14.9.07

DAISY


Σκηνοθεσία:
Wai Keung Lau
Παίζουν:
Woo-sung Jung, Gianna Jun, Sung-jae Lee
Κορέα, 2006. Διάρκεια: 100΄.
Odeon.

Υπόθεση: Νεαρή κορεάτισα ζωγράφος, που βγάζει τα προς το ζειν σχεδιάζοντας πορτρέτα σε κεντρική πλατεία του Άμστερνταμ, ερωτεύεται έναν πελάτη της κορεάτη αστυνομικό, νομίζοντας πως αυτός είναι ο μυστηριώδης άγνωστος που της στέλνει καθημερινά λουλούδια. Στην πραγματικότητα όμως, τα λουλούδια στέλνει έτερος ομοεθνής της, ένας επαγγελματίας δολοφόνος ο οποίος είναι κρυφά ερωτευμένος μαζί της…

Με μια ματιά: Συνδυάζοντας τα κινηματογραφικά είδη του κορεατικού ρομαντικού μελοδράματος και της αστυνομικής περιπέτειας του Χονγκ-Κονγκ, η Daisy, που θα μπορούσε να μεταφραστεί ως «Μαργαρίτες», καταπιάνεται με όλο της το πείσμα και το πάθος με το προαιώνιο θέμα του απόλυτου έρωτα και το εγγενώς αδύνατο της πραγμάτωσής του. Αποτέλεσμα μια ταινία συγκινητική, ρεμβαστική, οπτικά όμορφη και αθεράπευτα ρομαντική.

Ο έρωτας συγκαταλέγεται στα ιδανικά, κι όπως κάθε ιδανικό είναι αδύνατο να πραγματωθεί σε όλη του την πληρότητα στον ατελή, υλικό κόσμο που ζούμε. Το αποτέλεσμα είναι να απωθείται στα βάθη του ασυνειδήτου, προκειμένου να μην μας ενοχλεί στην διεκπεραίωση της πεζής καθημερινότητάς μας, για να ανασυρθεί στη συνέχεια από φιλόδοξους καλλιτέχνες που τον μετουσιώνουν σε καλλιτεχνική δημιουργία η οποία μας υπενθυμίζει τον χαμένο αυτό παράδεισο. Κι απ’ όλες τις τέχνες, η καταλληλότερη ίσως για να εκφράσει το Απόλυτο του έρωτα είναι ο κινηματογράφος. Όπως ο έρωτας, έτσι κι ο κινηματογράφος μοιάζει με όνειρο. Όπως ο έρωτας, έτσι κι ο κινηματογράφος δεν αποτελεί παρά έναν μηχανισμό εξιδανίκευσης. Όπως στον έρωτα, έτσι και στον κινηματογράφο, κάποια στιγμή πέφτουν οι τίτλοι του τέλους, για να απομείνουμε και πάλι μόνοι, να αναλογιζόμαστε την ελλειμματική μας φύση. Όλα αυτά τα στοιχεία αξιοποιεί η ταινία που σας παρουσιάζουμε σήμερα, η οποία οικοδομείται έτσι πάνω στο στέρεο υλικό μιας αμιγούς τραγωδίας. Μιας τραγωδίας που ξετυλίγεται αργά, ατμοσφαιρικά, υπό τους ήχους ενός θαυμάσιου, μελωδικού σάουντρακ. Αξιόλογη δουλειά, συνδυάζει μια αρκετά σύνθετη αφηγηματική τεχνοτροπία απωανατολίτικου τύπου με μια φολκλορική ολλανδική τοπιογραφία η οποία παραπέμπει άμεσα στην εξίσου ευρωπαϊκή ιδέα του ρομαντικού έρωτα.

ΒΑΘΜΟΣ: ***

5.7.07

ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ… ΓΙΑ ΚΛΑΜΑΤΑ


CLERKS 2

Σκηνοθεσία: Κέβιν Σμιθ
Παίζουν: Μπράιαν Ο’ Χάλοραν, Τζεφ Άντερσον, Τζέισον Μιουζ, Κέβιν Σμιθ, Ροζάριο Ντόσον
ΗΠΑ, 2006. Διάρκεια: 97΄

Δεκατρία χρόνια μετά το Clerks, το ασπρόμαυρο εκείνο, ultra-low-budget ταινιάκι που τον εκτόξευσε με τη μία σε θέση περίοπτη στο πάνθεο του κινήματος του Αμερικάνικου Ανεξάρτητου Κινηματογράφου, ο Κέβιν Σμιθ επανέρχεται με τούτο το sequel στον Ντάντε και τον Ράνταλ, τους δυο υπαλληλάκους ενός παντοπωλείου του New Jersey, που αυτή τη φορά πιάνουν δουλειά στο φαστφουντάδικο Moobys, μαζί με τον νεαρό χριστιανόπληκτο και φανατικό της τριλογίας των Lords of the Rings Ελίας και την αφεντικίνα τους, κρυφό έρωτα του Ντάντε, την Μπέκυ.

Η ταινία βασίζεται στα ίδια χαρακτηριστικά που έκαναν και το πρώτο Clerks να ξεχωρίσει, δηλαδή τους καλογραμμένους διαλόγους που βρίθουν με αστείες ατάκες και ευφυολογήματα γύρω από την μαζική κουλτούρα, το σκατολογικό χιούμορ, τη γνωστή πλειάδα κωμικών χαρακτήρων που μοιάζει βγαλμένη από κάποιο κόμικ ή κάποια σουρεάλ τηλεοπτική σειρά, το παρεΐστικο κλίμα, καθώς και τη νοσταλγία για τη χαμένη αθωότητα της παιδικής ηλικίας. Σίγουρα είναι αδύνατο να καταλάβει και να εκτιμήσει κανείς σε όλη της την πληρότητα αυτή την ταινία αν δεν έχει δει το original, από την άλλη, όμως, θα ήταν άδικο να μην παρατηρήσουμε ότι, ακόμα και για τους άσχετους με το φιλμικό σύμπαν του Κέβιν Σμιθ, πρόκειται για μια αρκετά αστεία και έξυπνη κωμωδία, σε εποχές μάλιστα που οι καλές κωμικές ταινίες σπανίζουν.

Ο Σμιθ διαχειρίζεται έξυπνα την υπόθεση “sequel”, αποφεύγοντας μια νεκρανάσταση των αρχικών «Υπαλλήλων», και αφομοιώνοντας θεματικά τα δεκατρία χρόνια που πέρασαν. Οι ήρωες έχουν μεγαλώσει, προσπαθούν ακόμα να συμβιβαστούν με την ιδέα του χρόνου που περνά και χάνεται, με τις μεγάλες αποφάσεις που, όσο κι αν τις αναβάλλουν, κάποια στιγμή στη ζωή θα πρέπει να τις πάρουν, και πίσω απ’ όλη την ατέρμονη φλυαρία τους περί Starwars και Lords of the Rings, Άννας Φρανκ και Έλεν Κέλερ, ρατσιστικών στερεοτύπων και εκφράσεων που μειώνουν τους μαύρους, διαγράφεται με σαφήνεια πλέον μια απόπειρα απόδρασης από τις πιεστικές αυτές πραγματικότητες της ζωής. Με τον τρόπο αυτό, η μαζική κουλτούρα, οι ταινίες, τα κόμικς και οι τηλεοπτικές σειρές μετατρέπονται για τις εμβληματικές αυτές μορφές της γενιάς των slacker σε καταφύγια διαφυγής από όλα εκείνα τα δυσάρεστα στα οποία πρέπει να αντεπεξέλθει κανείς προκειμένου να ενηλικιωθεί.

Έξυπνο το concept, ο χειρισμός σωστός και συνεκτικός, το χιούμορ σε γενναιόδωρες δόσεις, τι άλλο να ζητήσει κανείς εν μέσω καύσωνα από ένα dvd; Καλό καλοκαίρι σε όλους!

ΒΑΘΜΟΣ: ***

22.6.07

Η ΠΕΝΑ ΤΟΥ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟΥ


TENACIOUS D IN THE PICK OF DESTINY

Σκηνοθεσία: Λίαμ Λιντς
Παίζουν: Τζακ Μπλακ, Κάιλ Γκας, Τζ.Ρ. Ριντ, Τρόι Τζεντάιλ
ΗΠΑ, 2006. Διάρκεια: 90΄

Υπόθεση: Ο Τζακ Μπλακ και ο Κάιλ Γκας διηγούνται σ’ αυτό το ροκ μιούζικαλ την ιστορία του συγκροτήματός τους, των Tenacious D, και μας παρουσιάζουν την πρώτη τους περιπέτεια, την αναζήτηση της θρυλικής μαγικής Πένας του Πεπρωμένου, που οδηγεί τον κάτοχό της στο απόλυτο ροκ σουξέ.

Ο γνωστός ηθοποιός Τζακ Μπλακ (High Fidelity, School of Rock) έχει ήδη από το 1993 μια ροκ μπάντα, μαζί με τον Κάιλ Γκας. Την λένε Tenacious D. Το 1997 πρωταγωνίστησε σε μια αρκετά πετυχημένη σειρά στο αμερικάνικο τηλεοπτικό δίκτυο ΗΒΟ. Δέκα χρόνια αργότερα η ώρα για την μπάντα έχει φτάσει, να βγάλει και την πρώτη της ταινία, η οποία δεν μπορεί παρά να κινείται στο καλτ νεανικό ροκ ύφος που έχουν καθιερώσει τόσο οι Tenacious D, όσο και ο ίδιος ο Τζακ Μπλακ προσωπικά. Πρόκειται για μια ταινία πολύ ροκ, χαβαλεδιάρικη, αστεία και άκρως σινεφιλική, που αποπνέει μια ατμόσφαιρα παρεΐστικη κι ανάλαφρη. Ξεκινά με μια εξαιρετική σκηνή – αναφορά στο Tommy, με έναν καταπληκτικό δεκατριάχρονο να σολάρει ως έφηβος Τζακ Μπλακ και τον Meat Loaf να τον δέρνει και να του βγάζει ένα πατρικό κήρυγμα – πάντα τραγουδιστά. Αργότερα, η αφίσα του Dio που έχει ο νεαρός στο δωμάτιό του ζωντανεύει, και ο Dio, με σάρκα και οστά, σε ένα δυνατό σόλο τον ξορκίζει να το σκάσει από το σπίτι του και να φτιάξει τη δική του ροκ μπάντα: “Now go my son and rock”. Υπάρχουν κι άλλες δυνατές σκηνές στην ταινία, άλλοτε με guest appearances, όπως του καταπληκτικού Μπεν Στίλερ σε ρόλο ιδιοκτήτη καταστήματος ειδών ροκ και του Τιμ Ρόμπινς σε ρόλο απόκληρου παλιού ροκά, κι άλλοτε με αναφορές σε ταινίες, όπως στο Κουρδιστό Πορτοκάλι και το Mission Impossible. Αν και δεν πρόκειται ούτε ακριβώς για μιούζικαλ, ούτε για κωμωδία, υπάρχουν αρκετές και αξιόλογες τραγουδιστικές σκηνές, όπως και διάσπαρτες κωμικές στιγμές, όπως για παράδειγμα οι «πεοκάμψεις» που διδάσκει ο Κάιλ Γκας στον Τζακ Μπλακ και ο τρόπος που αυτός θα τις χρησιμοποιήσει αργότερα. Η παραγωγή είναι αρκετά πλούσια, με ευφάνταστα γραφικά, αυτοκινητοκυνηγητά και μπόλικα ειδικά εφέ, ενώ η διάρκεια είναι τόση όση πρέπει για να μη μειώνεται το ενδιαφέρον ούτε στιγμή. Πολύ αξιόλογη ταινία για το νεανικό, ροκ κοινό, η οποία συνοδεύεται μάλιστα και από αρκετά extras, σχόλια των πρωταγωνιστών και του σκηνοθέτη, πολύ ενδιαφέρον making of και κομμένες σκηνές.

