26.1.06

ΠΑΡΑΝΟΜΗ ΑΔΡΕΝΑΛΙΝΗ


LORDS OF DOGTOWN

Σκηνοθεσία: Κάθριν Χάρντγουικ
Παίζουν: Εμίλ Χιρς, Βίκτορ Ράζουκ, Τζον Ρόμπινσον, Χιθ Λέτζερ
ΗΠΑ, 2005. Διάρκεια: 105΄

Όσοι ξέρουν από skateboard πιθανόν να γνωρίζουν ότι όλοι αυτή η νεανική street culture ξεκίνησε στα μέσα των ’70s από τα παραλιακά προάστια του Λος Άντζελες. Μέχρι τότε το σκέιτμπορντ ήταν ένα μάλλον βαρετό και φλώρικο παιχνίδι, στην ίδια κατηγορία με το γκολφ, το μπάντμινγκτον και το κρίκετ. Η μεταμόρφωσή του σε συναρπαστικό και ολοζώντανο extreme sport συντελέστηκε όταν έπεσε στα χέρια, ή μάλλον στα πόδια, των street gangs των παραλιακών φτωχογειτονιών του L.A., που ασχολούνταν μέχρι τότε κυρίως με το surfing. Την ιστορία αυτών των παιδιών που έφεραν την επανάσταση στο σκέιτμπορντ διηγείται η ταινία της Κάθριν Χάρντγουικ. Πρόκειται για μια ταινία που πάλλεται από το ρυθμό της κουλτούρας των δρόμων, γεμάτη με την αδρεναλίνη των πρώτων, ηρωικών skaters και τα σκιρτήματα της εφηβικής τους καρδιάς. Όπως και στην πρώτη της ταινία, το «Δεκατρία» (Thirteen) η Χάρντγουικ υιοθετεί ένα ντοκιμαντερίστικο στιλ, με πλάνα από τις εντυπωσιακές φιγούρες των skaters που πραγματικά σε βάζουν μέσα στη δράση, γρήγορο μοντάζ και επεισοδιακή δομή, που μοιάζει πολύ περισσότερο με τον αποσπασματικό χαρακτήρα της πραγματικής ζωής, σε σχέση με την κλασσική δραματουργία. Στα μείον της ταινίας συγκαταλέγονται κάποια προβλήματα στην ανάπτυξη των χαρακτήρων, κι αυτά όμως υποσκελίζονται από τις εντυπωσιακά νατουραλιστικές ερμηνείες των τριών νεαρών πρωταγωνιστών, οι οποίοι ενσαρκώνουν πειστικότατα τους τρεις θρύλους της φτωχογειτονιάς της Dogtown, τον Τόνι Άλβα, τον Τζέι Άνταμς και τον Στέισι Περάλτα, ο οποίος μάλιστα έχει γράψει και το σενάριο. Στα extras του dvd μπορεί κανείς ακόμη να βρει ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον making of, με σκηνές από τα εξαιρετικά κοπιώδη γυρίσματα της δράσης. Οι τρεις νεαροί ηθοποιοί μαθήτευσαν δίπλα στους πραγματικούς skaters που ενσαρκώνουν, προπονήθηκαν στην τέχνη τους και έμαθαν πολύ καλό σκέιτμπορντ. Χρησιμοποιήθηκαν βέβαια και επαγγελματίες stunts, σημειώθηκαν μάλιστα και τραυματισμοί, τους οποίους μπορείτε να δείτε. Υπάρχει και commentary της σκηνοθέτιδας, καθώς και κομμένες σκηνές. Συνολικά μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα δουλειά. Σημειώνεται ότι της ταινίας αυτής προηγήθηκε το 2001 ένα ντοκιμαντέρ με το ίδιο ακριβώς θέμα, που γύρισε μόνος τους ο Περάλτα, με τίτλο Dogtown and the Z-Boys. Οι φανς του είδους αξίζει τον κόπο να ψάξουν να το βρουν.

