθώς αποτελούν εξαιρετικές μιμήσεις πραγματικών κοστουμιών παγοδρομίας, αλλά τραβηγμένα στο έπακρο της υπερβολής.


Σημαντικό είναι επίσης ότι το dvd αυτό είναι ένα από τα λίγα που μας εισάγονται με όλο το συνοδευτικό υλικό τους, το οποίο σημαίνει πλούσια extras, όπου στο making of μπορείτε να πάρετε μια γεύση από το πόσο δύσκολη και περίπλοκη δουλειά είναι να γυρίσεις ακόμη και την χαζότερη κωμωδία και πόσο σοβαρά την παίρνουν οι Αμερικάνοι. Δείτε επίσης κάποια στιγμιότυπα από τις πρόβες και θαυμάστε την κωμική δεινότητα στους αυτοσχεδιασμούς όχι μόνο του Γουίλ Φερέλ, αλλά και του Νικ Σουάρντσον, που υποδύεται τον Χέκτορ, τον φανατικό θαυμαστή του Τζίμι, που τον ακολουθεί παντού, προσφέροντάς μας ένα σύντομο, εύστοχο, αστείο, αλλά και τραγικό πορτρέτο του ανθρώπου-θύματος, που γεννήθηκε για να ζήσει όχι τη δική του ζωή, αλλά μέσα από τη ζωή κάποιου άλλου.


Have fun!


Αξιολόγηση: ***

13.12.07

ΛΕΟΝΤΕΣ ΑΝΤΙ ΑΜΝΩΝ


LIONS FOR LAMBS

Σκηνοθεσία: Ρόμπερτ Ρέντφορντ
Παίζουν
: Τομ Κρουζ, Μέριλ Στριπ, Ρόμπερτ Ρέντφορντ


Μπορείς να κάνεις μια κακή ταινία με ένα καλό μήνυμα; Φυσικά και μπορείς. Απόδειξη ετούτη εδώ η ταινία του προοδευτικού Ρόμπερτ Ρέντφορντ, με τις αγαθές, δημοκρατικές και φιλειρηνικές προθέσεις, ο οποίος όμως μας παραδίδει ένα εξάμβλωμα. Από πού ν’ αρχίσει και πού να τελειώσει κανείς; Από την στατικότητα που κυριαρχεί από την αρχή μέχρι το τέλος, ξεπερνώντας ακόμη και τις σαπουνόπερες της τηλεόρασης, καθώς όλη η ταινία αποτελείται ουσιαστικά από κεφάλια που μιλάνε, χωρίς καθόλου δράση, χωρίς τίποτα να κινείται, να εξελίσσεται, να προχωρά; Από τους αφελέστατους διαλόγους, ή μάλλον μονολόγους, τόσο του Τομ Κρουζ, ο οποίος υποδύεται έναν Ρεπουμπλικάνο Γερουσιαστή, όσο και του Ρόμπερτ Ρέντφορντ, ο οποίος υποδύεται έναν προοδευτικό καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης; Λουζόμαστε έναν μονόλογο του Κρουζ τετριμμένο ως εκεί που δεν πάει άλλο, και σαν να μην έφτανε αυτό, έχουμε να υπομείνουμε και τα reaction shots, τα πλάνα αντίδρασης, της Μέριλ Στριπ, η οποία υποδύεται μια επιφανή δημοσιογράφο που του παίρνει συνέντευξη και το μόνο που κάνει διαρκώς είναι να γέρνει το κεφάλι της έμπλεη ενδιαφέροντος. Κι ύστερα επιστρέφει στα γραφεία της εφημερίδας κι επακολουθεί ένας διάλογος με τον αρχισυντάκτη της, που ούτε πρωτοετείς φοιτητές Δημοσιογραφίας δεν θα κάνανε. Αμ ο Ρέντφορντ, που έχει βάλει κάτω έναν φοιτητάκο, πραγματικά το μόνο πιστευτό και συμπαθές πλάσμα όλης της ταινίας, και προσπαθεί να τον «αφυπνίσει» με ένα κοινότοπο λογίδριο που καταλήγει σε εκβιασμό («δραστηριοποιήσου στο αντιπολεμικό κίνημα αν θες καλό βαθμό» – μα την αλήθεια, πολύ προοδευτική πρακτική); Όσο για τις ερμηνείες, ο Τομ Κρουζ αναμασάει για νιοστή φορά την ίδια μανιέρα του φουσκωμένου διάνου, η Μέριλ Στριπ σπαταλιέται στα στοιχειώδη, κι ο Ρέντφορντ μάλλον βαριέται, αλλά σίγουρα δεν είναι ο μόνος, αφού, στο κάτω-κάτω, από την ταινία απουσιάζουν παντελώς οι αιχμές. Το όποιο αντιπολεμικό μήνυμα προκύπτει μόνον εμμέσως και συγκεκαλυμμένα, μην τυχόν και στενοχωρήσουμε κανέναν Ρεπουμπλικάνο και χάσουμε εισιτήρια. Κρατηθείτε μακριά!