ΒΑΘΜΟΣ: ***

(δημοσιεύτηκε στον εξώστη, τεύχος 778)

14.6.07

Η ΜΕΓΑΛΗ ΣΤΙΓΜΗ ΤΟΥ ΡΟΜΠΕΡΤ ΚΑΡΜΑΪΚΛ



THE GREAT ECSTASY OF ROBERT CARMICHAEL

Σκηνοθεσία: Τόμας Κλέι
Παίζουν: Ντάνιελ Σπένσερ, Ντάνι Ντάιερ, Ράιαν Ουίνσλεϊ, Μαίκλ Χάου
Βρετανία (2005). Διάρκεια: 96΄

Υπόθεση: Ο τελειόφοιτος μαθητής Λυκείου Ρόμπερτ Καρμάικλ, εσωστρεφής και μονήρης, με έφεση στο βιολοντσέλο, μεγαλώνει σε μια ήσυχη, παραλιακή αγγλική κωμόπολη. Ενώ γύρω του ξετυλίγεται η βαρετή καθημερινότητα της επαρχίας, ο Ρόμπερτ αφιερώνει όλο και περισσότερο από το χρόνο του στους δύο μοναδικούς του φίλους, εκ των οποίων ο ένας έχει αποβληθεί οριστικά από το σχολείο για βίαιη συμπεριφορά και χρήση ναρκωτικών. Μια μέρα θα καταφτάσει αποφυλακισμένος και ο ξάδελφός του, γνωστός έμπορος ναρκωτικών…


Με μια αφήγηση ελλειπτική, που εστιάζει στο καθημερινό, το τετριμμένο, αυτό που έχουμε μάθει να θεωρούμε ασήμαντο, με μια συνειδητή προσπάθεια αποδραματοποίησης, αργούς ρυθμούς και μια ποιητική ματιά στο αγγλικό τοπίο, ο νεαρός, γεννημένος το 1979, σκηνοθέτης Τόμας Κλέι, πραγματοποιεί ένα από τα πιο εντυπωσιακά ντεμπούτα των τελευταίων χρόνων, προσφέροντάς μας μια ταινία ατμοσφαιρική, μινιμαλιστική, λυρική και σοκαριστική ταυτόχρονα. Πάνω απ’ όλα όμως, πρόκειται για μια ταινία αινιγματική, που εγείρει πλήθος ερωτηματικών και προβληματισμών, τόσο για την κατάσταση της ευημερούσας (;), εφησυχασμένης κοινωνίας μας και τις αξίες που σιωπηρά και καταχθόνια καλλιεργεί, όσο και για τη φύση του ίδιου του κινηματογραφικού μέσου και τη δυνατότητά του να νοηματοδοτεί μονοσήμαντα τα πράγματα.

Η ταινία μοιάζει για μεγάλο χρονικό διάστημα να μην έχει κάποιο κεντρικό θέμα, και δαπανά το χρόνο της στην παρουσίαση της καθημερινής ζωής στην αγγλική επαρχία. Τα συγκεκριμένα στιγμιότυπα, όμως, που ο νεαρός σκηνοθέτης έχει επιλέξει, συνθέτουν ένα εξαιρετικά γριφώδες σύνολο, που περισσότερα υπονοεί με αυτά που απουσιάζουν από αυτό, παρά με αυτά που δείχνονται. Στην καρδιά της ταινίας βρίσκεται μια περίτεχνα κινηματογραφημένη σκηνή (προσέξτε το εξαιρετικό τράβελινγκ του Γιώργου Αρβανίτη, μόνιμου συνεργάτη του Θόδωρου Αγγελόπουλου), στην οποία ο Ρόμπερτ και οι φίλοι του μαζεύονται σ’ ένα διαμέρισμα για να δοκιμάσουν μια ποικιλία ναρκωτικών ουσιών, ενώ το τελευταίο τέταρτο της ταινίας επιφυλάσσει δυσάρεστες εκπλήξεις στο θεατή, και απαιτεί πολύ γερά στομάχια. Είναι σ’ αυτό το τελευταίο τμήμα που η ταινία εγκαταλείπει τους χαμηλούς της τόνους, χάνει τον αφαιρετικό της χαρακτήρα και αποδύεται σ’ ένα βερμπαλιστικό ξέσπασμα, που ξένισε αρκετούς και οδήγησε σε επικρίσεις για απόπειρα φτηνού εντυπωσιασμού. Νομίζουμε όμως ότι και το σοκάρισμα ανήκει σαφώς στην προγραμματική ατζέντα της Τέχνης και, παρά το ότι αποτελεί συχνά την εύκολη λύση, στη συγκεκριμένη περίπτωση λειτουργεί άκρως αφυπνιστικά και ολοκληρώνει με πολύ πετυχημένο τρόπο μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ταινία.

ΒΑΘΜΟΣ: ****
(δημοσιεύτηκε στον εξώστη, τεύχος 777)

7.6.07

ΜΙΑ ΑΒΟΛΗ ΑΛΗΘΕΙΑ


AN INCONVENIENT TRUTH

Σκηνοθεσία: Ντέιβις Γκουγκενχάιμ
Παρουσίαση: Αλ Γκορ
ΗΠΑ, 2006. Διάρκεια: 95΄

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος που γιορτάσαμε την προηγούμενη Τρίτη, σας προτείνουμε γι’ αυτή την εβδομάδα το βραβευμένο με Όσκαρ ντοκιμαντέρ «Μία άβολη αλήθεια», στο οποίο ο τέως Αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Κλίντον (και τέως «Επόμενος Πρόεδρος των ΗΠΑ», όπως ο ίδιος σαρκαστικά αυτοαποκαλείται) κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για το φαινόμενο της υπερθέρμανσης του πλανήτη.

Ο Αλ Γκορ παραθέτει με απλό και ευσύνοπτο τρόπο, χρησιμοποιώντας πλήθος γραφικών παραστάσεων και σχημάτων, μια σειρά από συγκλονιστικά στοιχεία σχετικά με τις κλιματικές μεταβολές στον πλανήτη μας τα τελευταία χρόνια. Μακρές περίοδοι ξηρασίας που ακολουθούνται από έντονες καταιγίδες και καταρρακτώδεις βροχοπτώσεις, τυφώνες και ανεμοστρόβιλοι, πλημμύρες και φυσικές καταστροφές συμπληρώνουν σαν μαγική εικόνα το παγκόσμιο παζλ που εξυφαίνεται μπροστά στα περιδεή μάτια μας. Όχι, δεν πρόκειται για απλές συμπτώσεις. Οι επιστήμονες συμφωνούν ότι η Γη όντως υπερθερμαίνεται, το κλίμα μεταβάλλεται, κι ότι θα συνεχίσει να μεταβάλλεται με ακόμα ταχύτερους ρυθμούς αν δεν αντιδράσουμε σύντομα. Με απαρχή το φαινόμενο του θερμοκηπίου που προκαλείται από τις υπερβολικές εκπομπές αερίων ρύπων και ιδιαίτερα διοξειδίου του άνθρακα (CO2) στην ατμόσφαιρα, μια αλυσίδα φυσικών φαινομένων καταλύεται, με ανυπολόγιστες συνέπειες για το μέλλον του πλανήτη μας. Η λύση βρίσκεται στην άμεση ενημέρωση και ευαισθητοποίηση όλων μας, με μια πιο φιλική προς το περιβάλλον ανάπτυξη, μείωση της αέριας ρύπανσης, λιγότερη δαπάνη ενέργειας και χρησιμοποίηση εναλλακτικών πηγών ενέργειας.

Η ταινία βασίζεται σε μια σειρά διαλέξεων που εδώ και λίγα χρόνια δίνει ο Αλ Γκορ σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γης. Η δομή της είναι πολύ απλή, στοιχειώδης θα λέγαμε, με λιγοστές παρεκβάσεις από την αίθουσα διαλέξεων όπου βρίσκεται ο ομιλητής, προκειμένου να καταφύγει σε κάποια πιο λυρικά ξεσπάσματα, που και πάλι όμως έχουν τον Αλ Γκορ στο επίκεντρό τους. Βασική αδυναμία της ταινίας, λοιπόν, είναι η υπερβολική της επικέντρωση γύρω από το πρόσωπο του τέως Αντιπροέδρου, ο οποίος παρηγορεί λίγο με τον τρόπο αυτό την πληγωμένη ματαιοδοξία του. Δεύτερη αδυναμία της είναι η υπερβολική έμφαση στην κινδυνολογία και η ελάχιστη αναφορά στο τι δέον γενέσθαι. Θα μπορούσε βεβαίως να ισχυριστεί κανείς ότι αν δεν τρομάξει το κοινό δεν ευαισθητοποιείται, από την άλλη όμως η έλλειψη προτάσεων (οι μοναδικές προτάσεις πέφτουν μαζί με τα γράμματα των τίτλων του τέλους, και θυμίζουν φυλλάδιο της ΔΕΗ περί εξοικονόμησης ενέργειας) καθιστά και την ίδια την ενημέρωση αμφίβολης αποτελεσματικότητας. Σε κάθε περίπτωση, το συγκεκριμένο ντοκιμαντέρ αποτελεί ένα θαυμάσιο σημείο εκκίνησης για μια περαιτέρω ευαισθητοποίηση, και στη βάση αυτή το προτείνουμε σε οποιονδήποτε είναι άσχετος περί τα περιβαλλοντικά προβλήματα του πλανήτη μας.

ΒΑΘΜΟΣ: ***

(δημοσιεύτηκε στον εξώστη, τεύχος 776)

31.5.07

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΗΣ ΣΥΜΦΟΡΑΣ


RUNNING WITH SCISSORS

Σκηνοθεσία: Ράιαν Μέρφι

Παίζουν: Άνετ Μπένινγκ, Τζόζεφ Κρος, Μπράιαν Κοξ, Τζόζεφ Φάινς, Άλεκ Μπόλντουιν, Γκίνεθ Πάλτροου

ΗΠΑ, 2006. Διάρκεια: 121΄

Υπόθεση: Ο μικρός Ογκόστεν μεγαλώνει κατά τη δεκαετία του ’70 μέσα σε μια άκρως δυσλειτουργική οικογένεια, με μια εγωκεντρική και ψυχολογικά ασταθή μητέρα που ονειρεύεται να γίνει διάσημη συγγραφέας κι έναν παραιτημένο, αποτραβηγμένο πατέρα. Μετά το διαζύγιο των γονέων του, η μητέρα του καταφεύγει στη φροντίδα του αντισυμβατικού ψυχίατρου Δόκτορα Φιντς, ο οποίος την πείθει ότι πρέπει να του αναθέσει και την κηδεμονία του γιού της. Ο 14χρονος Ογκόστεν γίνεται έτσι αναγκαστικά μέλος της θεότρελης οικογένειας του Δόκτορα Φιντς.