ΒΑΘΜΟΣ: ****

(δημοσιεύτηκε στον εξώστη, τεύχος 718)

12.1.06

ΤΟ ΣΕΞ ΠΟΥΛΑΕΙ

SEX SELLS: THE MAKING OF TOUCHE

Σκηνοθεσία: Τζόναθαν Λίμπερτ
Παίζουν: Μαρκ Ντε Κάρλο, Τζέι Μάικλ Φέργκιουσον, Πρισίλα Μπαρνς, Λίζα Τζέι
ΗΠΑ, 2005. Διάρκεια: 95΄

Το σεξ πουλάει; Στα σίγουρα, οπότε κάπως έτσι ελπίζει να πουλήσει και η περί ου ο λόγος ταινία. Θα πρέπει όμως να σας προειδοποιήσουμε: Παρότι εξελίσσεται στα γυρίσματα μιας πορνοταινίας, υπάρχει πολύ λίγο σεξ στο Sex Sells, όπως εξίσου πενιχρό είναι και το φως που ρίχνει στη βιομηχανία του πορνό. Θα λέγαμε πως η ταινία ασχολείται μεν αρκετά με το πορνό, πρόκειται όμως για έναν φανταστικό και σαφώς εξιδανικευμένο πορνο-κόσμο, που θυμίζει ίσως τα χρόνια της αθωότητας του είδους, εκεί στα '70s. Ο ρομαντικός παραγωγός που δεν φείδεται χρόνου και χρήματος προκειμένου να εκπληρώσει το όραμά του, οι σταρ, όλοι τους μια αγαπημένοι παρέα που πιστεύει στην υψηλή τέχνη του ηθοποιού, τα πολύπλοκα σενάρια που γυρίζονται απαραιτήτως σε φιλμ. Σχηματικές καταστάσεις, που σχεδόν “αγιογραφούν” την βιομηχανία του πορνό. Πρόκειται λοιπόν για ένα ψευδοντοκιμαντέρ με τα όλα του. Παριστάνει πως είναι ντοκιμαντέρ, όπως επίσης παριστάνει πως αναπλάθει τον κόσμο του πορνό, ενώ στην πραγματικότητα είναι μια ταινία μυθοπλασίας γύρω από έναν ανύπαρκτο κόσμο. Ενδιαφέρον σαν φόρμα, οι δημιουργοί όμως του Sex Sells καθιστούν γρήγορα σαφές ότι δεν τους ενδιαφέρουν και τόσο οι στιλιστικοί πειραματισμοί. Η ταινία τους δεν είναι παρά μια χαλαρή συρραφή από στιγμιότυπα, άλλα λιγότερο κι άλλα περισσότερο πετυχημένα, όμως όλα σχεδόν στοχεύουν να αποσπάσουν το γέλιο μας, ή τέλος πάντων το χαμόγελό μας. Ούτε τολμηρή ερωτική ταινία, λοιπόν, ούτε ντοκιμαντέρ, ή ψευδοντοκιμαντέρ για το πορνό. Το Sex Sells είναι μια χαμηλών φιλοδοξιών κωμωδία μ' ένα μάλλον χοντρό, αμερικανικού τύπου χιούμορ. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν διαθέτει και μερικές δυνατές σκηνές· το απόσπασμα από τον... “Πόλεμο των Άστροπούτανων” (Star Whores) είναι σκηνή ανθολογίας, ενώ πολύ γέλιο έχει και η αποκάλυψη των προσόντων του πορνοστάρ με το όργανο του... ενός μέτρου. Γενικά όμως την ταινία αν τη δει κανείς μόνος του θα βαρεθεί· χρειάζεται την συνεπικουρία μιας χαβαλεδιάρικης παρέας και μερικές μπύρες για να εγγυηθούν τη διασκέδασή του.