6.12.07

SUGARTOWN: ΟΙ ΓΑΜΠΡΟΙ


Σκηνοθεσία: Κίμων Τσακίρης
Ελλάδα, 2006. Διάρκεια: 82΄


Υπόθεση: Ζαχάρω Ηλείας, λίγα χρόνια πριν τις καταστροφικές πυρκαγιές. Η κωμόπολη ξανααπασχολεί τα ΜΜΕ, αυτή τη φορά χάρη σε μια πρωτότυπη ιδέα του γνωστού δημάρχου της, Πανταζή Χρονόπουλου. Προκειμένου να εξασφαλίσει την επανεκλογή του, ο δήμαρχος προτείνει μια ριζοσπαστική λύση στο πρόβλημα των ανδρών της Ζαχάρως, οι οποίοι δεν βρίσκουν γυναίκες να παντρευτούν, καθώς οι νεαρές ντόπιες προτιμούν να μεταναστεύουν στις πόλεις. Τους υπόσχεται ένα ταξίδι σε χώρα της τέως Σοβιετικής Ένωσης προς ανεύρεση… νυφών. Στην ταινία παρακολουθούμε τις προετοιμασίες, το ταξίδι, το οποίο πραγματοποιήθηκε όντως τον Αύγουστο του 2005, τελικά προς την πόλη Κλιν της Ρωσίας, καθώς και τα επακόλουθά του…


Με μια ματιά: Εξαιρετικό ντοκιμαντέρ του Κίμωνα Τσακίρη, βραβευμένο στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, ξεφεύγει από τη συνήθη σοβαροφάνεια, το διδακτισμό και τη δημοσιογραφική λογική των ταινιών τεκμηρίωσης και, εκκινώντας από ένα «πιασάρικο» θέμα, τολμά μια βαθιά, ψύχραιμη, μα συνάμα και ευαίσθητη τομή στη χαίνουσα πληγή της ελληνικής επαρχίας, χωρίς μάλιστα σε καμία στιγμή να χάσει το χιούμορ του.


Παρόλο το «αβανταδόρικο» θέμα, τα πράγματα δεν ήταν καθόλου εύκολα για τον νεαρό Τσακίρη, κάτοχο διδακτορικού στις Διεθνείς Οικονομικές Σχέσεις από το Πανεπιστήμιο του Μάαστριχτ. Έπρεπε να αποφύγει μια σειρά από παγίδες: Πρώτα απ’ όλα να μην προκαλέσει γέλιο εις βάρος των ηρώων του. Ύστερα, να μην σχηματοποιήσει ή απλοποιήσει το πρόβλημά τους. Να προσπαθήσει αντίθετα να αναδείξει όσο γίνεται περισσότερες από τις πτυχές του. Να αποφύγει τέλος το διδακτισμό, τον καταγγελτικό τόνο, αλλά και, σημαντικότερο ίσως όλων, τη βαρεμάρα. Κι όλ’ αυτά προσπαθώντας παράλληλα να υιοθετήσει μια μοντέρνα κινηματογραφική γλώσσα, έξω από τα κλισέ και τις γνώριμες φόρμες των συμβατικών ντοκιμαντέρ. Ε, λοιπόν, τα κατάφερε σε όλα!