Μετά τις «Κρυφές επιθυμίες», που σας παρουσιάσαμε πριν από δύο βδομάδες, άλλη μία ταινία εξαπολύει τη δική της δριμεία επίθεση στην Αγία Αμερικανική Οικογένεια. Βασιζόμενη στο ευπώλητο αυτοβιογραφικό βιβλίο του Ογκόστεν Μπάροουζ “Running with Scissors”, η «Οικογένεια της συμφοράς» κινείται μεταξύ σάτιρας, ιδιοσυγκρασιακής κωμωδίας του παραλόγου και κοινωνικής κριτικής, προκειμένου να μας παραδώσει το πορτρέτο ενός μικρόκοσμου χαρακτήρων αποπροσανατολισμένων, εγκλωβισμένων στα ψυχοκοινωνικά αδιέξοδα και την μανία για φεμινισμό και ψυχανάλυση των ’70s.

Κυριαρχικές μορφές σ’ αυτό το τελματώδες τοπίο η Ντάιντρα, μητέρα του Ογκόστεν, και ο Δρ. Φιντς. Η Ντάιντρα, την οποία ενσαρκώνει με ιδιαίτερο οίστρο η Ανέτ Μπένινγκ, είναι μια γυναίκα καταπιεσμένη ήδη από τα παιδικά της χρόνια, που αδυνατεί να καταλάβει ότι στις ανθρώπινες σχέσεις δεν αρκεί μόνο να επιδιώκουμε την ικανοποίηση των προσωπικών μας αναγκών, αλλά πρέπει και να δίνουμε. Επηρεασμένη από το φεμινιστικό κίνημα της εποχής, αλλά και την αμερικάνικη εμμονή για διασημότητα, απομακρύνεται σταδιακά από το φυσικό ανθρώπινο περιβάλλον της, δηλαδή την οικογένειά της, προκειμένου να αποδυθεί σε ένα έωλο ταξίδι αναζήτησης της «δημιουργικής της συνείδησης», που δεν οδηγεί εν τέλει, παρά στα δίχτυα ενός εξουσιαστικού ψυχαναλυτή έτοιμου να εκμεταλλευθεί τις αδυναμίες των πελατών του για να εξυπηρετήσει ίδια συμφέροντα. Ο Δρ. Φιντς ανάγεται έτσι σε μορφή-σύμβολο της χρεοκοπίας της ψυχανάλυσης, η οποία εμφανίζεται σαν μια μέθοδος απορύθμισης του ψυχικού κόσμου του ασθενούς, προκειμένου να ελεγχθεί αποτελεσματικότερα, με σκοπό τη χειραγώγηση, αλλά και την απόσπαση τεράστιων χρηματικών ποσών. Πολλά αντλεί η ταινία από τα δύο αυτά ανθρώπινα πορτρέτα, όπως επίσης και από την λεπταίσθητη αναπαράσταση των εσωτερικών χώρων, που καταφέρνουν ταυτοχρόνως μας ταξιδέψουν πίσω στα ’70s αλλά και μας απομακρύνουν απ’ αυτά, βυθίζοντάς μας σε έναν κόσμο φανταστικό, γεμάτο από νευρώσεις, παρανοϊκές συμπεριφορές και εγωιστικά μικροσυμφέροντα συγκεκαλυμμένα πίσω από τα μεγάλα λόγια και τις θεωρίες που τόσο συνηθιζόταν την εποχή εκείνη.

Αν και η ταινία από ένα σημείο και μετά μεταπίπτει σε μια άνευ νοήματος και στόχευσης κωμωδία του παραλόγου, η ένταση με την οποία απεικονίζει την οικογένεια σαν ένα διαρκές αβυσσαλέο αδιέξοδο, καθώς και η ανάδειξη του κενόδοξου και υποκριτικού τρόπου με τον οποίο η αμερικανική κοινωνία εξέλαβε κινήματα όπως του φεμινισμού και της ψυχανάλυσης, την καθιστούν μια ικανοποιητική πρόταση για κατ’ οίκον ψυχαγωγία.

ΒΑΘΜΟΣ: ***

(δημοσιεύτηκε στον εξώστη, τεύχος 775)

24.5.07

THE DEAD GIRL


ΤΟ ΝΕΚΡΟ ΚΟΡΙΤΣΙ


Σκηνοθεσία: Κάρεν Μόνκριφ

Παίζουν: Τόνι Κολέτ, Πάιπερ Λόρι, Τζοβάνι Ριμπίζι, Μάρσια Γκέι Άρντεν


Πεντάπτυχη ταινία που περιελίσσει την αφήγησή της γύρω από το πτώμα ενός κοριτσιού-θύματος ενός επαναληπτικού δολοφόνου, το Νεκρό Κορίτσι κατασκευάζει με εξαντλητική επιμονή ένα περίκλειστο, εφιαλτικό σύμπαν, από το οποίο ελάχιστες βαλβίδες διαφυγής υπάρχουν. Αποτέλεσμα μια ταινία δύσκολη, για θεατές με γερό στομάχι, αλλά παράλληλα αλλόκοτα γοητευτική, ευαίσθητη και ενορατική.

Ήδη από τα πρώτα της πλάνα, τα οποία παρουσιάζουν μια φύση στερημένη από χρώματα και ζωή, δίχως τόνους κι αποχρώσεις, η ταινία καθιστά σαφές το βασικό της επιχείρημα: Ζούμε σ’ έναν κόσμο ζωντανών-νεκρών, σ’ έναν χώρο εξωκοινωνικό, ακριβώς σαν την «Άγνωστη» της πρώτης ιστορίας, όπου η κοινωνία, δηλαδή η ανθρώπινη επικοινωνία, δεν πραγματώνεται. Περιφερόμαστε σαν τα φαντάσματα, κουβαλώντας μέσα μας το βάρος αυτής ακριβώς της απώλειας, σαν ένα άλλο προπατορικό αμάρτημα, έκπτωτοι από την ανθρώπινη Ουσία. Αυτό που απομένει είναι η μοναξιά, οι εφιάλτες από το παρελθόν και μια διαρκώς επικρεμάμενη απειλή για το μέλλον. Η απειλή αυτή παίρνει στην ταινία έναν έμφυλο χαρακτήρα: Στο αμιγώς γυναικείο σύμπαν της, όπου πρωταγωνιστούν αποκλειστικά γυναίκες, γυναίκες βασανισμένες, απέλπιδες, τσακισμένες από την απώλεια, ο άνδρας εκφράζει τη δική του εσώτερη αλλοτρίωση παίρνοντας το ρόλο του απειλητικού, επιθετικού, βίαιου. Η ταινία αποκτά έτσι και μια φεμινιστική διάσταση, ανασύροντας από το παρελθόν έναν τύπο φεμινισμού λίγο μίσανδρο, προκειμένου να μας θέσει ενώπιον της οδυνηρής αλήθειας ότι πόρρω απέχουμε από την παραδείσια εκείνη κατάσταση, στην οποία οι γυναίκες δεν θα απειλούνται και δεν θα πέφτουν θύματα της ανδρικής επιθετικότητας.

18.5.07

ΚΡΥΦΕΣ ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ


LITTLE CHILDREN

Σκηνοθεσία: Τοντ Φιλντ
Παίζουν: Κείτ Ουίνσλετ, Πάτρικ Ουίλσον, Τζένιφερ Κόνελι, Τζάκι Ερλ Χάλεϊ
ΗΠΑ, 2006. Διάρκεια: 130΄

Υπόθεση: Η Σάρα, τριαντάρα μητέρα της ευκατάστατης Αμερικής των προαστίων, γνωρίζεται στην παιδική χαρά με τον Μπραντ, συνομήλικό της αρρενωπό πατέρα. Αμφότεροι διάγουν φαινομενικά ευτυχισμένους γάμους. Την ίδια ώρα, τη συνοικιακή πλήξη διαταράσσει η αποφυλάκιση ενός παιδεραστή, ο οποίος εγκαθίσταται στη γειτονιά τους…

Το να σκύβει κάτω από τους αστικούς καναπέδες για να ανακαλύψει τη βρωμιά που καταχωνιάζουν κρυφά οι καθωσπρέπει εκπρόσωποι του Αμερικάνικου Ονείρου, αποτέλεσε ανέκαθεν μια από τις αγαπημένες δραστηριότητες του Αμερικάνικου Ανεξάρτητου Κινηματογράφου. Σίγουρα, λοιπόν, δεν διεκδικεί δάφνες θεματικής πρωτοτυπίας μια ταινία που ασχολείται με θέματα όπως η κενότητα και η υποκρισία που φωλιάζουν στα πλούσια προάστια των αμερικάνικων μεγαλουπόλεων, η σεξουαλική διαστροφή που υποκρύπτεται πίσω από υπεράνω πάσης υποψίας εμφανίσεις, αλλά και η ψυχολογική ανωριμότητα στην οποία εν τέλει οφείλονται όλες αυτές οι άκρως δυσάρεστες καταστάσεις. Αυτό που κάνει την ταινία του Τοντ Φιλντ να ξεχωρίζει, όμως, είναι η διαφοροποίηση στο στιλ. Ο Φιλντ, πέντε χρόνια μετά τα «Μυστικά της κρεβατοκάμαρας», επανέρχεται με μια ταινία υφολογικά πολύπλοκη, που μετεωρίζεται μεταξύ σάτιρας, κοινωνικής κριτικής και ψυχοδράματος, καταφέρνοντας να διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή, ακόμη και στις λιγότερο πετυχημένες σκηνές. Με άκρως λιτές, ελεγχόμενες πινελιές και με πανούργα αξιοποίηση της αφηγηματικής έλλειψης, ο Φιλντ δημιουργεί μια σειρά από αιχμηρά, διεισδυτικά ψυχολογικά πορτρέτα. Παράλληλα, καταφέρνει να διατηρεί κυμαινόμενο τον τόνο του, άλλοτε σατιρίζοντας και ξεμπροστιάζοντας τους ήρωές του, κι άλλοτε αγκαλιάζοντάς τους με εμπιστοσύνη, πετυχαίνοντας έτσι να εκμαιεύσει τα πιο βαθιά, μύχια μυστικά τους. Η Σάρα, κεντρική ηρωίδα του, είναι ένα πνευματικά καλλιεργημένο και ευαίσθητο άτομο, που επέλεξε όμως να ζει μια συμβατική ζωή και να κάνει ένα γάμο συμφέροντος, που της άνοιξε τις πόρτες μιας ζωής υλικά πλούσιας, συναισθηματικά όμως φτωχής και επιφανειακής. Ο Μπραντ, από την άλλη μεριά, είναι ένα ανώριμο άτομο, ένα μεγάλο παιδί που αρνείται να ενηλικιωθεί. Ζει κι αυτός μέσα σ’ ένα ψέμα, αρνούμενος να αντικρίσει κατάματα τις αλήθειες της ζωής του. Ο ερωτικός σπινθήρας που θα εκσπάσει μεταξύ τους θα αποτελέσει μια ένεση αλήθειας και γνησιότητας, μια πυξίδα για τις απαραίτητες αλλαγές στις ζωές τους. Η ταινία όμως, τολμά να στρέψει θαρραλέα τη ματιά της και στον παιδεραστή, ένα βασανισμένο πλάσμα, που διατηρεί πλήρη συνείδηση της κατάστασής του. Με ευθυκρισία και ανθρωπιά, όχι όμως και συμπάθεια, αποκαλύπτει τη νοσηρή του ιδιοσυστασία, ενώ στο τέλος ανοίγει και κάποιο παράθυρο λύτρωσης. Ισότιμος πρωταγωνιστής της ταινίας αναδεικνύεται, τέλος, και το Αμερικάνικο αστικό προάστιο, αυτός ο σιωπηρός πρωταγωνιστής τόσων και τόσων αξιομνημόνευτων φιλμικών συμπάντων - ας θυμηθούμε απλά το «Μπλε Βελούδο» και το American Beauty – όμορφο, ειρηνικό, πολύχρωμο, ένα πρότυπο ευζωίας που αποτελεί όνειρο ζωής για όσους το αντικρίζουν. Κι όμως, πίσω απ’ τη γυαλιστερή προθήκη κρύβεται ένας κόσμος ανομολόγητων παθών… Ίσως τελικά, όπως σημειώναμε και την προηγούμενη εβδομάδα, να αποτελεί ίδιον της ανθρώπινης φύσης να υπεκφεύγει κάθε κατηγοριοποίησης, κάθε απόπειρας ομογενοποίησης. Η διαφορετικότητα φύεται παντού, ρίχνοντας απειλητικά τη σκιά της στα περιβάλλοντα εκείνα όπου ο άνθρωπος τόλμησε να πιστέψει ότι μπορούσε να κρατήσει προστατευμένα και αλώβητα…