ΒΑΘΜΟΣ: **

(δημοσιεύτηκε στον εξώστη, τεύχος 716)

24.11.03

ΣΧΕΔΟΝ ΔΙΑΣΗΜΟΙ


ALMOST FAMOUS

Σκηνοθεσία: Κάμερον Κρόου

Παίζουν: Μπίλι Κράνταπ, Κέιτ Χάντσον, Φράνσις Μακ Ντόρμαντ

Ένα νοσταλγικό ταξίδι στις αρχές της δεκαετίας του ’70 γεμάτο χρώματα, μουσικές, συναισθήματα. Οδηγός μας ένας δεκαπεντάχρονος έφηβος, ο οποίος, στο άγουρο ξεκίνημα της δημοσιογραφικής του καριέρας ως μουσικοκριτικός, ακολουθεί την περιοδεία ενός ανερχόμενου ροκ συγκροτήματος.

Μια ταινία που δεν πρόκειται να απογοητεύσει όσους επιζητούν το σκοτάδι της κινηματογραφικής αίθουσας για να νιώσουν την υπέρτατη νοσταλγία: τη νοσταλγία γι’ αυτό που ποτέ δεν έζησαν. Γιατί εκεί όπου η πραγματικότητα υποκαθίσταται από την αναπαράσταση της πραγματικότητας, η νοσταλγία προσλαμβάνει τη βαθύτερη σημασία της. Και δεν υπάρχει προνομιακότερο πεδίο έκφρασης του μεταμοντέρνου αυτού συναισθήματος από μια κλασική χολιγουντιανή ταινία σκηνοθετημένη με μαεστρία από ένα σύγχρονο μάγο, έναν άνθρωπο που εγκατέλειψε τη δημοσιογραφία, την έλλογη αναζήτηση της αλήθειας, για τα αμπρα-κατάμπρα της κινούμενης εικόνας.

Το Σχεδόν διάσημοι είναι λοιπόν το αποκύημα της νοσηρότερης εξορίας: της εξορίας από την πραγματικότητα. Το αφηγηματικό μοντέλο και η αναπαραστατική πολιτική που επέλεξε ο βιρτουόζος Κάμερον Κρόου είναι μεν άριστα για τη δημιουργία ψευδαισθήσεων, ακατάλληλα δε για την άρθρωση ενός λόγου αλήθειας. Ο ίδιος το γνωρίζει. Και ανάγει την αναζήτηση της αλήθειας σε κυρίαρχη προβληματική του. Ο ήρωάς του κοιτάζει γύρω του με βλέμμα πεινασμένο για αλήθεια. Με βουλημία αναζητεί κάτι πίσω από τον «ψεύτικο κόσμο του ροκ» που να είναι αληθινό. Ένα βλέμμα, ένα χαμόγελο, μια κουβέντα. Σύμβολο δε της αναζήτησης αυτής αποτελεί η παρουσία της Κέιτ Χάντσον, η οποία, από την αφίσα ήδη της ταινίας, μας καλεί στην υπέρτατη αναζήτηση της εποχής μας: στην αναζήτηση κάποιας αλήθειας πίσω από την εικόνα, του «είναι» πίσω από το «φαίνεσθαι».

***

24.12.02

ΤΟ ΚΛΑΜΑ ΒΓΗΚΕ ΑΠ’ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ


Σκηνοθεσία: Μιχάλης Ρέππας, Θανάσης Παπαθανασίου

Παίζουν: Άννα Παναγιωτοπούλου, Μίρκα Παπακωνσταντίνου, Μαρία Καβογιάννη, Τάσος Χαλκιάς

Κάνοντας ένα μεγάλο βήμα μπροστά σε σχέση με το Safe Sex, οι Ρέππας-Παπαθανασίου εγκαταλείπουν την πεζή τηλεοπτική αισθητική της πρώτης τους ταινίας, και επιχειρούν να αφομοιώσουν δημιουργικά μια σειρά από πολύπλοκους αισθητικούς κώδικες, συνθέτοντας ένα σαφώς πιο απαιτητικό έργο. Το κλάμα βγήκε απ’ τον Παράδεισο δε βασίζεται ούτε στην πλάκα, ούτε στο απλό λεκτικό χιούμορ, όπως το Safe Sex. Χρησιμοποιεί αντίθετα πολλαπλά διαστρωματωμένες συνθέσεις από παρελθόντες, αλλά και τωρινούς κώδικες παραγωγής νοήματος, για να προβεί σε μια φρέσκια, ευχάριστη, και ενίοτε βαθυστόχαστη επανεπεξεργασία του εθνικού μας παρελθόντος.