Ο Τσακίρης, μετά από σκληρή προετοιμασία χρόνων, κατά την οποία παρέμεινε επί μακρόν στη Ζαχάρω, ζώντας από πρώτο χέρι τα προβλήματα των κατοίκων της και κερδίζοντας την εμπιστοσύνη τους, μας παρουσίασε ένα «διαμαντάκι», μια ταινία γεμάτη χιούμορ, ανθρωπιά και πολύ βαθιά αντίληψη του τι πραγματικά συμβαίνει στην ελληνική επαρχία. Είναι μια ταινία ευχάριστη, με παιχνιδιάρικο τόνο, παίζει με τις συμβάσεις του γουέστερν, καθώς εκκινεί από το εύρημα μιας Ζαχάρως-"Sugartown" της Άγριας Δύσης, της οποίας οι κάτοικοι, με μπροστάρη τον δήμαρχο-σερίφη, εκκινούν για μια αποστολή στην άγνωστη Ανατολή. Κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον, ακριβώς γιατί ο Τσακίρης κατάφερε να αποκτήσει άμεση πρόσβαση στις ψυχές των ηρώων του, ενώ κορυφώνεται με τις συνέπειες του ταξιδιού, το οποίο από κωμωδία μετατρέπεται σε δράμα, ίσως μάλιστα και σε τραγωδία, καθώς αναγκάζει τους ήρωές του να αντικρίσουν ορισμένες αλήθειες. Αλήθειες δυσάρεστες για όλους μας, κι ίσως αυτός να είναι κι ένας από τους λόγους που η ταινία δεν κατάφερε να κόψει και πολλά εισιτήρια στις αίθουσες. Η κυκλοφορία της όμως σε dvd είναι μια πολύ καλή ευκαιρία για όλους μας να την απολαύσουμε.


Αξιολόγηση: ****

4.12.07

ΠΡΙΝ Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΚΑΤΑΛΑΒΕΙ ΟΤΙ ΠΕΘΑΝΕΣ


BEFORE THE DEVIL KNOWS YOU ’RE DEAD


Σκηνοθεσία: Σίντνεϊ Λουμέτ

Παίζουν: Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν, Ίθαν Χοκ, Άλμπερτ Φίνεϊ, Μαρίσα Τομέι


Αστυνομική περιπέτεια, αλλά και οικογενειακό μελόδραμα, η τελευταία δημιουργία του 84χρονου Λουμέτ, ο οποίος συμπληρώνει αισίως 50 χρόνια στο «κουρμπέτι» του Χόλιγουντ, είναι μια καλή ταινία, που καταλήγει όμως να προκαλεί περισσότερο πάταγο απ’ όσο της αρμόζει, επιδιδόμενη σε μια εντυπωσιοθηρία βολική μεν για όσους αναζητούν μια ταινία που θα τους καθηλώσει για δυο ώρες, παραπλανητική δε για όσους πρόσκαιρα πιστέψουν ότι βρίσκονται ενώπιον ενός αριστουργήματος. Όσο για τον Λουμέτ, χαρά στο κουράγιο του, που παρά το Όσκαρ για το σύνολο της προσφοράς του το 2005, ξαναβρίσκει την όρεξη και το κίνητρο να τσιτώσει έτσι το γκάζι, προκειμένου να μας δώσει ένα δράμα τραβηγμένο στη νιοστή του δύναμη. Με μια αφήγηση μη γραμμική, που επιστρέφει και ξαναεπιστρέφει στις ίδιες σκηνές για να φωτίσει από διαφορετική οπτική γωνία δράση και χαρακτήρες, με διαλόγους έντονα φορτισμένους, που συχνά κραυγάζουν αυτό που έτσι κι αλλιώς υπονοείται, και με ερμηνείες τονισμένες μέχρι υπερβολής, ο Λουμέτ μετέρχεται κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσο (εξαίρετα τα γυμνά περιφερόμενα στήθη της Μαρίσα Τομέι) προκειμένου να θέλξει τον θεατή του και να τον παρασύρει στον ίλιγγο της περιδίνησης των ηρώων του στην άβυσσο του τυφλού πάθους για το χρήμα, των ενοχών και των φόβων τους. Είναι ένα στιλ που ίσως ενοχλήσει τους πιο εκλεπτυσμένους, σίγουρα όμως εγγυάται ένα δράμα δυνατό, που ακολουθεί τον θεατή για αρκετές ώρες μετά το τέλος της προβολής.