ΒΑΘΜΟΣ: ****

(δημοσιεύτηκε στον εξώστη, τεύχος 773)

9.5.07

ΜΙΚΡΑ ΚΟΚΚΙΝΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ


Kanshangqu Hen Mei / LITTLE RED FLOWERS

Σκηνοθεσία: Ζανγκ Γιουάν
Παίζουν: Ντονγκ Μπόουεν, Νινγκ Γιουάνγιουαν, Τσεν Μανγιουάν, Ζάο Ρούι
Κίνα, 2006. Διάρκεια: 91΄

Υπόθεση: Ο τετράχρονος Κιανγκ μπαίνει οικότροφος σε κρατικό νηπιαγωγείο, ως είθισται στη μετεπαναστατική Κίνα της δεκαετίας του ’50. Η προσαρμογή του όμως στην άκρας πειθαρχίας κρατική διαπαιδαγώγηση θα είναι προβληματική, και τα «μικρά κόκκινα λουλούδια» που απονέμονται σε όσα παιδάκια επιδεικνύουν τη δέουσα συμπεριφορά, θα παραμείνουν γι’ αυτόν ένα άπιαστο όνειρο…

Ταινίες με νεαρούς ήρωες των οποίων η προσωπικότητα συνθλίβεται κάτω από ένα καταπιεστικό, αντιδραστικό εκπαιδευτικό σύστημα υπάρχουν ουκ ολίγες στην παγκόσμια φιλμογραφία. Η διαφορά τους με την ταινία που σας παρουσιάζουμε σήμερα είναι ότι εδώ, το Σύστημα δεν δαιμονοποιείται, δεν παρουσιάζεται ως το απόλυτο Κακό. Υπάρχουν πολλά καλοπροαίρετα και προοδευτικά στοιχεία στην εκπαίδευση που το μαοϊκό κράτος προσπαθεί να παράσχει, το πρόβλημα όμως εντοπίζεται βαθύτερα: Στο κατά πόσο, δηλαδή, είναι ποτέ δυνατό να ομογενοποιηθεί πλήρως η συμπεριφορά ενός ανθρώπινου συνόλου. Η αρνητική απάντηση που δίνει η ταινία τονίζεται από το γεγονός της επιλογής τόσο νεαρών πρωταγωνιστών. Στόχος της επιλογής αυτής δεν είναι η ευκολότερη συγκίνηση του θεατή, αλλά η ευκρινέστερη ανάδειξη του επιχειρήματος: Η διαφορετικότητα είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ανθρώπινης φύσης. Οι όποιες απόπειρες ομογενοποίησης της ανθρώπινης συμπεριφοράς έχουν άκρως πεπερασμένα όρια. Το Κακό, όπως και το Καλό, μαζί με όλες τις μεταξύ τους διαβαθμίσεις, υπάρχουν μέσα μας και είναι αναπότρεπτη η ανάδυσή τους κάποια στιγμή στην επιφάνεια. Η δε ανθρώπινη προσωπικότητα, ανθίσταται σθεναρά της όποιας κατηγοριοποίησης, και παρά τη λαίλαπα του κονφορμισμού – που κάνει σαφή την παρουσία του στην ταινία στο πρόσωπο της όλης σιωπηλής μάζας των νηπίων που υποτάσσονται στα κελεύσματα των δασκάλων τους – πάντα θα υπάρχουν άτομα που θα περισσεύουν, θα διαφέρουν, θα αποτελούν αγκάθι στο μάτι των κρατούντων.

Χαμηλών τόνων ταινία, με εξαιρετική φωτογραφία, καταγράφει μια πληθώρα από γλαφυρές λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής στα κρατικά οικοτροφεία της εποχής του Μάο - η ομαδική πρωινή αφόδευση και ο βραδινός έλεγχος καθαριότητας του πισινού αποτελούν δύο από τις πιο ευτράπελες στιγμές – δεν διαθέτει όμως μια δραματουργία όπως την έχουμε συνηθίσει εμείς στη Δύση, όπου ο ήρωας θα ξεκινά από μια αφετηρία και μέσα από μια αλληλουχία κομβικών γεγονότων θα καταλήγει κάπου αλλού. Εδώ αντιθέτως, ο ήρωας βρίσκεται στο τέλος εκεί ακριβώς που βρισκόταν και στην αρχή, οι δε ενδιάμεσες σκηνές είναι επεισοδιακού χαρακτήρα, δεν στρέφουν την ιστορία προς νέες, διαφορετικές κατευθύνσεις. Το αποτέλεσμα, επομένως, ρέπει προς μια ήπια μονοτονία, που ευτυχώς δεν προλαβαίνει να εξελιχτεί σε ανία, καθώς η διάρκεια δεν ξεπερνά τη μιάμιση ώρα. Εκνευριστική η ιταλικής εμπνεύσεως μουσική επένδυση, λειτουργεί στην ουσία προς μια κατεύθυνση ακύρωσης της σκηνοθετικής γραμμής, επιχειρώντας την εκμαίευση εύκολων συναισθηματικών αντιδράσεων. Μα, τι δουλειά έχουν οι Ιταλοί στην Κίνα;

ΒΑΘΜΟΣ: **

(δημοσιεύτηκε στον εξώστη, τεύχος 772)

3.5.07

Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΤΕΛΙΚΟΣ


LA GRAN FINAL

Σκηνοθεσία: Γεράρδο Ολιβάρες
Παίζουν: Ατιμπού Αμπουμπακάρ, Μποσάι Νταλάι Χαν, Ντιτ Μπλίντε
Ισπανία/Γερμανία, 2006. Διάρκεια: 88΄

Τι κοινό μπορεί να διαθέτουν οι ζωές τριών τόσο απόμακρων και απομακρυσμένων μεταξύ τους φυλών, όπως οι Μογγόλοι νομάδες των οροπεδίων Αλτάι, οι Τουαρέγκ της ερήμου Τενέρε του Νίγηρα και οι Ινδιάνοι Χάμα του Αμαζονίου; Το ποδόσφαιρο, ισχυρίζεται η συγκεκριμένη ταινία, που ισορροπεί επιτήδεια μεταξύ μυθοπλασίας και ντοκιμαντέρ, προκειμένου να μας παρουσιάσει τις επίπονες προσπάθειες ορισμένων μελών των τριών αυτών φυλών να εντοπίσουν μια τηλεόραση που λειτουργεί, για να παρακολουθήσουν τον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου Ποδοσφαίρου μεταξύ της Βραζιλίας και της Γερμανίας.

Το μήνυμα, βέβαια, είναι σαφές: Η σύγχρονη τεχνολογία έχει μετατρέψει ολόκληρη τη Γη μας σ’ ένα τεράστιο πλανητικό χωριό, που εξομαλύνει τις διαφορές των ανθρώπων και μετατρέπει τις τοπικές διαφορές ηθών και εθίμων σε χαριτωμένες εκκεντρικότητες. Και δεν είναι τυχαίο ότι, για να περάσει ένα τέτοιο μήνυμα, χρησιμοποιείται η τελειότερη τεχνολογία. Εντυπωσιακές εναέριες λήψεις αρπακτικών αετών που υπερίπτανται της αχανούς μογγολικής στέπας, άψογα φωτισμένες εικόνες της απλανούς ομοιομορφίας της ερήμου που αντιτίθεται στις πολύχρωμες φορεσιές των Τουαρέγκ, σπάνια πλάνα από την άγρια ζωή της ζούγκλας του Αμαζονίου. Ένα επίτευγμα της οπτικής τεχνολογίας υμνεί τις δυνατότητες της σύγχρονης μαζικής επικοινωνίας. Εξυπακούεται, βέβαια ότι, χέρι-χέρι με το χαριτολόγημα του ποδοσφαίρου ως αφορμής για την παγκόσμια αυτή συνάντηση λαών και πολιτισμών συμβαδίζουν και τα απαραίτητα ανθρωπιστικά αντανακλαστικά: Οι ήρωες της ταινίας καβγαδίζουν δι’ ασήμαντον αφορμή, προσφέροντάς μας απλόχερα, αν όχι το γέλιο, σίγουρα πάντως το μειδίαμα, στο τέλος όμως οι πάντες παραμερίζουν τις μικροδιαφορές τους και καταλήγουν σ’ ένα παγκόσμιο συναδέλφωμα – τι έχουμε να χωρίσουμε σε τούτη δω την πλάση;

Αρκετά έξυπνη ως σύλληψη η ταινία, οπτικά επιβλητική, με εύθυμη ατμόσφαιρα, χάνει κάπως τη φούρια της μετά την πρώτη ώρα, χωρίς πάντως να καταντήσει ποτέ βαρετή. Όλοι οι ηθοποιοί είναι ντόπιοι ερασιτέχνες οι οποίοι «διαλύουν» στην ουσία το ρόλο τους μέσα στην πραγματική προσωπική τους ζωή, στοιχείο που είναι από τα πιο ενδιαφέροντα της ταινίας, ιδιαίτερα όσον αφορά τους Μογγόλους νομάδες. Αντίθετα, η απόδοση των Ινδιάνων του Αμαζονίου παραμένει καθαρά φαρσική. Εξαιρετικά τα έθνικ ρυθμικά μουσικά περάσματα.