Συγκεκριμένα, είναι ένα πρωτότυπο κωμικό μιούζικαλ το οποίο διηγείται κατά κάποιον τρόπο ολόκληρη την ιστορία του ελληνικού κινηματογραφικού μελοδράματος, από την εποχή της «φουστανέλας» μέχρι το Νίκο Φώσκολο. Μια ιστορία παράλληλη με αυτή την ίδια την ιστορία της νεοελληνικής κοινωνίας. Αναμιγνύοντας τους κώδικες των ταινιών εκείνων με σύγχρονους κινηματογραφικούς κώδικες, τους χαρακτήρες τους με πρωταγωνιστές του σημερινού τηλεοπτικού πάνθεου, τη γλώσσα των ηρώων τού τότε με τη σημερινή καθομιλουμένη, την αισθητική τού τότε και του σήμερα, οι Ρέππας-Παπαθανασίου καταφέρνουν να δημιουργήσουν όχι μόνο κωμικά αποτελέσματα, αλλά και έξυπνα σχόλια τόσο για την ίδια την εποχή εκείνη, όσο και για τη σχέση μας μ’ αυτή.

Τελικά, με το εγχείρημά τους μας προσφέρουν όχι μόνο ένα ευχάριστο δίωρο, αλλά και μια θαυμάσια ευκαιρία να επανατοποθετηθούμε απέναντι στο ιστορικό και πολιτιστικό μας παρελθόν. Αν η ταινία τους δεν αριστεύει, αυτό ίσως οφείλεται στο ότι ο προϋπολογισμός της μάλλον δεν ήταν όσο υψηλός θα έπρεπε προκειμένου να αναδείξει το πλήρες δυναμικό της, καθώς και στο ότι η μουσική και τα τραγούδια δε γράφτηκαν με την ίδια επιμέλεια και έμπνευση που φτιάχτηκε η ταινία.

***

ΑΜΕΛΙ


LE FABULEUX DESTIN D’ AMELIE POULAIN

Σκηνοθεσία: Ζαν-Πιερ Ζενέ

Παίζουν: Οντρί Τατού, Ματιέ Κασοβίτς, Ντομινίκ Πινιόν

Μια από τις πιο ευχάριστες και αναπάντεχες εκπλήξεις της φετινής χρονιάς, η Αμελί εφόρμησε στις αίθουσες της πόλης μας για να διατρανώσει ότι ο κινηματογράφος μπορεί ακόμη να είναι πρωτότυπος και να μας υπενθυμίσει την αξία και τη σημασία της δημιουργικής φαντασίας στη ζωή μας.

Κατ’ αρχήν η νεαρή Αμελί Πουλέν, με το βίο και της περιπέτειες της οποίας ασχολείται η ταινία, αποτελεί μια από τις πλέον συμπαθείς και αξιομνημόνευτες ηρωίδες των τελευταίων χρόνων. Το χαρακτηριστικό παρουσιαστικό της, σε συνδυασμό με τη διεισδυτική σκιαγράφηση της ψυχολογίας της και τη στιλάτη ματιά στην προσωπική της ζωή που μας προσφέρει η ταινία, συνθέτουν ένα άκρως πετυχημένο κινηματογραφικό πορτρέτο.

Το σπουδαιότερο όμως στοιχείο της ταινίας βρίσκεται στον τρόπο που αφηγείται τις περιπέτειες της Αμελί και προβάλει τον υποκειμενικό της κόσμο. Είναι τόσο ευφάνταστα τα ευρήματα, τόσο πρωτότυπες οι ιδέες και τα τεχνάσματα που μετέρχεται για να διηγηθεί την ιστορία της η ταινία, αλλά και τόσο ιδιαίτερο, ξεχωριστό, ατμοσφαιρικό το περιβάλλον μέσα στο οποίο την τοποθετεί, που πραγματικά πείθει και τον πλέον πεζό και άμουσο θεατή για την αξία της φαντασίας στην καθημερινή μας ζωή. Καθένας από εμάς διαθέτει μέσα του τη δύναμη να μεταπλάθει κατά βούληση την εξωτερική πραγματικότητα που βιώνει. Αυτή η δύναμη, που συχνά λησμονούμε, είναι ο δεύτερος πρωταγωνιστής της ταινίας, μαζί με την Αμελί Πουλέν. «Η φαντασία στην εξουσία» λοιπόν, σε μια από τις σημαντικότερες ταινίες της χρονιάς.