23.11.07

4 ΜΗΝΕΣ, 3 ΕΒΔΟΜΑΔΕΣ ΚΑΙ 2 ΜΕΡΕΣ


4 MONTHS, 3 WEEKS AND 2 DAYS


Σκηνοθεσία: Κριστιάν Μουνγκίου

Παίζουν: Αναμαρία Μαρίνκα, Λάουρα Βασιλίου, Βλαντ Ιβάνοφ


Δεν ξέρω κατά πόσο αυτή η ταινία προσφέρεται για δύο ώρες «ευχάριστης» ψυχαγωγίας. Πόσο ευχάριστη μπορεί να είναι άλλωστε η ιστορία μιας παράνομης έκτρωσης στην απολυταρχική Ρουμανία του ’80; Δεν ξέρω επίσης αν έχει κάποιο «μήνυμα» να μας αφήσει. Ίσως κάτι για την αλληλεγγύη των ανθρώπων στους δύσκολους καιρούς, και ιδιαίτερα των γυναικών. Υπάρχει όμως και πολύ παλιανθρωπιά στην ταινία, όπως και πολύ αδιαφορία. Βέβαια, θα μου πείτε, τι άλλο να περίμενε κανείς να συναντήσει στα χρόνια του τύραννου Τσαουσέσκου; Η κοινωνία πλάθει τον άνθρωπο, όχι ο άνθρωπος την κοινωνία. Ίσως αυτή να είναι κι η σοφία της ταινίας. Αναπλάθει με τόση ακρίβεια και φυσικότητα την εποχή, που νιώθεις σαν να έχεις ζήσει εκεί τουλάχιστον δέκα χρόνια, έστω κι αν δεν έχεις ξαναπατήσει ποτέ σου στη Ρουμανία, ούτε την κομμουνιστική, ούτε τη μεταγενέστερη. Κατόπιν αυτού δεν αντιμετωπίζεις ιδιαίτερες δυσκολίες να αντιληφθείς τα κίνητρα των ηρώων. Η ανθρώπινη κατάσταση φανερώνεται κρύσταλλο μπροστά στα μάτια σου. Ίσως αυτή η αμεσότητα να αποτελεί το κύριο επίτευγμα της ταινίας. Μέσα από έναν απατηλά απλό τρόπο αφήγησης, μέσα από έναν κατά τα φαινόμενα ωμό, ξερό νατουραλισμό, ανανεώνει ριζικά τις εκφραστικές δυνατότητες του κινηματογραφικού μέσου. Ας δώσω ένα–δυο παραδείγματα. Στη σκηνή στο σαλόνι του φίλου της ηρωίδας μένουμε για ώρα παγιδευμένοι σ’ ένα ασυνήθιστο πλάνο τεσσάρων ατόμων. Μια ολόκληρη οικογένεια στριμώχνεται σε ένα κάδρο επί μακρόν, εκφράζοντας έτσι με τον γλαφυρότερο τρόπο το αίσθημα καταπίεσης που αναδύεται από παντού. Αργότερα, καθώς η ηρωίδα μπαίνει στο ξενοδοχείο, ο φακός πιάνει φευγαλέα ένα ασθενοφόρο παρκαρισμένο εκεί έξω. Η εικόνα μόλις που προλαβαίνει να καταγραφεί στον εγκέφαλό μας, είναι όμως περισσότερο από επαρκής για να δημιουργήσει αισθήματα σασπένς και αγωνίας που κι ο ίδιος ο Χίτσκοκ θα χρειαζόταν μια ολόκληρη σκηνή για να οικοδομήσει. Ακρίβεια, οικονομία, απόλυτη ευστοχία. Ο Κριστιάν Μουνγκίου ανανέωσε την πίστη μας στις δυνατότητες του μέσου. Μια ταινία για να διδάσκεται στις κινηματογραφικές σχολές.


*****

19.11.07

ΤΟ ΜΙΚΡΟΒΙΟ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ


BUG


Σκηνοθεσία: Ουίλιαμ Φρίντκιν
Παίζουν: Άσλι Τζαντ, Μαίκλ Σάνον, Χάρι Κόνικ Τζ.
ΗΠΑ, 2005. Διάρκεια: 107΄


Υπόθεση: Η Άγκνες, που ζει σ’ ένα φτηνό μοτέλ στη μέση του πουθενά κι εργάζεται σερβιτόρα σε παρακμιακό μπαρ, γνωρίζεται με τον μοναχικό, γοητευτικά αινιγματικό Πίτερ, βετεράνο του πολέμου του Κόλπου, που μοιάζει να κατατρύχεται από κάποιες έμμονες ιδέες. Οι δυο τους θα ερωτευτούν παράφορα και θα βουλιάξουν μαζί στο κλειστοφοβικό, συνωμοσιολογικό σύμπαν του Πίτερ…


Με μια ματιά: Παράξενο, δύσκολο να ταξινομηθεί θρίλερ, που φέρει την υπογραφή του βετεράνου δημιουργού του «Εξορκιστή» Ουίλιαμ Φρίντκιν, θα απογοητεύσει ίσως τους εθισμένους στην ωμή βία των πρόσφατων αιματοβαμμένων ταινιών τρόμου, μα μπορεί να ενθουσιάσει όσους είναι πρόθυμοι να κάνουν τις αναγωγές στη σημερινή κοινωνική, και μάλιστα ελληνική, πραγματικότητα.