ΒΑΘΜΟΣ: ***

(δημοσιεύτηκε στον εξώστη, τεύχος 771)

13.4.07

Η ΑΥΡΑ


EL AURA

Σκηνοθεσία: Φαμπιάν Μπιελίνσκι
Παίζουν: Ρικάρντο Νταρίν, Ντολόρες Φόνζι, Πάμπλο Θεντρόν, Βάλτερ Ρέινο
Αργεντινή, 2005. Διάρκεια: 126΄

Υπόθεση: Ένας επιληπτικός ταριχευτής, που ζει κλεισμένος στον εαυτό του και ονειρεύεται να αξιοποιήσει κάποια μέρα τη φωτογραφική του μνήμη για να οργανώσει την τέλεια ληστεία, πηγαίνει με ένα συνάδελφό του για κυνήγι στα απόμακρα δάση της Παταγονίας. Εκεί, θα συμβεί ένα άτυχο περιστατικό, που θα βυθίσει τον εσωστρεφή και απόκοσμο ταριχευτή κατευθείαν στα βαθιά νερά της εγκληματικής δραστηριότητας…

Υπαρξιακό θρίλερ που αφήνει έντονα τα σημάδια του στο θεατή, «Η Αύρα» έμελλε να γίνει η άξια πνευματική παρακαταθήκη του αργεντίνου σκηνοθέτη που είχε πραγματοποιήσει ελπιδοφόρο ντεμπούτο με τις «9 Βασίλισσες». Ο Φαμπιάν Μπιέλινσκι έφυγε πέρσι, πρόωρα κι αναπάντεχα, από καρδιακή προσβολή.

Αν και εκκινεί τόσο βραδυφλεγώς που, τουλάχιστον για τα πρώτα 45 λεπτά του θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αργόσυρτο, το θρίλερ αυτό παίρνει τελικά μπροστά, βυθίζοντάς μας με μεθοδικότητα και ωρολογιακή ακρίβεια στα σκοτεινά έγκατα της ανθρώπινης ψυχής. Στα έγκατα εκείνα όπου, κατά τον Μπιελίνσκι, κρύβεται η απωθημένη ουσία της ανθρώπινης φύσης, που δεν είναι άλλη από την ενδογενή ροπή προς τη βία, το έγκλημα, το Κακό. Ο ήρωάς του ξοδεύει τις μέρες του απομακρυσμένος από τους άλλους, πλήρως αφοσιωμένος σ’ ένα επάγγελμα ενδεικτικό του τρόπου που αντιλαμβάνεται τη ζωή του: Ως ταριχευτής, χαρίζει μια ψευδαίσθηση ζωής σε ήδη νεκρά όντα. Οι δε επιληπτικές του κρίσεις, που σημαδεύονται από τη χαρακτηριστική «αύρα» του τίτλου, έρχονται να υπομνήσουν την ύπαρξη ενός άλλου, παράλληλου σύμπαντος κόσμου, πιο «πραγματικού» απ’ αυτόν που ζούμε. Το ταξίδι του στην έσχατη γη της Παταγονίας συμβολίζει αυτήν ακριβώς την κατάδυσή του σ’ έναν κόσμο όπου οι φαντασιώσεις γίνονται πραγματικότητα και τα καταχωνιασμένα ορμέμφυτα αναδύονται στην επιφάνεια. Η πρωτογονική διάσταση του κόσμου αυτού τονίζεται τόσο από το μοτίβο του δάσους, που ενισχύει την παραμυθένια υφή της ταινίας, όσο και από την διαλείπουσα παρουσία του σκύλου. Η μορφή του σκύλου εξυπηρετεί βέβαια και άλλες, βαθύτερες λειτουργίες, στις οποίες δεν θα αναφερθώ για να μην αποκαλύψω στοιχεία της πλοκής, είναι πάντως χαρακτηριστικές της πολύπλοκης λεπτοδουλειάς που έχει κάνει ο Μπιελίνσκι. Η ταινία διαθέτει φυσικά διάφορα επίπεδα, μπορεί δηλαδή να ειδωθεί και σαν σπουδή χαρακτήρα, ανάγνωση που υποβοηθείται τόσο από την αψεγάδιαστη, υπόγεια ερμηνεία του Ρικάρντο Νταρίν, όσο και από την αντισυμβατική φυσιογνωμική του ασχήμια, όπως επίσης και σαν γκανγκστερικό θρίλερ με θέμα μια περίπλοκη πλεκτάνη για να ληστευθεί ένα καζίνο. Προϋπόθεση στην περίπτωση αυτή, είναι, φυσικά, να αποδεχτεί ο θεατής τους γενικά αργούς αφηγηματικούς της ρυθμούς.

ΒΑΘΜΟΣ: ****

(δημοσιεύτηκε στον εξώστη, τεύχος 768)

29.3.07

EL CORTEZ


Σκηνοθεσία: Στίβεν Πάρβις
Παίζουν: Λου Ντάιαμοντ Φίλιπς, Τρέισι Μίντεντορφ, Μπρους Γουάιτς, Γκλεν Πλάμερ

ΗΠΑ, 2006. Διάρκεια: 91΄

Υπόθεση: Μετά από πέντε χρόνια σωφρονισμού σε ψυχιατρική φυλακή, ο Μάνι επιστρέφει «καθαρός» στην κοινωνία και πιάνει δουλειά ως ρεσεψιονίστ στο παρακμιακό, αλλά ατμοσφαιρικό ξενοδοχείο «Ελ Κορτέζ». Εκεί θα γνωρίσει τον Πόπκορν, έναν ανάπηρο κυνηγό θησαυρών, που ισχυρίζεται ότι έχει ανακαλύψει μια ανεκμετάλλευτη φλέβα χρυσού στην έρημο και ζητά τη βοήθειά του προς εξεύρεση επενδυτή για την εξόρυξη του. Το παρελθόν επιστρέφει για τον Μάνι στο πρόσωπο του παλιού του γνώριμου Άρνι, αστυνομικού που του ζητά να παρακολουθεί τον Τζακ, έναν έγχρωμο θαμώνα του ξενοδοχείου, που τα έχει με τη σαγηνευτική Θέλντα. Η Θέλντα θα μάθει για την ύπαρξη του χρυσού και θα προσπαθήσει να πιάσει τον Μάνι στα δίχτυα της…

Νέο-νουάρ με όλα τα ιδιαίτερα γνωρίσματα του είδους, το «Ελ Κορτέζ» αποτελεί το χαρακτηριστικό παράδειγμα της ταινίας, που σφίγγεται τόσο πολύ προκειμένου να ακολουθήσει τη συνταγή της επιτυχίας, ώστε στο τέλος καταντά να ασφυκτιά από έλλειψη δημιουργικής πνοής, εκείνου του αισθήματος έμπνευσης και επείγουσας ανάγκης για έκφραση που διαπνέει κάθε καλή ταινία. Παρόλ’ αυτά, πρόκειται για μια συνταγή καλοεκτελεσμένη, με ρυθμούς που κρατούν το θεατή, ατμόσφαιρα θελκτική και περιεχόμενο ανάλαφρο, έτσι ώστε να μπορούμε να υποθέσουμε με αρκετή βεβαιότητα ότι σαν επιλογή dvd θα σας κρατήσει ευχάριστη συντροφιά για μιάμιση ώρα.

Στα βασικά προβλήματα της ταινίας συγκαταλέγεται το σενάριο. Όλοι οι χαρακτηριστικοί τύποι και καταστάσεις του νουάρ εμπλέκονται σ’ ένα μίγμα ξύλινο, που δεν εμφορείται από την παραμικρή δυνατότητα να εμπνεύσει αληθινά συναισθήματα. Υπάρχει ο ελαφρώς φευγάτος ήρωας, το σύνηθες χαρμάνι από εγκληματίες, απατεώνες και τυχοδιώκτες και, φυσικά, η femme fatale. Κατά τα προβλεπόμενα, οι πάντες προσπαθούν να εξαπατήσουν τους υπόλοιπους, η μοιραία γυναίκα ρίχνει τα δίχτυα της γοητείας της, ενώ στο τέλος αποκαλύπτεται, όπως είναι λογικό κι αναμενόμενο, ότι κανείς δεν ήταν αυτός που έδειχνε. Την κατάσταση επιδεινώνει το δευτεροκλασάτο κάστινγκ, με έναν πρωταγωνιστή που, πολύ απλά, αδυνατεί να εμπνεύσει οτιδήποτε, παραμένοντας προσκολλημένος σε μια αμήχανη μανιέρα, και με μια μοιραία ερμηνεία μοιραίας γυναίκας, ικανής πιθανόν να ξελογιάσει όποιον υπήρξε τρόφιμος ψυχιατρείου επί πέντε συναπτά έτη, αλλά κανέναν άλλον. Από την άλλη μεριά, ο σκηνοθέτης βάζει τα δυνατά του, η αφήγηση ρέει όμορφα, τα καδραρίσματα, οι φωτισμοί και τα χρώματα είναι εξαιρετικά, ενώ οι εσωτερικοί χώροι του πραγματικού ξενοδοχείου «Ελ Κορτέζ» αναδεικνύονται σε αναπάντεχο κρυφό πρωταγωνιστή.

ΒΑΘΜΟΣ: **

(δημοσιεύτηκε στον εξώστη, τεύχος 767)

22.3.07

ΟΛΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ


DELIRIOUS

Σκηνοθεσία: Τομ ΝτιΤσίλο
Παίζουν: Στιβ Μπιουσέμι, Μάικλ Πιτ, Άλισον Λόμαν, Τζίνα Γκέρσον
ΗΠΑ, 2006. Διάρκεια: 107΄

Υπόθεση: Ο Τόμπι, νεαρός, άστεγος επίδοξος ηθοποιός, βρίσκει καταφύγιο στο σπίτι του Λες, παρακμιακού φωτογράφου-παπαράτσι. Μέσω του Λες, που τον χρήζει βοηθό του, ο Τόμπι καταφέρνει να γνωρίσει μια γοητευτική υπεύθυνη κάστινγκ, και αργότερα μια ακόμα γοητευτικότερη τραγουδίστρια ποπ. Ο Λες, όμως, θέλει τον Τόμπι μόνο για τον εαυτό του…

Ο καλτ σκηνοθέτης του Living in Oblivion και της «Αληθινής ξανθιάς» επιστρέφει σε γνώριμα χωράφια, πάντα με την απαραίτητη συνεργασία του εξίσου καλτ Στιβ Μπιουσέμι.