****

24.11.02

ΜΕΓΑΛΕ ΤΙ ΚΑΝΑΜΕ ΧΘΕΣ ΒΡΑΔΥ


DUDE WHERE IS MY CAR

Σκηνοθεσία: Ντάνι Λάινερ

Παίζουν: Άστον Κάτσερ, Σον Γουίλιαμ Σκοτ, Τζένιφερ Γκάρνερ

Αν σκοπεύεις να δεις ταινία σε πολυκινηματογράφο, είναι μάλλον μάταιο να διαλέξεις ταινία με «υψηλά καλλιτεχνικά» κριτήρια. Αντιθέτως είναι πρακτικότερο, αλλά και ωριμότερο, να επιλέξεις κάτι που θα ταιριάζει καλύτερα με τη μουσική της Jennifer Lopez, τις διαφημίσεις του Σάκη (του Ρουβά, καλέ…) και τα εντυπωσιακά «προσεχώς» που παίζονται πριν το κυρίως έργο. Να δεις μια ταινία που δε θα σε χαλάει αν οι διπλανοί σου χαχανίζουν όλη την ώρα άνευ λόγου και αιτίας, αν ο παραδιπλανός μασουλάει πατατάκια (και τι έγινε; Χαβαλέ ταινία βλέπεις, όχι τη Σιωπή του Μπέργκμαν…), ή αν ακόμα σου στείλουν μήνυμα στο κινητό πάνω στην πιο κρίσιμη σκηνή και θες οπωσδήποτε ν’ απαντήσεις. Μια ταινία που να αφομοιώνει οργανικά όλ’ αυτά τα συμπτώματα του μαζικού πολιτισμού μας μέσα στην όλη εμπειρία που λέγεται «πάω (πολύ)κινηματογράφο», απλούστατα γιατί και η ίδια θα αποτελεί προϊόν του.

Κατόπιν αυτών, μην σας εκπλήσσει που σας συστήνω το Dude. Πρόκειται για ένα πολύ ανάλαφρο, αρκετά διασκεδαστικό, κάπως αποσπασματικό και τελείως άρρυθμο ταξίδι στον κόσμο της μαζικής κουλτούρας. Οι δύο συμπαθέστατοι και παντελώς ηλίθιοι «μάγκες» που πρωταγωνιστούν, μας ξεναγούν σ’ έναν πλαστό κόσμο γεμάτο αναφορές σε άλλες ταινίες, τηλεοπτικές σειρές, διαφημίσεις, κόμικς, κομπιουτεροπαίχνιδα και άλλα τινά υποπροϊόντα των μεταμοντέρνων καιρών μας. Αποτέλεσμα, ένα… Memento από την ανάποδη, καθώς οι μάγκες μας προσπαθούν να θυμηθούν τι στην ευχή κάναν χθες το βράδυ, να αποκτήσουν δηλαδή ένα παρελθόν, μια ιστορία, και συνεπώς μια ταυτότητα. Πράγμα δύσκολο όχι μόνο γι’ αυτούς, αλλά και για όλους εμάς, που ζούμε σ’ έναν κόσμο τόσο ραγδαία μεταβαλλόμενο, τόσο υπερφορτωμένο με πληροφορίες κι ερεθίσματα και τόσο συνεπαρμένο από την επιφάνεια των πραγμάτων, από το «φαίνεσθαι», ώστε κοντεύουμε να νομίσουμε ότι ολόκληρη η ζωή μας ξαναρχίζει απ’ την αρχή κάθε φορά που… αλλάζουμε κούρεμα!