Η ταινία χωρίζεται σε δύο ευκρινώς διακριτά μέρη – κάτι μάλιστα που δεν συμβάλλει στην έτσι κι αλλιώς επισφαλή ομοιογένειά της. Το πρώτο μέρος αποτελεί ένα έξοχο μεταφορικό, ατμοσφαιρικό σχόλιο για τη σημερινή «κατάσταση των πραγμάτων»: μοναξιά, απομόνωση, φτώχεια, απελπισία και μιζέρια. Οι όποιες ευτυχισμένες στιγμές ανήκουν οριστικά στο παρελθόν και δεν αποτελούν παρά μια οδυνηρή ανάμνηση. Για την Άγκνες, η απώλεια του παιδιού της, που χάθηκε μυστηριωδώς μέσα σ’ ένα σούπερ-μάρκετ πριν από μερικά χρόνια, αποτελεί ουσιαστικά και το τέλος της ζωής της. Περιφέρεται πλέον σαν το φάντασμα, μια ζωντανή-νεκρή, δίχως πνοή, δίχως ελπίδα, δίχως στήριγμα. Ο άντρας της, άτομο με εγκληματική συμπεριφορά, την έχει εγκαταλείψει και την επισκέπτεται μόνο για να την τρομοκρατήσει.


Το δεύτερο μέρος αποτελεί ένα αμιγώς ψυχολογικό σχόλιο πάνω στην παράνοια της συνωμοσιολογικής εμμονής. Η Άγκνες και ο Πίτερ, δυο απελπισμένα άτομα που αρπάζονται το ένα απ’ το άλλο, βυθίζονται μαζί σ’ ένα αυτόνομο σύμπαν, όπου τα πάντα, από την τυχαία διέλευση ενός ελικοπτέρου μέχρι το χτύπημα του τηλεφώνου, ερμηνεύονται με βάση έναν αυτοεκπληρούμενο κώδικα ανατροφοδοτούμενης λογικής ως σημάδια της γενικής συνωμοσίας των πάντων εναντίον τους. Θεωρούμε πως πρόκειται για ένα θέμα εξαιρετικά επίκαιρο, καθώς ο συνωμοσιολογικός τρόπος σκέψης ρίχνει στις μέρες μας βαριά τη σκιά του πάνω από την ελληνική κοινωνία, και βέβαια δύσκολα καταρρίπτεται, εφόσον αποτελεί κλειστό σύστημα φτιαγμένο έτσι ώστε με διαρκείς κυκλικές κινήσεις να αποδεικνύει τον εαυτό του. Δείτε την ταινία και θα καταλάβετε.


Τέλος, η ταινία μπορεί να ειδωθεί και σαν ένα σχόλιο πάνω στην αναγκαιότητα, αλλά και το ανέφικτο της ανθρώπινης επικοινωνίας. Η Άγκνες και ο Πίτερ, δυο άτομα λαβωμένα από την έλλειψη επικοινωνίας και ανθρώπινης επαφής, με το αντάμωμά τους θα επιχειρήσουν να κατακτήσουν αυτό που τόσο στερήθηκαν, η κατάληξη όμως θα είναι τραγική. Η επικοινωνία θα ματαιωθεί λόγω της έλλειψης επαφής με την (σκληρή) πραγματικότητα, για ν’ απομείνει μοναχά ο σπασμός της τρέλας. Εξαιρετικά δυνατή ταινία, θεωρούμε πως ο Φρίντκιν άφησε σε μεγάλο βαθμό ανεκμετάλλευτο το δυναμικό της, αποτελεί όμως θαυμάσια πρόταση για κατ’ οίκον θέαση.


Αξιολόγηση: ***

8.11.07

PAPRIKA


Σκηνοθεσία: Σατόσι Κον
Ιαπωνία, 2006. Διάρκεια: 90΄
Διανομή:
Sony


Με μια ματιά: Γιαπωνέζικο manga (ταινία κινουμένων σχεδίων), αυστηρά για ενήλικες, όχι λόγω του «τολμηρού» περιεχομένου του, κάθε άλλο, αλλά εξαιτίας του πολυσύνθετου χαρακτήρα του, της αφηγηματικής του πολυπλοκότητας και της φιλόδοξης προσπάθειάς του να προσεγγίσει τον κόσμο του υποσυνειδήτου.