Αν και τυπικά η ταινία κατατάσσεται στις σατιρικές ματιές στον επιφανειακό και επίπλαστο κόσμο των διασημοτήτων και των media celebrities, το δυνατό της σημείο, αυτό που κάνει την καρδιά της να χτυπάει, είναι η απεικόνιση της απολαυστικής σχέσης του αταίριαστου ζευγαριού του παπαράτσι Λες με τον άστεγο, αλλά γοητευτικό Τόμπι. Ο Λες στην ουσία αρνείται να αντικρίσει την πραγματικότητα της ζωής του και προτιμά να ζει με ψευδαισθήσεις. Στο πρόσωπο του Τόμπι βρίσκει τον ιδανικό ακροατή, τον άνθρωπο που θα επιβεβαιώσει το πληγωμένο εγώ του και θα πιστοποιήσει την αλήθεια των ψευδαισθήσεών του. Τελικά όμως, ο Τόμπι, χάρη στην αφέλεια και την ειλικρίνειά του, θα λειτουργήσει μάλλον σαν καθρέφτης και θα αναγκάσει τον Λες να αντιμετωπίσει κατάματα ορισμένες αλήθειες. Οι σκηνές της αλληλεπίδρασης των δύο βγάζουν πολύ γέλιο, ο δε Μπιουσέμι ενσαρκώνει τον Λες με τον γνωστό του οίστρο και αυτοπεποίθηση, προσθέτοντας άλλον έναν αξέχαστο καλτ χαρακτήρα στην ήδη ευρεία συλλογή του. Ο ΝτιΤσίλο σκηνοθετεί πανούργα, προσδίδοντας τόσο στην εικόνα, όσο και στο σάουντρακ της ταινίας του ένα ΄80s feeling, μια κάπως παλιομοδίτικη ατμόσφαιρα, η οποία συμβάλλει στον καλτ χαρακτήρα του όλου εγχειρήματος, ενώ οι απιθανότητες και οι αφέλειες του σεναρίου ενδύονται και αυτές τον απαραίτητο μανδύα της καλτ φάρσας. Σίγουρα η ταινία δεν φτάνει στο ύψος του Living in Oblivion, πρόκειται όμως για μια ευχάριστη, έξυπνη και αστεία σάτιρα, με καυστικές ατάκες για τον κούφιο κόσμο των media και μια ανθρωπιά διάχυτη σε όλη αυτή τη φοβερή περσόνα του Μπιουσέμι και στη σχέση του με τον γλυκούλη Τόμπι. Ό,τι πρέπει για μια χαλαρή βραδιά.

ΒΑΘΜΟΣ: ***

(δημοσιεύτηκε στον εξώστη, τεύχος 766)

15.3.07

ΣΤΗΜΕΝΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ


HARD CANDY
Σκηνοθεσία: Ντέιβιντ Σλέιντ
Παίζουν: Πάτρικ Ουίλσον, Έλεν Πέιτζ
ΗΠΑ, 2005. Διάρκεια: 103΄

Υπόθεση: 32χρονος φωτογράφος γνωρίζεται σε διαδικτυακό chat room με 14χρονη μαθήτρια και αποφασίζουν να συναντηθούν σε καφέ για τα πουν και από κοντά. Η συνάντηση ξεκινά ιδανικά, καταλήγουν σπίτι του, εκεί όμως τα πράγματα θα εξελιχτούν πολύ διαφορετικά απ’ ό,τι θα περίμενε ο 32χρονος με τις αμφιλεγόμενες ερωτικές επιθυμίες…

Ψυχολογικό θρίλερ δωματίου που συνάρπασε το κοινό του Φεστιβάλ του Σάντανς, αναμένεται να καταφέρει παρόμοια επίδραση και στους εγχώριους φίλους τής «από τον καναπέ» θέασης, αν και η προσεκτική μεταγενέστερη ανάλυση αποκαλύπτει ένα μάλλον κούφιο περίβλημα.

Το υποτιθέμενα σοβαρό θέμα της ταινίας είναι η παιδοφίλια - όντως σοβαρότατο ζήτημα – μόνο που η ταινία δεν ασχολείται στην πραγματικότητα με αυτό. Είναι ένα κλασσικό θρίλερ εκδίκησης, που εκμεταλλεύεται το μοτίβο του δίπτυχου «θύτης-θύμα», ή σε μια διαφορετική παραλλαγή «γάτα-ποντίκι», για να βγάλει συγκεκαλυμμένα στην επιφάνεια τα σαδομαζοχιστικά ένστικτα του θεατή. Η εν λόγω ανάδυση επιτυγχάνεται μάλιστα σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό, καθώς βασίζεται σε μια εξαιρετικά ευφάνταστη ανατροπή ρόλων, την οποία θα επιλέξουμε να μην σας αποκαλύψουμε, αλλά και σε ένα κρεσέντο που κορυφώνεται σε μια ακόμα πιο ευφάνταστη σκηνή, την οποία επίσης δεν θα σας αποκαλύψουμε. Η ταινία ανακινεί μια σειρά από υποσυνείδητες φοβίες, οι οποίες έχουν γίνει εσχάτως πολύ δημοφιλείς. Για όλους έχει κι από κάτι ο μπαξές, από τη φοβία των «ανεβασμένων» αρρένων εραστών μήπως πέσουν σε καμία επικίνδυνα «μοιραία» ερωμένη που τους βγάλει το λάδι, μέχρι τη φοβία των «μουχλιασμένων» μικροαστών, που ανησυχούν από τον καναπέ για τη συναισθηματική κενότητα της σημερινής νεολαίας που ξημεροβραδιάζεται στα ίντερνετ καφέ. Παρότι και οι δύο ήρωες δεν είναι ακριβώς αυτό που θα αποκαλούσαμε «θετικοί», η ταινία κατασκευάζει ένα περίπλοκο και διαρκώς μεταβαλλόμενο πλέγμα ταυτίσεων, με αποτέλεσμα άλλοτε να θαυμάζουμε τον έναν, άλλοτε να λυπόμαστε τον άλλο, την τρίτη να διψάμε για εκδίκηση, την τέταρτη να ευχόμαστε διαφυγή, κατά τρόπο ώστε η προσοχή να διατηρείται αμείωτη και κάποιες ενδιαφέρουσες σκέψεις να καταλύονται. Η ταινία σε καμία περίπτωση δεν είναι αυτό που θα λέγαμε «τροφή για το μυαλό», μάλλον προς το “exploitation movie” ρέπει, σίγουρα όμως εγγυάται ένα μίνιμουμ διασκέδασης μπροστά από το dvd player, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν θα υπάρξουν και θεατές που θα ενοχληθούν από τη λεπτή ισορροπία μεταξύ κοινωνικά ευαίσθητης θεματολογίας και κινηματογραφικής χειραγώγησης του θεατή.

ΒΑΘΜΟΣ: ***

(δημοσιεύτηκε στον εξώστη, τεύχος 765)

10.3.07

Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΩΝ ΚΑΡΤΕΛ


EXILED

Σκηνοθεσία: Τζόνι Το
Παίζουν: Νικ Τσέουνγκ, Άντονι Γουόνγκ, Σουέτ Λαμ, Φράνσις Νιγκ, Ρόι Τσέουνγκ
Χονκ-Κονγκ, 2006. Διάρκεια: 100΄

Υπόθεση: Μακάο, 1998, λίγο πριν την παράδοση της τέως πορτογαλικής αποικίας στην Κίνα. Τέσσερα μέλη της κραταιάς συμμορίας του Αρχηγού Φάι επισκέπτονται τον παλιό τους σύντροφο Γου, με εντολή να τον σκοτώσουν. Στο όνομα της παλιάς τους φιλίας, αποφασίζουν να μεταθέσουν για το μέλλον την εκτέλεση της εντολής και να κάνουν όλοι μαζί ένα τελευταίο «μεγάλο κόλπο».

Ο Τζόνι Το, από τους πλέον πεπειραμένους και επιφανείς εκπροσώπους του γκανγκστερικού είδους στο Χονκ-Κονγκ, συνεχίζει στα βήματα της προηγούμενης επιτυχίας του «Η αποστολή» (The Mission, 1999), με μια ταινία στιλιζαρισμένης βίας, βραδυφλεγούς έντασης, αλλά και έντονα παρωδιακού χιούμορ.

Με πόσους διαφορετικούς τρόπους μπορεί κανείς να πει τα ίδια πράγματα; Πόσες στιλιστικές διαφοροποιήσεις μπορείς να εισάγεις σε ένα γνωστό θέμα; Ο σύγχρονος μεταμοντέρνος κινηματογράφος αποδεικνύει καθημερινά τις απεριόριστες δυνατότητες του μέσου. Άλλη μια γκανγκστερική ταινία, λοιπόν, με τις μοναχικές μορφές των οπλοφόρων ηρώων να αλληλοκοιτάζονται στα μάτια με πρόσωπο ανέκφραστο, να ακουμπούν την παλάμη στη λαβή του περίστροφου με μια ανεπαίσθητη κίνηση, και μετά από ένα διάστημα αναμονής που μοιάζει ατελείωτο, να πυροβολούν με αστραπιαία σβελτάδα, αδειάζοντας τους κάλυκες πάνω στους ανθρώπινους στόχους τους, που δεν λεν να τελειώσουν. Πίσω απ’ όλο αυτό το απίστευτο πιστολίδι κρύβονται βέβαια άνδρες με συναισθήματα, που όσο κι αν έχουν μάθει να τα κρύβουν, αυτά ξεγλιστρούν ανεπαίσθητα μέσα απ’ το βλέμμα τους και κατευθύνονται προς τους συντρόφους τους, με τους οποίους τους συνδέει αυτή η μαγική αίσθηση του «κοινού παρελθόντος». Μια γνωστή συνταγή. Πού έγκειται η πρωτοτυπία, λοιπόν; Ίσως απλά στα συστατικά και τις ακριβείς δόσεις του μίγματος. Ο Τζόνι Το παίρνει από τον Σέρτζιο Λεόνε το στήσιμο, το βλέμμα των πιστολέρο, και τους νεκρούς χρόνους που χτίζουν αργά αλλά σταθερά την ένταση που οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στο τελετουργικό ξεκαθάρισμα. Ένα ξεκαθάρισμα που θυμίζει έντονα, μέσα στον καταιγισμό των πυρών του και τη χορογραφική του διευθέτηση το σινεμά του Τζον Γου, ενώ το φάντασμα του Πέκινπα παραμονεύει, για να μας υπενθυμίσει τον τελεολογικό χαρακτήρα της δράσης και τη ληξιπρόθεσμη φύση των σχεδίων της πρωταγωνιστικής παρέας. Προσθέστε σε όλα αυτά ένα ιδιότυπο, απωανατολίτικο χιούμορ που μοιάζει να κλείνει αυτοϋπονομευτικά το μάτι στο θεατή, αλλά και την παιχνιδιάρικη φωτογραφία, που αναμιγνύει στους εσωτερικούς χώρους σωρεία χρωμάτων, ενώ στα εξωτερικά γυρίσματα εκμεταλλεύεται κάποιους χώρους του Μακάο που παραπέμπουν σε κάτι μεταξύ μεσογειακού θέρετρου και κουβανέζικης κακόφημης συνοικίας, κι έχετε μια θαυμάσια πρόταση κατ’ οίκον ψυχαγωγίας.