**

ΜΕΜΕΝΤΟ


Σκηνοθεσία: Κρίστοφερ Νόλαν

Παίζουν: Γκάι Πιρς, Κάρι Αν Μος, Τζο Παντολιάνο

Ένα χέρι κουνά μια στιγμιαία φωτογραφία στον αέρα προκειμένου να επιταχύνει την εμφάνισή της. Όμως αυτή, αντί να γίνεται ευκρινέστερη, ολοένα και θολώνει. Παράδοξο; Στο επόμενο πλάνο ένα πιστόλι ίπταται για να βρεθεί στο χέρι του ήρωα. Επίδραση ανεξιχνίαστων μαγνητικών δυνάμεων; Όχι. Απλώς ένα παμπάλαιο αλλά λησμονημένο κινηματογραφικό τρικ, η προβολή του φιλμ κατ’ αντίστροφη φορά. Μια αποτελεσματική μέθοδος αποξένωσης από το γνωστό και αυτονόητο, ένα κάλεσμα να δούμε το καθημερινό και το συνηθισμένο ως ανοίκειο. Αυτή είναι η έναρξη μιας από τις συναρπαστικότερες και ευφυέστερες ταινίες των τελευταίων χρόνων. Ακολουθεί ένα ταξίδι προς τα πίσω στο χρόνο, ταξίδι εξιχνίασης και αυτοανακάλυψης. Το Memento (ελληνιστί «ενθύμιο») μας βγάζει από την παραδοσιακή γραμμική αντίληψη του χρόνου, θολώνει την αντίληψή μας για αυτό που συνηθίσαμε να θεωρούμε πραγματικό και μας εμπλέκει σ’ ένα άκρως ελκυστικό και γοητευτικό παιχνίδι ανασύνθεσης των ψηφίδων που συνθέτουν το γρίφο του παρελθόντος του ήρωα, ο οποίος, μετά από το επεισόδιο που τον άφησε αναίσθητο δίπλα στο πτώμα της δολοφονημένης γυναίκας του, υποφέρει από ένα σπάνιο είδος αμνησίας, με αποτέλεσμα να θυμάται μόνο τα γεγονότα των τελευταίων λεπτών και τα όσα προηγήθηκαν του ατυχήματός του. Η ταινία εκμεταλλεύεται το καταπληκτικό της σεναριακό εύρημα με κάθε τρόπο, καταφέρνοντας να κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή αλλά και να γεννά πλήθος φιλοσοφικών προβληματισμών πάνω στο τι συνιστά την έννοια της πραγματικότητας και της προσωπικής ταυτότητας. Τέλος, ένα καταπληκτικό φινάλε βάζει την τελευταία πινελιά σ’ αυτή τη σπουδαία φετινή έκπληξη.

***

Ο ΝΑΥΑΓΟΣ



CAST AWAY

Σκηνοθεσία: Ρόμπερτ Ζεμέκις

Παίζουν: Τομ Χανκς, Έλεν Χαντ

Ίσως το θέμα της επιβίωσης σ’ ένα ερημονήσι να ακούγεται βαρετό, όμως ο Ναυαγός καταφέρνει να είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα ταινία, όχι μόνο χάρη στην ηθοποιία του Τομ Χανκς, αλλά και εξαιτίας των προβληματισμών που θέτει.

Το πρώτο τμήμα ασχολείται με την πρωτύτερη ζωή του ήρωα, πασχίζοντας να δώσει ένα τυπικό πορτρέτο του σύγχρονου τρόπου ζωής. Η παγκόσμια κυριαρχία της ελεύθερης αγοράς, η πίστη στην ιδεολογία της επιχείρησης, η μόνιμη έλλειψη χρόνου, η μονογαμική σχέση, είναι όλα εκεί. Η ενότητα κλείνει μ’ ένα θαυμάσια κινηματογραφημένο αεροπορικό ατύχημα, σύμβολο μιας εποχής άγριου εμπορικού ανταγωνισμού, οικονομικοκοινωνικής απορρύθμισης και πάση θυσία συμπίεσης των χωροχρονικών αποστάσεων.