Υπόθεση: Γιαπωνέζοι επιστήμονες έχουν εφεύρει μια συσκευή, το DC-Mini, με την οποία μπορούν να διεισδύουν και να καταγράφουν τα όνειρα ασθενών με ψυχικές διαταραχές. Κάποια στιγμή το DC-Mini θα πέσει στα χέρια αγνώστων τρομοκρατών, που θα το χρησιμοποιήσουν για να επηρεάσουν τα όνειρα των ανθρώπων και να τους οδηγήσουν σε μια μαζική υστερία. Η σοβαρή και συγκροτημένη ψυχίατρος Δρ. Ατσούκο Τσίμπα, η οποία στον κόσμο των ονείρων παίρνει τη μορφή του alter-ego της, τής κεφάτης και άκρως ερωτεύσιμης Πάπρικα, και ο νεαρός υπέρβαρος μεγαλοφυής εφευρέτης Τοκίτα αναλαμβάνουν να λύσουν το μυστήριο.


Ο Φρόιντ συνήθιζε να λέει ότι το όνειρο είναι «η βασιλική οδός για το ασυνείδητο». Αυτήν ακριβώς την οδό επιχειρεί να διανοίξει η «Πάπρικα», εγχείρημα περίπλοκο και πολυσχιδές, που στέφεται όμως από απόλυτη επιτυχία. Μεταπηδώντας διαρκώς ανάμεσα σε διάφορα επίπεδα πραγματικότητας, ανακαλύπτοντας ολοένα κι από έναν άλλο κόσμο που κρυβόταν μέσα στον προηγούμενο, ακριβώς όπως οι ρωσικές κούκλες, μπερδεύοντας πραγματικότητα και φαντασία, πραγματικότητα και όνειρο, η «Πάπρικα» διαβρώνει επίμονα κάθε τοίχο, κάθε φράγμα που υψώνουμε μπροστά στα όνειρά μας, μπροστά στις υποσυνείδητες επιθυμίες και φοβίες μας, καταδεικνύοντας τη σχετικότητα των διαχωρισμών κι εγκαταλείποντάς μας έκθετους μπροστά στο χειμαρρώδες, ασταμάτητο ρεύμα του ασυνειδήτου. Παράλληλα, επιχειρεί να αρθρώσει έναν λόγο αμιγώς κινηματογραφικό, έξω και πέρα από τις ορθολογικές συμβάσεις της κλασικής αφήγησης, έναν λόγο ταυτοχρόνως μη ρηματικό και άρρητο (έξω δηλαδή από τα όρια του λόγου και της λογικής), που αναδεικνύει τη δύναμη της αμιγούς εικόνας, αλλά και της λειτουργίας των συνειρμών. Το όλο εγχείρημα εμπλουτίζεται με τις απαραίτητες δόσεις αυτοαναφορικότητας και κινηματογραφοφιλίας, καθώς ο κινηματογράφος δίνει βροντερό παρόν, τόσο στα όνειρα, όσο και στις μύχιες επιθυμίες των ηρώων. Παρούσα είναι τέλος στον ονειρικό κόσμο της «Πάπρικα» και η κοινωνική κριτική. Όχι βέβαια μέσα σε ατάκες ή σε αφηγηματικές τροπές, αλλά στην εικονοπλασία της ταινίας. Το συλλογικό όνειρο στο οποίο μεταπίπτουν τα θύματα των τρομοκρατών είναι μια αλλοπρόσαλλη, ασυντόνιστη παρέλαση από καταναλωτικά αγαθά, παιχνίδια, φιγούρες καρτούν και ένα… άγαλμα της Ελευθερίας. Αργότερα, η τελική σκηνή του δράματος θα δοθεί μέσα στα χαλάσματα ενός ερημωμένου λούνα-παρκ στο οποίο κυριαρχεί ένας παραμορφωτικός καθρέπτης. Είναι πολλά τα ευρήματα της «Πάπρικα», όσα και τα επίπεδά της, το «κλειδί» όμως του δράματος σίγουρα δεν κρύβεται στην υπόθεση και τα λόγια των χαρακτήρων, ιδιαιτέρως όταν είναι τόσο κακομεταφρασμένα όσο στο συγκεκριμένο dvd, στο οποίο σας προτείνουμε να αποφύγετε πάση θυσία τους ελληνικούς υποτίτλους.