ΒΑΘΜΟΣ: ***

(δημοσιεύτηκε στον εξώστη, τεύχος 764)

2.3.07

BUBBA HO-TEP


Σκηνοθεσία: Ντον Κοσκαρέλι
Παίζουν: Μπρους Κάμπελ, Όσι Ντέιβις, Έλα Τζόις
ΗΠΑ, 2002. Διάρκεια: 92΄

Υπόθεση: Γηραιός σωσίας του Έλβις Πρίσλεϊ, ο οποίος ισχυρίζεται ότι είναι ο ίδιος ο Έλβις, ζει κατάκοιτος σε οίκο ευγηρίας. Εκεί συνασπίζεται με έτερο τρόφιμο, ο οποίος ισχυρίζεται με τη σειρά του ότι είναι ο Τζακ Κένεντι, και μαζί πολεμούν τη μούμια ενός αιγύπτιου Φαραώ, η οποία θέλει να τους ρουφήξει την ψυχή.

Ο βετεράνος σκηνοθέτης της καλτ σειράς ταινιών “Phantasm” Ντον Κοσκαρέλι επιχειρεί να ανανεώσει την καλτ φήμη του διασκευάζοντας την ομώνυμη βραβευμένη νουβέλα του σημαντικότατου αμερικάνου συγγραφέα Τζόε Λάνσντεϊλ.

Πρόκειται για μια φαινομενικά απλή, αλλά βαθύτερα πολυσύνθετη ταινία, που συνδυάζει στοιχεία ταινίας τρόμου, κωμωδίας και κοινωνικού δράματος, προκειμένου να δημιουργήσει ένα ιδιαίτερο υβρίδιο, το οποίο να χωράει ένα ετερόκλητο σύνολο ιδεών, από το δημοφιλή μύθο ότι «ο Βασιλιάς ζει», μέχρι τη θλίψη και την εγκατάλειψη των γηρατειών. Το αποτέλεσμα είναι, αν μη τι άλλο, ενδιαφέρον και πρωτότυπο, με τον Κοσκαρέλι να κρατάει στιβαρά τα γκέμια της σκηνοθεσίας καταφέρνοντας να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα και τον Μπρους Κάμπελ να παραδίδει μαθήματα υποκριτικής προσέγγισης ενός ζωντανού θρύλου. Η ταινία διακρίνεται για την ιδιότυπη ατμόσφαιρά της, κάπου μεταξύ κωμωδίας του παραλόγου, δράματος και ελλοχεύοντος σπλάτερ, την παιχνιδιάρικη, σατιρική της διάθεση, τους έξοχους κορεσμένους χρωματικούς της τόνους, τα ειδικά εφέ, όπου για άλλη μια φορά αποδεικνύεται ότι το μεράκι, και όχι τα λεφτά, κάνουν το καλό εφέ, αλλά και τον θερμό ανθρωπισμό που αποπνέει η εύστοχη προσέγγιση στον Έλβις. Ο Έλβις της ταινίας είναι ένας παρακμασμένος θρύλος, που έχει καταπέσει στη λησμονιά, έχει χάσει τη λάμψη του, η γοητεία του όμως παραμένει αμείωτη. Ο Κάμπελ τον προσεγγίζει με ανθρωπιά και έμφαση στα βαθύτερα ψυχολογικά του κίνητρα, αποφεύγοντας οποιαδήποτε υπερβολή. Η ταινία από ένα σημείο και μετά χάνει την ορμή της, για να καταλήξει σε ένα όχι ιδιαίτερα πειστικό φινάλε, αλλά το στοιχείο αυτό μάλλον ενισχύει, παρά αποδυναμώνει τελικά τη θέση της μέσα στη σύγχρονη καλτ μυθολογία.

ΒΑΘΜΟΣ: ***

(δημοσιεύτηκε στον εξώστη, τεύχος 763)

23.2.07

ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΚΟΛΕΓΙΟ


BRICK
Σκηνοθεσία: Ράιαν Τζόνσον
Παίζουν: Τζόζεφ Γκόρντον-Λίβιτ, Ματ Ο’ Λίρι, Νόρα Ζίετνερ, Λούκας Χάας
ΗΠΑ, 2005. Διάρκεια: 100΄

Υπόθεση: Ο Μπρένταν, πανέξυπνος, αλλά μονήρης τελειόφοιτος Λυκείου, δέχεται ένα αλλόκοτο τηλεφώνημα από την Έμιλι, κοπέλα του μέχρι πρόσφατα, η οποία ακούγεται άσχημα μπλεγμένη. Αποφασισμένος να τη βοηθήσει, ο Μπρένταν χώνεται με τη βοήθεια του μοναδικού του κολλητού, του «σπασίκλα» Μπρέιν, στον «υπόκοσμο» της σχολικής ζωής, και μπλέκει με παρέες πλούσιων ναρκομανών, με βαποράκια, διακινητές και με λάγνες, «μοιραίες» συμμαθήτριες.

Με μια εντυπωσιακά μελετημένη άσκηση ύφους, ο πρωτοεμφανιζόμενος Ράιαν Τζόνσον μεταφέρει αυτούσια τη μυθολογία του φιλμ νουάρ και της αστυνομικής λογοτεχνίας του Ντάσιελ Χάμετ και του Ρέιμοντ Τσάντλερ στη σημερινή ηλιόλουστη Καλιφόρνια. Τα αποτελέσματα είναι σίγουρα θεαματικά στο επίπεδο του στιλ, αλλά το αν ο θεατής θα «μπει» τελικά στον κόσμο της ταινίας, αποτελεί εν πολλοίς θέμα προσωπικής ιδιοσυγκρασίας, σχέσης με το είδος του νουάρ, αλλά και ηλικίας.

Πράγματι, μας είναι λίγο δύσκολο να φανταστούμε θεατή άνω των δεκαοκτώ να πείθεται από την εικόνα του αναιμικού πρωταγωνιστή με τα γυαλάκια που μεταμορφώνεται σε σκληροτράχηλο ντετέκτιβ, έτοιμο να γρονθοκοπήσει όποιον πληροφοριοδότη δεν πείθεται με άλλο τρόπο, αλλά και πρόθυμο να δεχτεί στωικά και θαρραλέα το δικό του μερίδιο «σωματικής τιμωρίας», όταν οι συνθήκες το επιβάλλουν. Προφανώς έχουμε να κάνουμε με μια ψυχαναλυτική λειτουργία του κινηματογράφου, όπου ο κάθε σπυριάρης μαθητής βρίσκει το παραφουσκωμένο υπερεγώ του στο πρόσωπο του Μπρένταν, που εκτοξεύει τις νουάρ ατάκες με ρυθμό πολυβόλου. Για να ολοκληρωθεί η ψυχαναλυτική προσέγγιση, δεν θα μπορούσε βέβαια να απουσιάζει η εξόχως περιπεπλεγμένη πλοκή, όπου μετά το πρώτο μισάωρο βομβαρδισμού με μονοσύλλαβα ονόματα – Πιν, Ταγκ, Ντοντ, Μπρικ, Τζερ, Τσακ κ.ά. – απαιτείται πλέον να κρατά κανείς σημειώσεις σε αστυνομικό μπλοκάκι για να βγάλει κάποια άκρη. Στο τέλος, τα πάντα βρίσκουν βέβαια μια ευλογοφανή κατάληξη, σύμφωνα τουλάχιστον με τον ιδιοφυή Μπρένταν, οπότε κι εμείς παριστάνουμε ότι καταλάβαμε ό,τι αυτός κατάλαβε, για να μη φανεί ότι υπολειπόμαστε σε εξυπνάδα από τον επί της οθόνης εκπρόσωπό μας. Ας μη θεωρηθεί πάντως ότι με τα σχόλια αυτά ειρωνευόμαστε τους εφήβους, γιατί το γεγονός ότι αρκετοί θα συγκινηθούν από την ταινία αποτελεί συγκλονιστική απόδειξη των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν στις μέρες μας. Η ταινία μπορεί έτσι να ειδωθεί και ως μια μεταφορά-αλληγορία για τα βάσανα της εφηβικής ηλικίας, κατά την οποία κυριαρχούν οι ανάγκες για αναγνώριση, καταξίωση, ένταξη, αλλά και αγάπη και τρυφερότητα. Τέλος, όσοι έχουν αγαπήσει έστω και λίγο το νουάρ, δεν θα καταφέρουν να μείνουν ασυγκίνητοι τουλάχιστον από το σενάριο του Τζόνσον - ειδικά οι διάλογοι αποτελούν κομψοτεχνήματα, έστω κι αν χρειάζεται να τους ακούσει κανείς ξανά και ξανά για να τους καταλάβει.

ΒΑΘΜΟΣ: ***

(δημοσιεύτηκε στον εξώστη, τεύχος 762)

15.2.07

ΟΙ ΣΥΝΗΘΕΙΣ ΕΡΑΣΤΕΣ


LES AMANTS REGULIERS

Σκηνοθεσία: Φιλίπ Γκαρέλ
Παίζουν: Λουί Γκαρέλ, Κλοτίλντ Εσμέ, Ζουλιέν Λουκάς
Γαλλία, 2005. Διάρκεια: 178΄

Μια τρίωρη, ασπρόμαυρη ταινία για τον Μάη του ’68 και τους νέους της εποχής εκείνης. Αυτό μοιάζει να είναι το θέμα της ταινίας που σας παρουσιάζουμε σήμερα. Το εντυπωσιακό όμως είναι ότι, πίσω από την επιφανειακά απλή, μινιμαλιστική της γραφή, την ασπρόμαυρη, μουντή φωτογραφία, την υποτυπώδη πλοκή, το αργό, ρυθμικό μοντάζ και τις λιτές, τελετουργικές κινήσεις της κάμερας, η ταινία κινητοποιεί ένα τεράστιο σύνολο αναφορών, καταφέρνοντας να συνθέσει τελικά μέσα από την δωρική της αφαιρετικότητα ένα πολύπλοκο και πλούσιο χάρτη συναισθημάτων και ιδεών. Προϋπόθεση, βέβαια, για να καταλυθεί η αντίδραση και να γίνουν οι απαραίτητοι συσχετισμοί είναι η ενεργός συμμετοχή του θεατή. Όσοι δεν γνωρίζουν τίποτα για το Μάη του ’68 ή για τη nouvelle vague, ίσως βρεθούν αντιμέτωποι με ένα φαινομενικό κενό. Οι υπόλοιποι θα αναγνωρίσουν τον ελεγειακό τόνο του σκηνοθέτη, θα συγκινηθούν με τον παραλληλισμό των εξεγερμένων φοιτητών με τους γιακοβίνους επαναστάτες του 1789, θα ταυτίσουν το δεικτικά σκληρό κοινωνικό κατεστημένο της εποχής με τον σημερινό επερχόμενο συντηρητικό εσμό, θα ξαναθυμηθούν μέσα από τους ιδιαίτερα πυκνογραμμένους διαλόγους του πρώτου μέρους όλους τους βασικούς πολιτικούς προβληματισμούς της γενιάς που ονειρεύτηκε ν’ αλλάξει τον κόσμο, και θα βουτηχτούν σύγκορμοι στο κλίμα της ταινίας. Ένα κλίμα φευγάτης ανεμελιάς, εύθραυστης ευαισθησίας, διανοητικού οργασμού, ερωτικών αναζητήσεων, ιδεαλιστικών ονείρων, μαστούρικης αναπόλησης, αγωνιστικής αυταπάρνησης, αλλά και ηττοπαθούς παραίτησης. Είναι πραγματικό τριπ αυτή η ταινία, αξίζει να παρατηρήσετε την ρυθμικότητα των εναλλαγών της, το πώς υποβάλλει το θεατή σε μια κατάσταση τρανς - έτσι πρέπει να είναι ο κινηματογράφος, ούτε ψυχρά δοκιμιακός και ψευδοδιανοουμενίστικος, ούτε όμως και να καταχράται τη δύναμή του χειραγωγώντας συναισθηματικά το θεατή. Είναι δε εντυπωσιακός ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζει ο Γκαρέλ την Ιστορία, σαν να πρόκειται για ζώντα οργανισμό, ο οποίος αποτελείται από θραύσματα μνήμης σε μια διαρκή κατάσταση ανασύνθεσης. Απουσιάζει πλήρως οποιαδήποτε διάθεση μανιχαϊσμού, εντυπωσιασμού ή εκμετάλλευσης, ό,τι δηλαδή χαρακτηρίζει μια άλλη σύγχρονη ευρωπαϊκή ταινία που αντιπαρατίθεται, υποτίθεται, στο Χόλιγουντ, τον «Λαβύρινθο του Πάνα». Προσέξτε την ασπρόμαυρη φωτογραφία, όπου εκτός από τα πρόσωπα, δεν δείχνεται σχεδόν τίποτ’ άλλο, κι όμως, με τα παιχνιδίσματα των σκιών, του φωτός και του σκότους, των βασικών συστατικών δηλαδή της έβδομης τέχνης, αναδύεται σταδιακά ένας ολόκληρος κόσμος. Ένα διαμάντι απλού, αμιγούς κινηματογράφου.