Το ατύχημα οδηγεί τον Τομ Χανκς στο ερημονήσι όπου θα περάσει τις επόμενες χίλιες πεντακόσιες μέρες της ζωής του, δίνοντας την ευκαιρία στην ταινία να θέσει μια σειρά από ζητήματα πάνω στο δίπολο φύση – πολιτισμός. Από αυτά ξεχωρίζουμε την επανανακάλυψη της συγκεκριμένης σκέψης ως εργαλείο επίλυσης απλών, μα ζωτικών προβλημάτων. Πώς ανάβει μια φωτιά; Πώς σπάει μια σκληρή καρύδα; Πώς μπορεί κανείς να πιάσει ψάρια; Ενώ η κοινωνία μας διδάσκει την ανωτερότητα της αφηρημένης σκέψης, με την οποία παράγουμε ιδεολογία προς δικαιολόγηση πολιτισμικών αξιών όπως η έγκαιρη παράδοση ενός πακέτου, είναι η ικανότητα για συγκεκριμένη σκέψη αυτή που επέτρεψε στο ανθρώπινο είδος να επιβιώσει. Φυσικά ο Ναυαγός, όσα μαθήματα και να παίρνει από τη φύση, παραμένει προσκολλημένος στις αξίες του πολιτισμού του: Τελευταία σκηνή της ταινίας δεν είναι άλλη απ’ αυτή της παράδοσης του δέματος.

***

23.11.02

ΤRAFFIC



Σκηνοθεσία: Στίβεν Σόντερμπεργκ

Παίζουν: Μάικλ Ντάγκλας, Μπενίσιο Ντελ Τόρο, Ντον Τσιντλ, Κάθριν Ζέτα-Τζόουνς, Ντένις Κουέιντ

Τα φώτα σβήνουν. Αρχίζει το Τράφικ, εκ των φαβορί για τα Όσκαρ. Σκηνή πρώτη: Κάποια σύλληψη εμπόρων ναρκωτικών στο Μεξικό, κοντά στα σύνορα με τις ΗΠΑ. Υποτονικοί ρυθμοί, δράση φτωχή, διάλογοι στην τοπική γλώσσα χωρίς τίποτα το ιδιαίτερο ή πρωτότυπο, απουσία χρωμάτων, επικρατεί ένας διάχυτος κίτρινος τόνος. Τα λεπτά περνάνε, βυθιζόμαστε στις θέσεις μας, κάπως σαν να είμαστε ξαπλωμένοι στο κρεβάτι και βλέπουμε τηλεόραση λίγο πριν μας πάρει ο ύπνος. Σκηνή δεύτερη. Μεταφερόμαστε σε μια αίθουσα δικαστηρίου στις ΗΠΑ. Ο Μάικλ Ντάγκλας δικάζει έναν έμπορο ναρκωτικών. Κάμερα στατική, αργή εναλλαγή πλάνων, λόγος στομφώδης, έντονο κοντράστ χρωμάτων. Μήπως τελικά βλέπουμε όντως τηλεόραση; Όχι, λείπει το τηλεκοντρόλ… Αναγκαστικά συνεχίζουμε την παρακολούθηση. Πλήθος ηρώων παρελαύνουν μπροστά από τα νυσταγμένα μάτια μας. Οι περισσότεροι δεν έχουν παρά ένα και μόνο χαρακτηριστικό: είναι απηνείς διώκτες των εμπόρων ναρκωτικών. Θα χρειαστούμε πάνω από μια ώρα για να αρχίσουμε να συμπάσχουμε κάπως με κάποιους από αυτούς. Και θα απαιτηθούν τελικά δύο ώρες και εικοσιεπτά λεπτά για να καταλήξουμε εκεί όπου ένα τέτοιο προβλέψιμο θέαμα ήταν μοιραίο να μας οδηγήσει. Στο προβλέψιμο συμπέρασμα ότι η κατασταλτική πολιτική δεν αποδίδει και μόνη λύση είναι η εσωτερική θωράκιση δια της επιστροφής στις πατροπαράδοτες αξίες: Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια. Βλέπω τα Όσκαρ να έρχονται.

**