Αξιολόγηση: ****

2.11.07

ΜΙΚΡΕΣ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΕΡΩΤΙΚΩΝ ΠΑΡΕΞΗΓΗΣΕΩΝ


SCENES OF A SEXUAL NATURE

Σκηνοθεσία: Εντ Μπλουμ
Παίζουν: Γιούαν Μακ Γκρέγκορ, Τζίνα Μακ Κι, Κάθριν Τέιτ

Βρετανία, 2006. Διάρκεια: 90΄
Διανομή: Private

Υπόθεση: Επτά μικρές ερωτικές ιστορίες που εκτυλίσσονται σχεδόν ταυτόχρονα μια ηλιόλουστη καλοκαιρινή μέρα στο αχανές πάρκο Χάμπστεντ Χιθ του Λονδίνου. Μια γυναίκα επιπλήττει τον άντρα της όταν διαπιστώνει ότι αυτός κοιτάζει τα… μπούτια της διπλανής. Ένας άντρας και μια γυναίκα που υπήρξαν ερωτευμένοι στην εφηβεία τους ξανανταμώνουν μετά από πενήντα χρόνια, ένα άλλο ζευγάρι συναντιέται για να υπογράψει το διαζύγιό του, ένα ζευγάρι γκέι ονειρεύεται παιδιά, κάποιοι άλλοι έχουν ραντεβού στα τυφλά, ένας νεαρός επείγεται να βρει γυναίκα και ερωτοτροπεί με οποιαδήποτε βρει μπροστά του…

Με μια ματιά: Ζευγάρια ερωτευμένα, ζευγάρια μαλωμένα, ζευγάρια που ξαναβρίσκονται μετά από χρόνια και άλλα που προσπαθούν τώρα να συνευρεθούν για πρώτη φορά συνθέτουν ένα χαριτωμένο καλειδοσκόπιο των παραδοξοτήτων της σύγχρονης ερωτικής συμπεριφοράς, σε μια ταινία που ακολουθεί την παράδοση των αγγλοσαξονικών κομεντί με τους πνευματώδεις διαλόγους.

Αυτό που μας άρεσε περισσότερο στην ταινία είναι ότι επιδιώκει συνειδητά να εκπλήξει, να αιφνιδιάσει, να ξεφύγει από την πεπατημένη και τα προβλεπόμενα. Κρατάει λοιπόν σοφά πάντα κι από κάποιον άσο στο μανίκι, κάποια τροπή στην πλοκή που να μας παραξενέψει, να μας ξαφνιάσει, να μας κάνει να σκεφτούμε. Το στοιχείο αυτό, σε συνδυασμό με κάποιους από τους διαλόγους – όχι όλους, η ταινία είναι αρκετά άνιση – κάνουν την κομεντί αυτή να χαρακτηρίζεται από μια αρκετά μεγάλη καμπύλη απόσβεσης και να μένει στο μυαλό του θεατή για αρκετό καιρό. Πολύ ενδιαφέρον στοιχείο επίσης αποτελεί η λανθάνουσα, αλλά πανταχού παρούσα σεξουαλικότητα που υφέρπει σε όλες τις ιστορίες. Ο ερωτισμός δεν εκφράζεται μόνο μέσω των διαλόγων, ούτε παρουσιάζεται απλώς ως συναισθηματικό φαινόμενο. Είναι ο σωματικός πόθος αυτός που δίνει πάντα το παρόν, εμμέσως πλην σαφώς, και είναι αυτός που προσδίδει στην ταινία το επιπρόσθετο καρύκευμα που χρειάζεται για να ξεχωρίσει, αλλά και για να αποκτήσει ένα πρόσθετο υλικό βάρος, μια βαρύνουσα σημασία.

Σκηνοθετικά η ταινία καταφέρνει να διατηρεί τη φρεσκάδα της, παρά το κάπως στατικό θέμα της, με μια κάμερα ευέλικτη, αλλά και με μια θαυμάσια αξιοποίηση του φυσικού περιβάλλοντος, που υπερβαίνει την τυποποιημένη εικόνα που έχουμε για ένα πάρκο και υπαινίσσεται την ύπαρξη μιας φύσης σχεδόν ανέγγιχτης από τον πολιτισμό. Ευχάριστη, ανάλαφρη ταινία, που κατορθώνει να υπονοεί πολύ περισσότερα απ’ όσα ρητά λέει.