ΒΑΘΜΟΣ: ****

(δημοσιεύτηκε στον εξώστη, τεύχος 761)

7.2.07

ΟΙ ΠΑΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΡΑΣΙΝΗΣ ΟΔΟΥ


GREEN STREET HOOLIGANS

Σκηνοθεσία: Λέξι Αλεξάντερ

Παίζουν: Ελάιτζα Γουντ, Τσάρλι Χάναμ, Λίο Γκρέγκορι, Κλερ Φορλάνι

ΗΠΑ / Βρετανία, 2005. Διάρκεια: 109΄

Υπόθεση: Μετά την άδικη αποβολή του από την ονομαστή Σχολή Δημοσιογραφίας του Χάρβαρντ, ο νεαρός Ματ επισκέπτεται την αδελφή του Σάνον, η οποία ζει στο Λονδίνο. Εκεί ο Ματ θα γνωριστεί με τον Πιτ, αδελφό του συζύγου της Σάνον, ο οποίος είναι ηγετικό στέλεχος της Green Street Elite, ή αλλιώς G.S.E., της γνωστότερης κλίκας χουλιγκάνων της Γουέστ Χαμ. Μέσω του Πιτ ο Ματ θα μυηθεί στον χουλιγκανισμό και στη γοητεία της βίαιας κουλτούρας των «εταιρειών» που διατηρούν οι οπαδοί των διάφορων αγγλικών ποδοσφαιρικών ομάδων για να πλακώνονται μεταξύ τους.

Βία: Ένα από τα μεγαλύτερα ταμπού των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών. Η βία πρώτα δαιμονοποιείται σε υστερικό βαθμό ως το απόλυτο κακό (το κατέβασμα μερικών βιτρινών σε μια διαδήλωση ή το άνοιγμα μιας μύτης σ’ ένα γήπεδο ταυτίζονται με πράξεις υπέρτατης καταστροφής και λογίζονται ως μέγιστοι κοινωνικοί κίνδυνοι) και κατόπιν εξορίζεται από το κοινωνικό γίγνεσθαι, για να βρει προσωρινό καταφύγιο στα ενδότερα «περιθωριακών» ομάδων, όπως οι συμμορίες των χούλιγκανς των γηπέδων, οι οποίοι, αν τουλάχιστον πιστέψουμε την επικρατούσα προπαγάνδα, θα πρέπει να θεωρούνται εγκληματίες χειρότεροι κι απ’ τους δολοφόνους του κοινού ποινικού δικαίου. Φυσικό αποτέλεσμα της πρακτικής αυτής είναι να αδυνατούμε να δούμε κατάματα την πραγματική φύση της βίαιης συμπεριφοράς, ούτε να μπορούμε να εντοπίσουμε τα αληθινά της αίτια, ώστε να τα αντιμετωπίσουμε καταλλήλως. Είναι λοιπόν κάτι παραπάνω από ευχάριστο, ότι μια ιδιαίτερα καλοφτιαγμένη και καλοκουρδισμένη ταινία από την Αγγλία, στηριζόμενη πάνω στη στέρεα βρετανική παράδοση του τηλεοπτικού docudrama, επιχειρεί μια απροκατάληπτη και συμπαγώς τεκμηριωμένη προσέγγιση στο φαινόμενο του χουλιγκανισμού. Οι Green Street Hooligans δεν είναι ούτε αμόρφωτοι, ούτε ανεγκέφαλοι, ούτε υπάνθρωποι. Είναι πολίτες υπεράνω πάσης υποψίας, εργαζόμενοι από όλες τις κοινωνικές τάξεις, οι οποίοι, βασιζόμενοι πάνω στις αμιγώς βρετανικές αρχές της ανδρικής αλληλεγγύης (camaraderie) και τις αξίες της pub culture, αναζητούν μια βαλβίδα εκτόνωσης, ένα τριπ αδρεναλίνης, ένα έντονο αίσθημα έντασης, αλλά και ένταξης. Η ταινία τούς προσεγγίζει με προσεκτική ουδετερότητα και ακριβολογική διάθεση. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους φίλους της αγγλικής γλώσσας παρουσιάζουν οι ευφάνταστες cockney εκφράσεις και εκφορές του λόγου (αν και πρέπει να πούμε ότι ο νεαρός πρωταγωνιστής Τσάρλι Χάναμ επικρίθηκε στη Βρετανία για την ανεπιτυχή cockney προφορά του), ενώ η σατιρική ματιά στις τεταμένες σχέσεις των Άγγλων με τους υπερατλαντικούς ομόγλωσσους Yankees αποτελεί έξτρα μπόνους. Μιλώντας για μπόνους, στα πρόσθετα του dvd σας προτείνουμε το σύντομο, αλλά ιδιαίτερα διαφωτιστικό making of.

ΒΑΘΜΟΣ: ***

(δημοσιεύτηκε στον εξώστη, τεύχος 760)

1.2.07

ΑΠΟΣΤΟΛΗ: «ΠΙΚΑΣΟ» ΕΜΠΙΣΤΕΥΤΙΚΟ


ART SCHOOL CONFIDENTIAL

Σκηνοθεσία: Τέρι Ζουίγκοφ
Παίζουν: Μαξ Μινγκέλα, Σοφία Μάιλς, Τζον Μάλκοβιτς
ΗΠΑ, 2006. Διάρκεια: 98΄

Υπόθεση: Ο 18χρονος Μαξ περνά στη Σχολή Καλών Τεχνών με όνειρό του να γίνει ο Πικάσο του 21ου αιώνα. Κατά βάθος αυτό που έχει στο μυαλό του είναι να αποκτήσει πλούτη, δόξα, και να πάει με όσο το δυνατόν περισσότερα κορίτσια. Στη Σχολή θα μπλέξει με όλο το συρφετό των στερεοτυπικών κουλτουριάρηδων φοιτητών, αλλά και καθηγητών, ενώ θα γνωρίσει τον έρωτα στο πρόσωπο ενός γυμνού μοντέλου. Παράλληλα όμως, στο πανεπιστημιακό κάμπους παραμονεύει και ένας μανιακός που έχει ήδη ξεκάνει τέσσερις φοιτήτριες…

Το γνωστό είδος της νεανικής κωμωδίας με τον παρθένο πρωτοετή που περνά στο πανεπιστήμιο με όνειρό του να ξεφαντώσει και να πηδηχτεί, παρωδείται σε μια πιο σοφιστικέ και εξειδικευμένη εκδοχή, καθώς το κολέγιο μετατρέπεται σε Σχολή Καλών Τεχνών, κάτι που δίνει την ευκαιρία στο σκηνοθέτη Τέρι Ζούιγκοφ (Ο Άι Βασίλης είναι λέρα) να σατιρίσει με ουκ ολίγη καυστικότητα και οξύνοια την επικρατούσα κατάσταση στην ανώτατη καλλιτεχνική παιδεία. Σε μια τελική και λιγότερο πετυχημένη στροφή, η ταινία μετατρέπεται σε παρωδία των νεανικών ταινιών τρόμου με τον μανιακό δολοφόνο στο κολέγιο. Πρόκειται για μια ταινία έξυπνη, ευχάριστη και ανάλαφρη, που καταφέρνει πίσω από μια χαβαλετζίδικη προσέγγιση να θίξει πολύ σημαντικά ζητήματα, που ταλανίζουν όλους όσους ασχολούνται με τις τέχνες, όπως το αν καλλιτέχνης γεννιέσαι ή γίνεσαι, το αν η καλλιτεχνική δημιουργία είναι δυνατόν να διδάσκεται ή όχι, καθώς και το ερώτημα αν πίσω από ένα σπουδαίο καλλιτέχνημα κρύβεται απαραιτήτως ένας σπουδαίος άνθρωπος. Σε μια από τις πλέον αξιομνημόνευτες σκηνές, ένας πετυχημένος απόφοιτος επιστρέφει στη Σχολή για μια συζήτηση με τους φοιτητές. Ξεχειλίζοντας από αλαζονεία, πετάει κατάμουτρα στα παιδιά ότι δεν πρόκειται να πετύχουν στο καλλιτεχνικό στερέωμα, γιατί αν είχαν ταλέντο θα δημιουργούσαν και δε θα έχαναν το χρόνο τους στη Σχολή, ακούγοντας άλλους αποτυχημένους, δηλαδή τους καθηγητές τους. Όταν ένας φοιτητής του φωνάζει από τα ορεινά έδρανα «γιατί είσαι τόσο μαλάκας», εκείνος, προς γενική έκπληξη, απαντά: «Να μια πραγματικά πολύ καλή ερώτηση. Είμαι μαλάκας, γιατί αυτή είναι η πραγματική ανθρώπινη φύση. Αυτή που μόνο οι πετυχημένοι έχουν την ευχέρεια να αποκαλύπτουν. Αντίθετα, όλοι εσείς, είστε αναγκασμένοι να την κρύβετε, γιατί είστε αποτυχημένοι». Σ’ αυτό το κλίμα κινείται ολόκληρη η ταινία, που σίγουρα θα αγγίξει όσους και όσες διατηρούν οποιαδήποτε σχέση με την τέχνη.

ΒΑΘΜΟΣ: ***

(δημοσιεύτηκε στον εξώστη, τεύχος 759)