Αξιολόγηση: ***

25.10.07

ΟΡΓΙΣΜΕΝΗ ΕΦΗΒΕΙΑ


TURNING GREEN

Σκηνοθεσία: Μάικλ Έιμετ, Τζον Χόφμαν
Παίζουν: Ντόναλ Γκάλερι, Τίμοθι Χάτον, Κολμ Μίνεϊ
ΗΠΑ / Ιρλανδία, 2005. Διάρκεια: 85΄
Διανομή:
AudioVisual

Υπόθεση: Ιρλανδία, τέλη δεκαετίας του ’70. Μετά το θάνατο της μητέρας τους, ο πατέρας του δεκαεξάχρονου Τζέιμς και του ενδεκάχρονου Πιτ στέλνει τα δύο αδέλφια από την Αμερική να ζήσουν με τις τρεις ιδιόρρυθμες θείες τους σε μια επαρχιακή κωμόπολη της πατρογονικής Ιρλανδίας. Εκεί ο Τζέιμς περνάει τα γνωστά εφηβικά συμπτώματα: Μοναξιά, σχέδια για φυγή στην αμερικανική γη των ονείρων και άπειρες ώρες στην τουαλέτα, κάτι που οι θείες του ερμηνεύουν σαν σημάδι δυσκοιλιότητας…

Με μια ματιά: Ειρωνική και πνευματώδης ταινία με θέμα την εφηβεία, η οποία στην πραγματικότητα δεν παρουσιάζεται και τόσο οργισμένη όσο μας λέει ο (ελληνικός) τίτλος, αλλά περισσότερο αποστασιοποιημένη, παραιτημένη και καυστική, βασίζεται σε μια σειρά από πανέξυπνα γραμμένες σκηνές, που όμως δεν συναθροίζονται και σε ένα εξίσου ολοκληρωμένο σενάριο. Σκηνοθετική γραμμή από το πρωτοεμφανιζόμενο δίδυμο Έιμετ-Χόφμαν με πολλές φρέσκιες ιδέες, που αξίζουν μία θέαση.

Για τους φαν αυτής της αλλόκοτης περιόδου της ανθρώπινης ζωής που λέγεται εφηβεία, η ταινία είναι must. Το ίδιο και για τους φαν της Ιρλανδίας. Αυτός ο 16χρονος Τζέιμς αναδεικνύεται σε σύμβολο του larger than life εφήβου, που έχει έτοιμο κι από ένα καυστικό σχόλιο για κάθε περίσταση. Και πάνω απ’ όλα για την Ιρλανδία και τον πολιτισμό της, για την οποία αναδεικνύεται σε πραγματικό κόλαφο. Από συλλεκτικές σκηνές άλλο τίποτα. Τι να πρωτοαναφέρουμε; Το οικογενειακό τραπέζι με τις τρεις θείες και τον παπά τον οποίο ο Τζέιμς αποκαλεί με το μικρό του όνομα και τον προειδοποιεί ότι εκπροσωπεί μία νεκρή θρησκεία και ότι σύντομα θα μείνει άνεργος; Τον μικρό αδελφό που δεν μπορεί να προφέρει το σίγμα και βρίσκει από μία υποκατάστατη λέξη για κάθε μία που περιέχει το γράμμα αυτό; Τη σκηνή που η θεία τον «πιάνει στα πράσα»; Τις εξομολογήσεις του; («Δεκαοχτώ φορές, πάτερ». «Δεκατέσσερις φορές, πάτερ». «Από την προηγούμενη φορά, τέκνο μου;» «Όχι, πάτερ. Από την Παρασκευή»). Και βέβαια, σαν καλός Αμερικάνος, ανακαλύπτει το επικερδέστερο εμπόριο: Διακινεί πορνογραφικά περιοδικά στην πουριτανική ιρλανδική επαρχία και πιάνει την καλή. Το πρόβλημα της ταινίας είναι ότι η ιστορία με τα παράνομα στοιχήματα και τους τοπικούς γκάνγκστερ δεν επαρκεί για να κρατήσει το ενδιαφέρον, και στο τέλος ο θεατής απομένει λίγο μετέωρος. Είναι σύντομη ταινία πάντως, και αν λάβουμε υπόψη και τα πρωτότυπα αφηγηματικά ευρήματα - κάνουν διάφορους πειραματισμούς οι σκηνοθέτες, ακόμα και με υποτίτλους που γράφουν άλλα απ’ αυτά που λένε οι ήρωες – μπορούμε να τη θεωρήσουμε σαν μια καλή πρόταση κατ’ οίκον ψυχαγωγίας.

Αξιολόγηση: ***